Με ήθος, ευγένεια και αυτοσαρκασμό, ο Δημήτρης Πιατάς έχει πάντα όρεξη για να συνομιλήσει ανοιχτά και να μοιραστεί γνώσεις εμπειρίες και σκέψεις. Τον έχουμε απολαύσει στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Φέτος έπαιξε τον Πηλέα στην Ανδρομάχη στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, θα παίξει και τον Στάλιν στην παράσταση «Ο Τύραννος και η κόρη» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και γενικά ο Δημήτρης Πιατάς θα παίζει, θα υποκρίνεται και θα μας ψυχαγωγεί όπως γνωρίζει πολύ καλά. Απόφοιτος του Εθνικού Θεάτρου, ιδρυτικό μέλος του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου με μια συνεχή θεατρική παρουσία για 50 χρόνια που σημαίνει μεγάλη σκηνική εμπειρία, συνομίλησα μαζί του με αφορμή τη συμμετοχή του στην παράσταση «Ο Πουπουλένιος» του Μάρτιν ΜακΝτόνα σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη που παίζεται για δεύτερη χρονιά στο Σύγχρονο Θέατρο και φυσικά δεν σταθήκαμε μόνο σε αυτήν.
Ο Πουπουλένιος του Μάρτιν ΜακΝτόνα είναι ένα έργο σκληρό και βαθιά πολιτικό.
Βαθιά. Δεν μπορείς να φανταστείς και ξέρεις κάτι; Έχω πρωτοπαίξει ΜακΝτόνα τον Υπολοχαγό του Ίνισμορ, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου το 2003 στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. Το είχε πρωτοφέρει και έκανε μεγάλη αίσθηση. Άρεσε πάρα πολύ. Η αναφορά ήταν στην ιστορία με την τρομοκρατία και τη δημοκρατία και ήταν έργο επίσης στην κόψη του ξυραφιού, όπως και ο Πουπουλένιος. Είχε τόση βία και ποίηση μαζί. Έλεγα…πώς είναι δυνατόν;

Επειδή έχεις δουλέψει ξανά έργο του να υποθέσω ήθελες να παίξεις στον Πουπουλένιο;
Πάρα πολύ και δεν ήταν και εύκολο, γιατί ήμουν ήδη δεσμευμένος για πέντε παραστάσεις που θα κάνω στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον Νοέμβριο, που έχω πει έναν χρόνο πριν ναι γι’ αυτή τη δουλειά. Γιατί ο Χριστόφορος Χριστοφής, σκηνοθέτης, ποιητής και συγγραφέας, έγραψε ένα έργο για τον Στάλιν και την κόρη του, τη Σβετλάνα, με μουσική Σοστακόβιτς και θα ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής. Μου πρότεινε να κάνω το Στάλιν πριν από έναν χρόνο και είπα Ναι. Κάνω πρόβες τώρα, και τον Πουπουλένιο που ήδη έκανε πρεμιέρα πλέον. Μερικά πράγματα μπορεί να γίνονται και παράλληλα και να είναι αντίθετα. Αλλά πρέπει να ξέρεις ότι εμένα μου αρέσουν αυτού του είδους οι ακροβασίες.
Πώς πήγε η πρεμιέρα;
Άρεσε πάρα πολύ. Πάρα πολύ.
Εσένα σου άρεσε;
Ναι, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ το έργο και είναι πολύ καλή η ομάδα που παίζω. Πέρασα πολύ καλά και νομίζω ότι θα πάει πολύ καλά η παράσταση.
Φέτος εσύ παίζεις τον ρόλο που έπαιζε άλλος πέρσι, πώς εντάχθηκες σε μια ομάδα και μια παράσταση ήδη δουλεμένη;
Είναι προς τιμή του σκηνοθέτη Νικορέστη Χανιωτάκη που με την παρουσία μου ξανά έστησε το έργο με άξονα βέβαια την ήδη υπάρχουσα σκηνοθεσία. Αυτοί που είδαν την προηγούμενη παράσταση μου είπαν ότι έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτό το ανέβασμα, αυτή η δεύτερη ανάγνωση. Είναι λογικό όμως, γιατί εγώ φέρω την ιδιαιτερότητά μου, την προσωπικότητά μου.
