Ανήκει στους Έλληνες του εξωτερικού που έχουν διαπρέψει. Έδρα και πατρίδα του η Γαλλία μα αγάπη του μεγάλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα το Μεσολόγγι. Ο Νίκος Αλιάγας για μένα είναι καλλιτέχνης όχι μόνο του θεάματος αλλά της θέασης. Ο φωτογράφος Νίκος Αλιάγας με τον φακό του αποτυπώνει στιγμές, η ματιά του στέκει στο ανθρώπινο. Στο στοιχείο που κάνει τον καθένα μας ξεχωριστό είτε είναι πορτρέτο ή σημείο του σώματος όπως τα χέρια. Ακόμα και τα τοπία του στα κλικ του αποτυπώνουν κλίμακα, εντάσεις και ένα κρυφό άλυτο γρίφο. Ο δε λόγος του πάντα είναι ουσιαστικός. Σκέφτεται πριν μιλήσει, παίρνει την ανάσα του και απαντά πολλές φορές ποιητικά. Γι’ αυτό και του ζήτησα να μοιραστεί κάποιες σκέψεις του προσωπικές συνοδευμένες με μια επιλογή από δικές του φωτογραφίες. Μου έκανε την τιμή κι έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε λίγο παραπάνω τον Νίκο Αλιάγα, τον φωτογράφο:

«Στο θέατρο σκιών της ύπαρξής μου προσπαθώ να αναγνωρίσω το μυστήριο του χρόνου μέσα από τον φωτογραφικό φακό. Στο κάδρο η αντίληψη του χρόνου δεν είναι γραμμική, η στιγμή εμπεριέχει τη μορφή ενός παλίμψηστου όπου θραύσματα μνήμης και απόκρυφες πιθανότητες συνυπάρχουν αρμονικά. Κάθε εικόνα είναι μια ερμηνεία, ένας τόπος και ένας χρόνος προσωπικός, που ανήκει στον καθένα μας χωριστά. Δεν αισθάνομαι ότι παγιδεύω τον χρόνο· τον δανείζομαι για λίγο, συντονίζομαι σε μια διάσταση εσωτερική, κάθετη και υποκειμενική, αναζητώ εκείνον τον ελληνικό θεό που οι πρόγονοι αναγνώριζαν σαν Καιρό.

Η φωτογραφία αναγνωρίζει μια στιγμή. Πριν συνειδητοποιήσω την πιθανότητα μιας εικόνας, τη βιώνω νοερά στο αρνητικό του μυαλού μου. Σε καθετί εφήμερο κατοικεί μια μορφή αιωνιότητας. Στην αντανάκλαση του νερού, στη σκιά που γλιστρά ανυποψίαστα επάνω στην πέτρα, στην έκφραση ενός προσώπου. Το φως δεν είναι μόνο αυτό που αποκαλύπτει· είναι αυτό που μετουσιώνει, που δίνει σχήμα στη σκιά και βάρος στη στιγμή, είναι ο αδέκαστος μάρτυρας του περάσματος.

Στη συνάντηση με τον άλλον ανακαλύπτω το ιερό. Δεν περιορίζεται σε δόγματα ούτε σε τελετές, αλλά γεννιέται στο απρόσμενο: σε ένα βλέμμα που ξεφεύγει, σε μια χειρονομία που επαναλαμβάνεται ακούσια, σε μια σιωπή που γίνεται αποδοχή. Το ιερό γεννιέται εκείνη την στιγμή όπου δεν υπάρχει επιστροφή. Δεν το συλλαμβάνω, δεν το κατέχω, το αναγνωρίζω όταν μου προσφέρεται. Το αόρατο δεν κρύβεται· περιμένει το βλέμμα που είναι έτοιμο να το δεχτεί. Κι έτσι η φωτογραφία γίνεται μια αποκάλυψη, με την αρχική έννοια της λέξης: το ξήλωμα του πέπλου από την ψευδαίσθηση των κεκτημένων.

Στις ρωγμές των αγαλμάτων, στη μνήμη της πέτρας, στα νερά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου βλέπω το αποτύπωμα του αιώνιου. Στο πρόσωπο του γέροντα που σωπαίνει, στην κίνηση της ελιάς που αντιστέκεται, στο τρεμόσβημα της σκιάς που αντιστέκεται. Το ιερό κατοικεί στο ελάχιστο, στο ασήμαντο που κρύβει το άπειρο. Και εκεί συνειδητοποιώ ότι αυτό που αναζητώ δεν είναι άλλο από την αίσθηση μιας  ανθρωπιάς, της εύθραυστης φλόγας που μας συνδέει με τους άλλους.

