Η παράσταση θεάτρου/αρχαιολογίας «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης», σε σκηνοθεσία Ευθύμη Θέου από το Εθνικό Θέατρο, όλο το καλοκαίρι ταξίδεψε στα αρχαία θέατρα της Ελλάδας, σε αυτά της Μήλου, της Ερέτριας, της Θάσου, της Μυτιλήνης, της Λήμνου, της Καρθαίας (Κέα), των Τραχώνων (Άλιμος), στο αμφιθέατρο της Μαρασλείου Σχολής του Άγιου Ευστράτιου, της Ζέας (Πειραιάς), καθώς και στις 9 Σεπτεμβρίου παρουσιάζεται στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Ολοκληρώνοντας τη διαδρομή τους αυτή τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» θα παρουσιαστούν σε έναν ακόμη – κατ’ εξαίρεση μη αρχαιολογικό – χώρο, το Σχολείον της Αθήνας «Ειρήνη Παπά», στις 14 Σεπτεμβρίου.
Οι πέντε ερμηνευτές/αρχαιολόγοι, εφοδιασμένοι με σκαλιδάκια, πινελάκια, κόσκινα και τριγωνάκια, σκάβουν κάτω από τον ήλιο, ακολουθώντας τη σχεδόν τελετουργική διαδικασία μιας αρχαιολογικής ανασκαφής, όπως αυτή εξελίσσεται κατά τη διάρκεια μιας ημέρας. Και μέσα από τα σκάμματά τους ξεπηδούν στιγμιότυπα αρχαίων παραστάσεων και λεπτομέρειες της καθημερινής ζωής των θεάτρων. Στη σκηνή στήνεται μια παράδοξη, υπαρξιακή ανασκαφή που τα ευρήματά της δεν είναι, αυτή τη φορά, αγγεία ή αρχιτεκτονήματα, αλλά θεατρικοί στίχοι, λόγια αρχαίων ηθοποιών, σπασμένα σε μικρά κομμάτια. Το 2022 ανακαλύφθηκε στη Φιλαδέλφεια της Αιγύπτου ένας πάπυρος με αποσπάσματα από τα χαμένα έργα «Πολύιδος» και «Ινώ» του Ευριπίδη. Με αφορμή αυτό το εύρημα, η παράσταση «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» καταδύεται στο τμηματικά σωζόμενο έργο του Αθηναίου τραγικού, παρουσιάζοντας, στην ορχήστρα αρχαίων θεάτρων της Αττικής, καθώς και νησιών του Αιγαίου, μια αφηγηματική και μουσική σύνθεση, στα όρια του θεάτρου και της αρχαιολογίας.
Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και αρχαιολόγος Ευθύμης Θέου, με 15ετή εργασία πάνω στη σύζευξη του θεάτρου και της αρχαιολογίας μιλάει στο ελc για τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» και το ταξίδι τους στην Ελλάδα:
Τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης», πώς ένιωσες και είδες την ανταπόκρισή τους στο κοινό και στις τοποθεσίες που μέχρι στιγμής έχουν πραγματοποιηθεί, όπως στα αρχαία θέατρα της Μήλου, της Ερέτριας, της Θάσου, της Μυτιλήνης, της Λήμνου, της Καρθαίας (Κέα), των Τραχώνων (Άλιμος) και στο αμφιθέατρο της Μαρασλείου Σχολής του Άγιου Ευστράτιου:
Κάθε τόπος ήταν πραγματικά για εμάς μια διαφορετική εμπειρία, αλλά νομίζω κοινός παρονομαστής ήταν η χαρά του κόσμου που το Εθνικό Θέατρο άνοιγε τη δραστηριότητά του στον τόπο τους και που τα αρχαία αυτά θέατρα –σχεδόν όλα έξω από το δίκτυο των περιοδειών του καλοκαιριού– ενεργοποιούνταν. Το ακούγαμε στις κουβέντες μαζί τους, αλλά είναι κάτι που το ένιωθες και την ώρα της παράστασης, ένα «άνοιγμα» για αυτό που φέρνεις πάνω στη σκηνή. Όλες οι παραστάσεις, θέλω να πιστεύω, ότι έχουν κάτι από αυτό, καθώς πρώτα από όλα απευθύνονται στις τοπικές κοινότητες των περιοχών.