Ο καθένας φέρει έναν άλλο ρόλο ουσιαστικά.
Και επειδή θεωρώ ότι έχω τη γνώση για τον ΜακΝτόνα που πριν από 20 χρόνια με τον Υπολοχαγό του Ίνισμορ, ήξερα πολύ καλά τις ακροβασίες του, ήξερα ότι ο ΜακΝτόνα παίζει αλήθεια ή ψέματα, παράλληλα. Δραματικός, κωμικός, το ίδιο τρυφερός και εγκληματίας παράλληλα. Έχει αυτή την ιδιαιτερότητα που τον χαρακτηρίζει κι έγιναν μεγάλη επιτυχία στο παγκόσμιο θέατρο τα έργα του γι’ αυτή την ιδιαιτερότητα του να καταφέρνει τη σκληρότητα να την κάνει ποίηση. Αυτό το βρίσκω πάρα πολύ σημαντικό γιατί η αναφορά του έργου είναι για παιδοκτονίες, παιδοφιλίες, βία εναντίον των παιδιών, εξού και ο τίτλος Πουπουλένιος που παραπέμπει σε παραμύθι.

Ο Μάρτιν ΜακΝτόνα τοποθετεί τους ήρωές του σε ένα απολυταρχικό καθεστώς.
Είμαστε σε ένα περίεργο καθεστώς ολοκληρωτικής δικτατορίας. Με δύο αστυνομικούς. Τον ένα τον υποδύομαι εγώ, τον άλλον ο Γεράσιμος Σκαφίδας, οι οποίοι ανακρίνουν ένα συγγραφέα που υποδύεται ο Νίκος Πουρσανίδης, ο οποίος έγραφε διηγήματα – παραμύθια με παιδοκτονίες. Όμως αυτές οι παιδοκτονίες ως αίφνης γινόντουσαν πράξη, οπότε αυτομάτως θεωρήθηκε από το καθεστώς ότι αυτός έκανε πράξη τα παραμύθια του. Πολύ ωραία ιδέα, παράλληλα όμως υπάρχει η σχέση του με τον αδελφό του, ο οποίος είναι «καθυστερημένος» και με τον οποίον έχει μια σχέση φοβερή μεταξύ τους. Τον αδελφό του υποδύεται ο Αργύρης ο Αγγέλου.
Εσύ κάνεις τον καλό ή τον κακό «μπάτσο»;
Τον καλό «μπάτσο», τον κακό τον κάνει ο Σκαφίδας. Και ξέρεις, όταν παίζεις τον καλό είναι πολύ σκληρό, είσαι πολύ πιο σκληρός και πολύ πιο επικίνδυνος. Στην πραγματικότητα είναι μια ανάκριση όλο το έργο, το οποίο έχει πάρα πολύ χιούμορ, γελάς και παράλληλα σε παγώνει η φοβερή σκληράδα. Γιατί διηγούμαι τα παραμύθια του, τα οποία ευφυώς ο Νικορέστης Χανιωτάκης σκηνοθετικά τα παρουσιάζει σε μια οθόνη πίσω, ως ένα ιδιότυπο θέατρο σκιών. Η αναπαράσταση δηλαδή γίνεται από πίσω, την ίδια ώρα που δηλώνονται αυτά τα παραμύθια. Και αποκτάει, αν θέλεις και για τον θεατή ένα διπλό ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς ένας λόγος που διηγούμαστε τις αυτοκτονίες, αλλά εικονοποιούνται.
