Αν πλάι στο όνομα του καλλιτέχνη Ευριπίδη Λασκαρίδη έπρεπε να κολλήσω έναν προσδιορισμό θα επέλεγα το τολμηρός. Ένας δημιουργός ανατρεπτικός που επενδύει στην ομάδα και τις πρόβες. Η παράσταση – περφόρμανς Relic, μια συμπαραγωγή της ομάδας του OSMOSIS και του Φεστιβάλ Αθηνών που ξεκίνησε το παγκόσμιο ταξίδι της το 2015, μέχρι σήμερα έχει ταξιδέψει σε 19 χώρες, 38 πόλεις και σε 40 διεθνή φεστιβάλ και έχει δημιουργήσει αίσθηση σε κοινό και κριτικούς. Τώρα 10 χρόνια μετά, στις 24 Σεπτεμβρίου εγκαινιάζει τη σεζόν 2025-26 του Πτι Παλαί.

Relic αν κοιτάξουμε στο λεξικό σημαίνει λείψανο, απομεινάρι ή ενθύμιο, ένα κατάλειπο από το παρελθόν, ένα απολίθωμα που ‘χει μείνει πίσω και φέρει μια ιστορική, συναισθηματική ή θρησκευτική αξία. Λέξη που προέρχεται από το λατινικό reliquiae και σημαίνει ό,τι έχει απομείνει. Με αφορμή την επαναφορά του Relic στο ελληνικό κοινό έκανα κάποιες ερωτήσεις στον Ευριπίδη Λασκαρίδη για την παράσταση και πόσο διαφορετικά «μιλάει» δέκα χρόνια μετά.

Ευριπίδη, τι σου έχει απομείνει από την εμπειρία δημιουργίας του Relic; Υπάρχει μια στιγμή από τις πρόβες που 10 χρόνια μετά θυμάσαι ακόμα;

Θυμάμαι έντονα τις πρώτες δοκιμές μας το 2013–14, με τον Άγγελο Μέντη να ράβει το κοστούμι επάνω μου και τα γέλια στις αξημέρωτες πρόβες, με την Τατιάνα Μπρε να μου δίνει πολύτιμο feedback στο μικρό στούντιο της Αγίας Θέκλας. Υπήρχε αβεβαιότητα, αλλά και ένα διαολεμένο κέφι για τρέλα. Με λίγους φίλους τότε —τον Κώστα Μηχόπουλο, τον Μίλτο Αθανασίου, τον Αλέξανδρο Μιστριώτη, την Ελίζα Αλεξανδροπούλου, την Ιωάννα Πλέσσα, τον Σίμο Πατερίδη και άλλους— στήναμε τον αρχικό πυρήνα της OSMOSIS, δημιουργώντας μια σκηνική γλώσσα από την αρχή. Αυτό το αίσθημα της συλλογικής ανακάλυψης, της δημιουργικής αναρχίας, το κουβαλάω ακόμη.

photo: Miltos Athanasiou

Η σκηνική γλώσσα του Relic κινείται ανάμεσα στο παράδοξο, το γκροτέσκο, το ποιητικό, το συγκινητικό. Δημιούργησες ένα δικό σου σύμπαν πες μου λίγα λόγια γι’ αυτό τον κόσμο που υπάρχει το Relic σου.

Αυτό το σύμπαν δεν γεννήθηκε από έτοιμη συνταγή, ούτε το έφτιαξα μόνος. Ήταν ένα κολάζ από ελιγμούς, μια αποφυγή όλων όσων δεν θέλαμε να βλέπουμε στο θέατρο. Ήξερα με βεβαιότητα ότι δεν ήθελα να περιοριστώ από κείμενα ή συμβατικούς κανόνες. Ήθελα η εικόνα, το κοστούμι, οι ήχοι και τα αυτοσχέδια φώτα να γίνουν η γλώσσα που μιλάμε. Αυτό το σκηνικό λεξιλόγιο μας έδωσε μετά και τους Τιτάνες, το Elenit και το Lapis Lazuli. Μέσα σε δέκα χρόνια ωρίμασε, πήρε σχήμα, μορφή, και καθιερώθηκε ως καλλιτεχνική υπογραφή της ομάδας διεθνώς. Ακόμη δεν το χωρά ο νους μου τι καταφέραμε από έναν σπόρο σαν το Relic.