Όταν ο χρόνος αφήνει τα ίχνη του στη σάρκα οι ρυτίδες μετατρέπονται σε χάρτες. Το δέρμα γίνεται πάπυρος και ψιθυρίζει άσβεστες μνήμες. Ένα πρόσωπο φέρει ακόμη τις αντανακλάσεις της παιδικής ηλικίας και τα χέρια μιλούν πιο καθαρά από τα μάτια: κρατούν την ιστορία της εργασίας, της φροντίδας, της προσευχής, της τρυφερότητας. Στο σκαλισμένο δέρμα του χεριού διαισθάνομαι τη ζωή ενός ανθρώπου χωρίς να χρειάζεται να πει λέξη. Καμιά κοινωνική μάσκα δεν αρκεί μπροστά στο χέρι· εκεί αποκαλύπτεται το αληθινό.

Κάθε πορτραίτο είναι διάλογος σιωπηλός. Δεν παίρνω μια φωτογραφία· μου παραχωρείται. Στο βλέμμα δεν αναζητώ την έκφραση αλλά την σιωπηλή αλήθεια, την ελάχιστη ρωγμή ενός αφουγκρασμού. Ο φωτογράφος δεν είναι κυνηγός, ούτε συλλέκτης αλλά συνοδοιπόρος. Και η φωτογραφία δεν είναι αρπαγή· είναι αναγνώριση.

Δεν αναζητώ την “τέλεια” εικόνα αλλά τη σύνδεση με το μυστήριο μιας ύπαρξης. Οι φωτογραφίες με συνοδεύουν σαν σύντροφοι διακριτικοί, δεν γεμίζουν το κενό αλλά σχηματίζουν τα περιγράμματά του. Δεν μιλώ για μια ομορφιά επιφανειακή, αλλά για την καθαρότητα που γεννιέται μέσα στη φθορά. Το ράγισμα ξεφεύγει, η λάμψη και η διάβρωση γίνεται διαύγεια. Στο φαινομενικά μάταιο κρύβεται μια υπαρξιακή ένταση που μας ξεπερνά.

Αυτό που μου μένει από μια εικόνα δεν είναι πάντοτε αυτό που έψαχνα εξαρχής αλλά εκείνο που μου ξέφυγε. Αυτό που αποκαλύπτεται χρόνια μετά, σαν μυστικό που περίμενε να φανερωθεί. Έχω ταξιδέψει σε τόπους μακρινούς για να συναντήσω μια αλήθεια στο βλέμμα των άλλων, αλλά τελικά χρειάστηκε μια ζωή για να καταλάβω πως την εσωτερική μου φωνή έψαχνα. Το πανωφόρι του Νόστου δεν το ξεφορτώνεσαι τόσο εύκολα. Οι εποχές μπορεί να αλλάζουν αλλά η ιδέα της επιστροφής παραμένει στον κάθε αναστεναγμό σου. Η ιδέα της φωτογραφίας ίσως να μου επέτρεψε πολλές φορές να μπορώ ακόμα να  επιστρέψω στο παιδί μέσα μου, αυτό που δεν κατάλαβε πως πέρασε ο χρόνος.

Οι ωραιότερες φωτογραφίες μου δεν φυλάχθηκαν ποτέ σε κάρτες μνήμης, της φαντάστηκα. Τις είδα στο βλέμμα ενός περαστικού, τις αντιλήφθηκα στο δευτερόλεπτο μιας τυχαίας συνάντησης. Και  με συντροφεύουν σαν μαρτυρία ότι κάποτε ήμουν παρών, ανάμεσα σε ανθρώπους ή μέσα στην απουσία, προσπαθώντας να συλλάβω τη μυστική μουσική του κόσμου.

Φωτογραφίζω για να αναπνέω αλλιώς, για να αντέξω τον χρόνο, για να δεχτώ χωρίς να κατακτώ. Δεν επιδιώκω να συσσωρεύω εικόνες, αλλά να μαθαίνω καθημερινά να αναγνωρίζω αυτό που με ξεπερνά. Η φωτογραφία είναι προσφορά, όχι ιδιοκτησία· ευγνωμοσύνη, όχι απόδειξη. Το στιγμιαίο που μου χαρίζεται δεν μου ανήκει· το παραδίδω όπως το έλαβα.

Συνεχίζω να περπατώ, να κοιτώ, να τείνω τον φακό όπως τείνει κανείς το χέρι. Αναζητώ μέσα στο χάος μια σπίθα, μια αντιστοιχία. Και αν επιμένω, δεν είναι για να αποθηκεύσω στιγμές, αλλά για να επιτρέψω στο φως να διασχίσει το σκοτάδι μας όσο κρατάει μια αναπνοή, να μας θυμίσει ότι δεν είμαστε μόνοι στο τραγικό πέρασμά μας αλλά φως και σκιά που συναντιούνται για μια αναπνοή, αέναα».