Η παράσταση θεάτρου/αρχαιολογίας «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» πώς παρατηρείς να μεταμορφώνεται και να προσαρμόζεται στα αρχαία θέατρα, ως site-specific θέατρο και γενικότερα από την πολυετή εμπειρία σου στη σύζευξη θεάτρου και αρχαιολογίας, σε σχέση και με τον εκάστοτε αρχαιολογικό τόπο.
Η παράστασή μας χτίστηκε για να παιχτεί στα συγκεκριμένα αρχαία θέατρα της περιοδείας. Είναι μπολιασμένη με αναφορές στους συγκεκριμένους αρχαιολογικούς χώρους και στα υλικά κατάλοιπά τους, αλλά και στην περασμένη θεατρική τους πραγματικότητα, έτσι όπως έχει διασωθεί από τη γραμματεία. Στην ουσία, το έργο «λειτούργησε» για πρώτη φορά μόνο όταν βγήκαμε από τον χώρο των προβών και ταξιδέψαμε για την πρεμιέρα στη Μήλο. Κάτι που το ξέρω καλά από παλιότερες παραστάσεις σε αρχαιολογικούς χώρους είναι πόσο δυνατή σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι η εμπειρία της φύσης. Σχεδόν ως ενεργός συμπαίκτης πάνω στη σκηνή: με τον ήλιο να δύει πίσω μας την ώρα που τραγουδάμε για αυτόν σε ένα χορικό από τον «Φαέθοντα» ή τη θάλασσα, σε πολλά από τα νησιά, στο βάθος, ως φόντο σε μια σκηνή που το πλοίο του Θησέα καταφτάνει στην Κρήτη.
Πώς σου ήρθε στο μυαλό να κάνεις αυτή τη σύζευξη θεάτρου & αρχαιολογίας; Μοιράσου μαζί μας το σκεπτικό και τη σημασία του.
Η σύζευξη αυτή, πάνω στην οποία δουλεύω περίπου από το 2010, εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση τις τελευταίες δεκαετίες για τη σύμπραξη της αρχαιολογίας με τις σύγχρονες τέχνες. Στοχεύει, ανάμεσα σε άλλα, σε μια πιο άμεση και ενεργή επικοινωνία της αρχαιολογίας με το κοινό της –με πρώτες τις τοπικές κοινότητες των εκάστοτε ανασκαφών–, αλλά και σε μια πιο σύνθετη, πολύ-αισθητηριακή και ενσώματη ανάγνωση του αρχαιολογικού υλικού. Η δική μας η δουλειά ουσιαστικά πειραματίζεται πάνω στο πώς μπορούν αρχαιολογικά εργαλεία (όπως η ανασκαφή, η μελέτη των ευρημάτων, κ.λ.π.) να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ενός θεατρικού έργου, και πώς μπορούν θεατρικές μέθοδοι να φωτίσουν με διαφορετικό τρόπο το αρχαιολογικό υλικό.


Το έργο «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» γίνεται με αφορμή ένα τεράστιας σημασίας εύρημα του 2022. Πώς αποφάσισες να διαχειριστείς αυτόν τον «θησαυρό», να τον εντάξεις δραματουργικά σε παράσταση και ποιες οι τυχόν προκλήσεις;
Θέλοντας να φωτίσουμε τα αρχαία θέατρα στα οποία θα παρουσιαζόταν το έργο ως χώρος καθημερινής ζωής και δράσης ηθοποιών, μουσικών και άλλων καλλιτεχνών, και φυσικά θεατών, ψάχναμε να βρούμε ένα υλικό το οποίο θα αγγίζει αυτές τους τις πτυχές. Επιλέξαμε έτσι τα θραύσματα των παπύρων που έχουν βρεθεί στην Αίγυπτο και που σώζουν από μια λέξη ως έναν στίχο ή μια σκηνή από χαμένα σήμερα έργα. Είδαμε αυτά τα ευρήματα ως υλικά και απτά κατάλοιπα της θεατρικής πραγματικότητας του καιρού τους – για κάποιους από τους παπύρους υπάρχει, άλλωστε, η ερμηνεία ότι ήταν κείμενα ηθοποιών από τη διαδικασία των προβών. Επικεντρωθήκαμε μάλιστα στο σχετικά πρόσφατα εύρημα που αναφέρετε: έναν πάπυρο που βρέθηκε στον τάφο ενός παιδιού στη Φιλαδέλφεια της Αιγύπτου και που σώζει εκτενή αποσπάσματα από δυο χαμένα έργα του Ευριπίδη.