Τοποθέτησες τον εαυτό σου στο κέντρο, μόνος σου να κινείσαι σε μια περφόρμανς μέσα σε ένα ξένο σώμα. Ήτανε ρίσκο αυτό;

Ήταν μονόδρομος. Έπρεπε να πάρω όλη την ευθύνη πάνω μου, να μην λογοδοτώ σε κανέναν και να μην ρίχνω το φταίξιμο αλλού αν κάτι δεν δούλευε. Απελευθερωτικό, γιατί το είχα ανάγκη, αλλά και τρομακτικό γιατί έγινε εκτός οποιουδήποτε πλαισίου! Ήταν όμως η μόνη μου ελπίδα να ξαναβρώ τον πυρήνα της χαράς που είχα νιώσει στην 6η Δημοτικού, όταν πρωτοανακάλυψα το θέατρο. Αυτό το στοίχημα ήταν εξ ορισμού μοναχικό.

photo: Miltos Athanasiou

Τελικά 10 χρόνια μετά τι έχεις να πεις γι’ αυτό το υβριδικό πλάσμα που βλέπουμε επί σκηνής; Αυτό το δημιούργημα του Άγγελου Μέντη που του έδωσες ζωή με την πνοή σου.

Το κοστούμι του Άγγελου είναι ένα μικρό θαύμα. Από τότε και μέχρι σήμερα παραμένει ένας ζωντανός οργανισμός, ένα δεύτερο δέρμα που ταξιδεύει μαζί μου. Έχει αφήσει θεατές άφωνους σε πέντε ηπείρους, έχει αντέξει πρόβες και παραστάσεις αμέτρητες, κι όμως εξακολουθεί να ζει επάνω στη σκηνή. Ο Άγγελος έχει το σπάνιο ένστικτο να δημιουργεί κάτι που δεν είναι απλώς ρούχο, αλλά προέκταση του ίδιου του έργου. Στην περίπτωση του Relic έδωσε τον τόνο και τη μορφή του χαρακτήρα. Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη για τη συνεργασία μας όλα αυτά τα χρόνια· είναι καλλιτέχνης καθολικός και αυτόφωτος, και στάθηκα τυχερός που άφησε απλόχερα λίγη από τη λάμψη του να περάσει και στα έργα μου.

Υπάρχουν κάποιες αντιδράσεις του κοινού που σου έχουν μείνει πιο έντονα χαραγμένες από τις διεθνείς περιοδείες της παράστασης;

Έχω μια πρόσφατη αστεία ιστορία από το Relic στην Κίνα, τον περασμένο Ιούνιο. Το κοινό ήταν γεμάτο νέους και, επειδή τα social εκεί είναι σε άλλο επίπεδο, μόλις μπορούν να «καταγράψουν» —δηλαδή στην υπόκλιση— βγάζουν όλοι τα κινητά τους. Έτσι, με το που τελείωσε το έργο κι άναψαν τα φώτα, είδα ένα ολόκληρο θέατρο να με κοιτά μέσα από τηλέφωνα. Ένα auditorium γεμάτο φωτεινές φατσούλες, μες στην απόλυτη ησυχία κι εγώ να υποκλίνομαι αμήχανα μες τη σιωπή. Με το που βγήκα από τη σκηνή, ελευθερώθηκαν τα χέρια τους και ξεκίνησαν να χειροκροτούν – λέω «άντε, επιτέλους ξυπνήσανε». Αλλά με το που ξαναμπήκα, πάλι τα ίδια: όλοι στο rec και βούβα (γέλια)! Αυτό έγινε δυο-τρεις φορές, ώσπου το πήρα απόφαση ότι θα έμενα με το χειροκρότημα των παρασκηνίων.

photo: Andreas Simopoulos
photo: Miltos Athanasiou

Πόσο διαφορετικά μιλάει το Relic δέκα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση; Υπάρχουν αλλαγές που έχουν γίνει; Προσθέσεις αφαιρέσεις;