Τον ρόλο εσύ πώς τον προσέγγισες, ποια εργασία έκανες εσύ γι’ αυτό;
Θα σου πω, είμαι 50 χρόνια στο θέατρο κι έχω παίξει όλα τα είδη θεάτρου και το κυριότερο από όλα έχω παίξει Μπέκετ. Ο ΜακΝτόνα δηλώνει εκτός του ότι είναι θαυμαστής του Ταραντίνο, είναι θαυμαστής του Μπέκετ και ο ρόλος είναι μπεκετικός. Δηλαδή, είναι ένα πρόσωπο το οποίο το δράμα, τη σκληράδα και την τρυφεράδα τη φέρει σαν να είναι ένας διακόπτης, ένας διακόπτης που ξαφνικά είναι γλυκός και γυρίζει ο διακόπτης κι είναι πάρα πολύ κακός. Αυτό το φέρει ο Μπέκετ στα έργα του. Η επαφή μου με τα έργα του Μπέκετ, μου έδωσε όμως την πολυτέλεια και τη δυνατότητα να μπορώ να διαχειρίζομαι αυτό που λέω διακόπτη, δηλαδή το σκληρό και το γλυκό παράλληλα ή απότομα ως διακόπτη, χωρίς να υπάρχει αυτή η εξέλιξη που δραματουργικά και όπως πολύ σωστά διδασκόμαστε στις δραματικές σχολές, τη γνωστή ιστορία του Στανισλάφσκι στη διδασκαλία ότι το κακό ή το καλό έχει μία κλιμάκωση για να φτάσει εκεί. Ο ΜακΝτόνα όμως κάνει σύγχρονο θέατρο, σημερινό θέατρο που είναι ακραίο τελείως. Έχει πολύ ενδιαφέρον και η παράσταση. Θεωρώ όμως ότι είμαι σε μονοπάτια υποκριτικά, τα οποία με κάποιο τρόπο τα ελέγχω, τα ξέρω ας πούμε.
Αυτό το έργο σοκάρει το κοινό ε;
Το κοινό καταρχάς παρακολουθεί την παράσταση, δεν παίρνει αναπνοή και όταν τελειώσει είναι λυτρωτικό το χειροκρότημά του. Είναι πάρα πολύ ζεστό το χειροκρότημά του, γιατί το καταλαβαίνει ότι παίζουμε με έναν ρεαλισμό αλλά και με την εξυπνάδα ενός θέματος που περιέργως πώς το κοινό πια ανοίγοντας την τηλεόρασή του είναι το κυρίαρχο θέμα των ειδήσεων. Η βία, τα εγκλήματα, οι ακρότητες, οι ωμότητες… δυστυχώς είναι μια θεματολογία, η οποία δημοσιογραφικά επειδή «πουλάει» την προβάλλουν και παραπάνω από ότι έπρεπε ίσως. Αλλά ο θεατής γνωρίζει απόλυτα το τι είναι. Εννοείται ότι δεν επιτρέπεται να μπουν παιδιά.

Μιας που ανέφερες την τηλεόραση πιστεύεις ότι η βία γεννιέται από την κοινωνία ή την έχουμε μέσα μας ο καθένας;
Κοίτα, ο άνθρωπος έχει αυτή την πολυτέλεια να είναι μικρός, μέγας. Έχει την πολυτέλεια τα ένστικτα του ως «ζώο» που είναι, να φέρει και κάποιες ιδιότητες, οι οποίες δεν είναι άξιες του είδους μας, του πολιτισμού μας. Αλλά θεωρώ ότι η υπερπροβολή αυτών είναι τεράστια ευθύνη. Με κάποιον τρόπο η ειδησεογραφία και η προβολή διαμορφώνει και εκπαιδεύει μιμητές. Το ανησυχητικό είναι το τι γίνεται πια σε ανήλικους. Αυτό είναι εξαιρετικά επικίνδυνο και έχει σχέση όχι μόνο με την ανατροφή των γονιών αλλά και με την προβολή του παιδικού αναγνώσματος που μόνο παιδικό δεν είναι.
Ο Πουπουλένιος θέτει ένα ερώτημα για την ευθύνη του καλλιτέχνη, εν προκειμένω του συγγραφέα. Εσύ τώρα που είσαι τόσα χρόνια ηθοποιός, τι ευθύνη νιώθεις ότι έχεις απέναντι στην κοινωνία;
Καταρχάς θέλω να σου πω την αισθάνομαι την ευθύνη. Όχι όμως ως ηθοποιός. Δηλώνω την ευθύνη ως πολίτης. Πρέπει με κάθε τρόπο και η συμπεριφορά μας και τα πιστεύω μας, αν είναι αρνητικά, δεν αφορούν κανένα, τα κρατάμε εσωτερικά μέσα μας για την αυτοκτονία που πιθανώς έρχεται στο προσωπικό μας μέλλον. Αν όμως έχουμε άποψη θετική για τα πράγματα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να είμαστε διαμορφωτές πραγμάτων, πρέπει να τα προβάλλουμε. Εγώ δηλώνω ότι μετά από τόσα χρόνια -είμαι πια μεγάλος έχω περάσει τα 70 χρόνια και είμαι πενήντα χρόνια στο θέατρο- επιθυμώ να είμαι «επιθετικά» καλός, αυτό επιθυμώ.