Εσύ που γνωρίζεις πλέον και μελετήσει χαμένα έργα του Ευριπίδη, ποια τα σημαντικά σημεία που ξεχωρίζεις σε σχέση με τα υπόλοιπα κείμενα του Ευριπίδη ή τυχόν συμπληρωματικά στοιχεία που παρατήρησες;
Νομίζω αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση είναι η ακρότητα κάποιων από αυτά, που, σκέφτομαι, ότι ίσως ήταν και ένας από τους λόγους που δεν σώθηκαν. Στην παράσταση δίνουμε έμφαση στα έργα του λεγόμενου κρητικού κύκλου. Για παράδειγμα, στον «Πολύιδο» –που μεγάλο του μέρος βρέθηκε στον πάπυρο που αναφέραμε– ένας μάντης ανασταίνει τον γιο του βασιλιά Μίνωα, μετά από έναν υπέροχο διάλογο μαζί του για την αξία του θανάτου στον άνθρωπο. Στους «Κρητικούς» η γυναίκα του Μίνωα, η Πασιφάη, διεκδικεί επί σκηνής την επιλογή της να πάει με έναν ταύρο. Δύσκολα μπορώ να σκεφτώ στιγμές τέτοιας ακρότητας σε άλλα έργα.


Μοιράσου μαζί μας την πιο προσωπική εμπειρία από τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» και από την πλευρά του ερμηνευτή τους. Μια στιγμή τους που κρατάς από τη μέχρι τώρα παρουσίασή τους.
Στην Τζια, από όπου γυρίσαμε πριν λίγες μέρες, η παράσταση έγινε στην Αρχαία Καρθαία, σε μια περιοχή αρκετά δυσπρόσιτη. Ήταν πολύ όμορφο να βλέπεις τον κόσμο να καταφτάνει με τα πόδια από μονοπάτια μέσα απ’ το βουνό ή με σκάφη που είχαν οργανωθεί από τον Δήμο˙ και μετά, την ώρα της παράστασης, να είμαστε σε ένα θέατρο που ανασκάφηκε και αναστηλώθηκε σχετικά πρόσφατα, με τους αρχαιολόγους που το ανέσκαψαν και τα καθίσματα γεμάτα κόσμο˙ και στο τέλος να περιμένουμε όλοι μαζί στην αμμουδιά τα σκάφη να μας γυρίσουν πίσω. Είναι στιγμές σπάνιες αυτές.
Τελικά τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» τι πιστεύεις ότι ξεχωριστό ή ιδανικό μπορούν να φέρουν ως εμπειρία για το κοινό;
Θέλω να πιστεύω ότι με την παράσταση μεταφέρουμε στο κοινό κάτι από την καθημερινότητα των αρχαίων θεάτρων: ως χώρους ζωής, όπου κάποτε «συνάδελφοί» μας κάνανε πρόβες, ζέσταιναν τη φωνή τους, περίμεναν τον κόσμο… Επίσης, βουτώντας στα θραύσματα των χαμένων έργων που συνεχίζουν να ανακαλύπτονται, φανερώνουμε πόσο δυναμικό είναι το υλικό της αρχαία δραματουργίας, και πόσο γοητευτική η διαδικασία της ερμηνείας του – αλλά και μιας υποκριτικής που χτίζεται στα κενά που υπάρχουν, συχνά, σ’ αυτούς τους παπύρους.