Δέκα χρόνια είναι μεγάλο διάστημα και σίγουρα το έργο αλλάζει, αλλά σε καμία περίπτωση ριζικά· αλλάζει οργανικά μαζί μου. Εγώ κάνω μικρές βελτιώσεις γιατί υπάρχει κι η τελειομανία που δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω, κι έτσι “ωριμάζει” κι αυτό όπως κι εγώ. Ο πυρήνας όμως είναι ο ίδιος· το χιούμορ και η ποίησή του —ελπίζω— μένουν όπως την πρώτη μέρα. Αυτός είναι κι ο λόγος που μπορώ να το επαναλαμβάνω τόσα χρόνια χωρίς να το βαριέμαι. Εκείνο που έχει αλλάξει περισσότερο είναι η ματιά του κοινού. Το 2015 φαινόταν ίσως πιο αδιανόητο, πιο ριζοσπαστικό. Τώρα το κοινό είναι πιο εξοικειωμένο, πιο ανάμεικτο, πιο δεκτικό στο διαφορετικό — ευτυχώς.

Πιστεύεις ότι η η σχέση του έργου και του χώρου είναι καθοριστική για την πρόσληψη μιας παράστασης; Πώς το διαχειρίστηκες αυτό σε κάθε περιοδεία και τώρα στο Πτι Παλαί;

Κάθε χώρος είναι σαν νέο κέλυφος για το Relic. Από το ιστορικό Public Theatre της Νέας Υόρκης μέχρι το Palais de Tokyo στο Παρίσι και το Barbican Pit στο Λονδίνο, προσαρμόζουμε το έργο στην αρχιτεκτονική του κτηρίου και έτσι αυτό ξαναγεννιέται. Στην Αθήνα το έχουμε παρουσιάσει στην Πειραιώς 260, στο BIOS, στις Ροές και τη Στέγη. Τώρα κλείνουμε τον κύκλο του στο ιστορικό σινεμά Πτι Παλαί, στο Παγκράτι – που ευτυχώς δεν έγινε σούπερ μάρκετ και λειτουργεί από πέρυσι ως ένα πανέμορφο θέατρο. Εκεί όπου κάποτε ήταν τεντωμένη η παλιά οθόνη, θα σταθεί το Relic κι αυτό με κάνει να σκέφτομαι για πρώτη φορά το έργο λίγο κινηματογραφικά. Κάθε χώρος κουβαλά τη δική του μνήμη και το έργο διαλέγεται μαζί του, άλλοτε με αμηχανία κι άλλοτε με ευφορία.

Το Relic τι προσπαθεί να μεταφέρει στο κοινό και τι κατάφερε πιστεύεις να πει στο κοινό μέσα από το σώμα, την κίνησή του;

Θέλω να ανοίγω έναν χώρο όπου ο καθένας βρίσκει το δικό του νόημα. Μιλάμε για την ανθρώπινη κατάσταση, για την ευαλωτότητα, για τη μοναξιά, για την αγάπη, για τον φόβο. Δεν υπάρχει κάποιο μήνυμα. Δεν θέλω να πω στο κοινό «αυτό πρέπει να νιώσεις». Πρόκειται για μια επιθυμία να αφήσω χώρο στον θεατή να προβάλει το δικό του βίωμα πάνω στο έργο. Αν μπορέσει να συνδεθεί με κάτι παραμικρό, τότε χαίρομαι πολύ.

photo: Evi Fylaktou

Σε ελκύει γενικά η σωματικότητα, η μάσκα, η μεταμόρφωση ή προέκυψε αυτή η αισθητική βάση της ιδέας του Relic;

Από μικρός με γοήτευε η μεταμφίεση! Λάτρευα τις Απόκριες και κάθε ευκαιρία να ντυθώ καραγκιόζης. Δεν μου άρεσαν οι μάσκες και οι κλόουν, αλλά τρελαινόμουν για τις περούκες. Από τα πρώτα κιόλας χρόνια μου στο Θέατρο Τέχνης ήξερα πως ο βασικός μου άξονας είναι η σωματικότητα. Καθώς ανακάλυπτα και εξέλιξα τη δική μου καλλιτεχνική φωνή, κατάλαβα ότι όσα κάνω έχουν βαθιές ρίζες στο λαϊκό θέαμα — το burlesque, το τσίρκο, τα drag shows. Βρέθηκα μάλιστα να θεωρούμαι «χορογράφος», κάτι που τότε με είχε ξαφνιάσει αλλά τελικά αυτό ήταν δώρο. Η αταξινόμητη τέχνη μου βρήκε καταφύγιο στον χώρο του χορού, που είναι πολύ ανοιχτός, δεκτικός και δεν έχει σύνορα.