Το έργο αυτό που γράφτηκε το 2003 είναι πολύ επίκαιρο και θα το τοποθετούσα στα διαχρονικά κείμενα.
Είναι επίκαιρο, είναι σαν να έχει γραφτεί τώρα. Ξέρεις ο ΜακΝτόνα πραγματικά ανήκει στη νέα γενιά συγγραφέων του ευρωπαϊκού θεάτρου και το αξίζει. Μολονότι έχει σταματήσει να γράφει θέατρο πια, ασχολείται με τον κινηματογράφο. Υποψιάζομαι ότι είναι ένας συγγραφέας και μια προσωπικότητα, η οποία είναι ιδιαίτερη, με εμμονές κτλ. Δεν τον ξέρω προσωπικά, απλώς δηλώνω ότι λυπάμαι πραγματικά που πλέον έχει σταματήσει να γράφει, όμως τα έργα του, αυτά που έχει γράψει είναι διαχρονικά. Είναι αλήθεια αυτό. Μην ξεχνάμε ότι ένας από τους μεγαλύτερους -θεωρώ ότι είναι πραγματικά από τους μεγαλύτερους- πεζογράφους μας και συγγραφείς της εποχής μας, ήταν ο Ταχτσής, ο οποίος στην πραγματικότητα όμως τον γνωρίζουμε για ένα έργο.
Το Τρίτο στεφάνι.
Δεν είμαι ειδικός επί του Ταχτσή φυσικά, αλλά είναι σαν να μην χρειαζόταν να γράψει άλλο έργο. Υπάρχει κι αυτό δηλαδή, ο ΜακΝτόνα πιθανώς δεν χρειάζεται να γράψει άλλο θέατρο. Μπορεί, γιατί όχι; Μάλιστα πρόλαβα και τον γνώρισα τον Ταχτσή. Ήταν μεταφραστής του Αμφιθεάτρου του Σπύρου Ευαγγελάτου στη Λυσιστράτη και ερχόταν σε όλες τις πρόβες. Εμείς ήμασταν νέα παιδιά, του αρέσαμε σαν νέα παιδιά και ήταν μια χαρισματική προσωπικότητα με πολύ χιούμορ και πολύ γέλιο. Έχω εικόνα του και βεβαίως θεωρώ ότι πράγματι το Τρίτο Στεφάνι είναι συγκλονιστικό κείμενο, σημαντικό για την Ελλάδα.
Εσύ εντωμεταξύ έχεις υπηρετήσει το θέατρο σε όλα τα είδη. Δεν έχεις αφήσει κάτι.
Δεν έχω αφήσει τίποτα.
Σε ποιο από όλα τα είδη περνάς εσύ καλά;
Στην κωμωδία βέβαια.
Γεννημένος κωμικός.
Ε, βέβαια και τα χρωστάω κι όλα στην κωμωδία. Γιατί η κωμωδία μου έδωσε δημοφιλία, μου έδωσε χρήματα, μου έδωσε την πολυτέλεια να μπορώ κάποια στιγμή να λέω όχι σε δουλειές.
Υπάρχει κάποιος ρόλος που επιθυμείς να παίξεις, αλλά δεν σου δόθηκε ακόμα η ευκαιρία;
Όχι, μετά από 50 χρόνια στο θέατρο δεν υπάρχει απωθημένο. Απλώς δίνω την πολυτέλεια στον σκηνοθέτη, στον οποιονδήποτε μπορεί να ονειρευτεί τον Πιατά για ένα ρόλο να με πάρει ένα τηλέφωνο και εγώ να πω συμφωνώ ή όχι. Έτσι γεννήθηκε ο Στάλιν στο «Ο Τύραννος και η κόρη». Βέβαια δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να φανταστώ ότι θα υποδυθώ μια τέτοια προσωπικότητα και να αρνηθώ πολύ περισσότερο, όταν η πρόταση έρχεται από τον Χριστόφορο Χριστοφή που αγαπώ και εκτιμώ πάρα πολύ. Και η παράσταση είναι στο Μέγαρο δεν είναι σε ένα υπόγειο αντεργκράουντ χώρο που μπορείς να πειραματιστείς χωρίς κόστος.

Αλήθεια τι συμβουλή θα έδινες στον μικρό Δημήτρη Πιατά, τότε που ξεκίνησε την καριέρα του;
Πίστεψέ με δεν πίστευα ποτέ ότι θα έκανα καριέρα. Θεωρούσα ότι όλα αυτά ήταν ένα παιχνίδι ή ένα όνειρο που την επόμενη στιγμή, επειδή ήταν όνειρο, θα ξύπναγα και η πραγματικότητα θα ήταν διαφορετική. Δεν μπορώ να δώσω καμία συμβουλή, γιατί δεν είχα την πολυτέλεια να πιστέψω ότι θα τελείωνα την καριέρα μου έτσι με τόσους ρόλους, με μια κάποια αποδοχή από κάποιους ανθρώπους που με πιστεύουν. Θεέ μου, αυτό ήταν μόνο όνειρο, όχι εφιάλτης. Ήταν όνειρο. Αλλά ως όνειρο κάποια στιγμή η πραγματικότητα θα ήταν ένα ξυπνητήρι που θα ξύπναγα και δεν θα υπήρχε τίποτα από όλα αυτά. Θεωρώ ότι ήταν ένα όνειρο ή ένα λάθος; Δεν ξέρω. (γελώντας)
Ήταν ένα όνειρο που ευτυχώς δεν έγινε εφιάλτης.
Όχι εφιάλτης δεν έγινε. Όχι, απλώς εξακολουθεί για εμένα να είναι ένα όνειρο. Δεν πήγαινα με τέτοιου είδους φιλοδοξίες, γιατί θεωρούσα ότι ήμουν αρκετά καλά προσγειωμένος, ότι δεν είχε μέλλον αυτή η ιστορία για μένα και άλλους τουλάχιστον πιο ψηλούς από μένα.
Έπαιζες όλο το καλοκαίρι Ευριπίδη στην Ανδρομάχη, έκανες πρόβες για τον Πουπουλένιο. Τώρα παίζεις στον Πουπουλένιο και κάνεις πρόβες για τον Στάλιν. Πώς το διαχειρίζεσαι όλο αυτό με ένα μυαλό χειμώνα – καλοκαίρι;
Δεν ξέρω. Θεωρώ ότι η μεγαλύτερη τιμωρία που θα μπορούσε να μου συμβεί μελλοντικά ιατρικά είναι να πάθω Αλτσχάιμερ. Η μεγαλύτερη τιμωρία ή ποινή αν θέλεις μελλοντική. Διότι αυτή τη στιγμή το πώς το διαχειρίζομαι δεν μπορώ να το σκεφτώ, γιατί αν το σκεφτώ θα τρελαθώ. Δεν το διαχειρίζομαι, δεν το σκέφτομαι …συμβαίνει. Συμβαίνει και το κάνω πράξη. Είναι απλό.
Κρατάς τον σκληρό δίσκο του μυαλού σου όσο πιο υγιή μπορείς.
Έτσι ακριβώς. Σε ένα φίλο μου νευροχειρουργό του λέω: Όταν τελειώσει η ζωή μου θα σου χαρίσω τον εγκέφαλό μου. Γιατί δηλαδή μόνο ο Αϊνστάιν; Κι εγώ θέλω να δεις πώς λειτουργεί αυτό το μυαλό μου. Εγώ δεν ξέρω.
Τι σε ξεκουράζει αυτές τις περιόδους που το μυαλό σου το υπερλειτουργείς;
Να κοιμάμαι μόνο.
Να κοιμάσαι και να βλέπεις όνειρα.
Ευτυχώς ξυπνάω και η πραγματικότητα είναι ότι έχω πάλι πρόβα.
Ωραίο αυτό πάντως να είσαι 70 χρονών και να είσαι υπερ-λειτουργικός και ωφέλιμος στην κοινωνία.
Χαίρομαι που το λες. Αν το σκεφτώ εγώ θα πρέπει να τρελαθώ, άρα δεν το σκέφτομαι, το κάνω πράξη.