Ποιο θα ήθελες να είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει στον θεατή το Relic;

Δεν σκέφτομαι έτσι αλλά αν πρέπει κάτι να πούμε ας πούμε αυτό: «Πώς μεταμορφώνεται ο πόνος σε παιχνίδι και το παιχνίδι σε ποίηση;».

Αν έπρεπε να σε βάλω στη διαδικασία να κρίνεις την καλλιτεχνική σου εξέλιξη από τότε που πρωτοξεκίνησες ίσαμε τώρα τι συμπέρασμα θα έβγαζες και ποια στιγμή θα κράταγες ως μάθημα ζωής;

Ήταν δέκα χρόνια συνεχούς ανηφόρας — και με την έννοια της εξέλιξης αλλά και της κούρασης. Χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω με τη δουλειά μου, να γνωρίσω ανθρώπους που αλλιώς δεν θα συναντούσα και να κάνω συνεργασίες που δεν θα προέκυπταν διαφορετικά. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν γίνεται χωρίς θυσίες, ειδικά στην ένταση που τα ζήσαμε την τελευταία δεκαετία. Γι’ αυτό τώρα είναι μια καλή στιγμή για ενδοσκόπηση και αναστοχασμό — για να κάνω τον δικό μου απολογισμό.

photo: Julian Mommert

Το Relic περιέχει κομμάτια σου ως Ευριπίδης Λασκαρίδης ή κατόρθωσες ν’ αποστασιοποιηθείς από τον ήρωα που ανεβαίνει πάνω στη σκηνή;

Όταν ερμηνεύω έναν χαρακτήρα αυτό που ξέρω είναι ο ψυχισμός του. Κι εκεί μοιραία κάτι αναγνωρίζει το δικό μου είναι στο δικό του, και τούμπαλιν. Υπάρχει μια ανατροφοδότηση που δεν αφορά μόνο εμένα προσωπικά, αλλά και τις μνήμες, την ιστορικότητά μου, το περιβάλλον από το οποίο προερχόμαστε κι εγώ και ο ήρωας. Δεν είναι τόσο απλό. Μπορεί να έχει κάτι από τους φίλους μου, από τους γονείς μου, την αδελφή μου, ή από έναν άνθρωπο που συνάντησα για μια στιγμή στη ζωή μου. Είμαστε «πολλοί άνθρωποι» μέσα μας, και η τέχνη δυνητικά μπορεί να απελευθερώσει κάποιους από αυτούς τους εαυτούς. Οπότε ναι, το Relic είναι και κομμάτι δικό μου, αλλά είναι και κάτι παραπάνω.

Μετά το Relic και την επιστροφή του στο Πτι Παλαί τι καλό ετοιμάζεις για το μέλλον;

Νιώθω ότι χρειάζεται μια παύση. Έχουμε μπροστά μας ακόμη παραστάσεις και workshops σε Ευρώπη και Ασία μέχρι να κλείσει το ’25, αλλά το 2026 θέλω να αφήσω χώρο για μια ανάσα. Να μην βιαστώ να γεμίσω το κενό, αλλά να επιτρέψω λίγη ησυχία. Για να δούμε αν θα τα καταφέρω.

Μ’ αρέσει να κλείνω τις συνεντεύξεις με μια ευχή. Ποια ευχή πιστεύεις θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Relic οικουμενικό για την ελληνική πραγματικότητά μας;

Ας πούμε μια ευχή για μια οικουμενική πραγματικότητα καλύτερα. Εύχομαι στον κόσμο των γελοίων ηγετών, ο άνθρωπος να μπορεί να σταθεί απέναντι στον τρόμο με γέλιο και με βλέμμα που δεν σκύβει.

Info παράστασης:

RELIC του Ευριπίδη Λασκαρίδη | 24-28 Σεπτεμβρίου | Πτι Παλαί