Με αφορμή την αναβίωση του Φάλσταφ του Τζουζέπε Βέρντι στην Εθνική Λυρική Σκηνή, συνάντησα τον σκηνογράφο και ενδυματολόγο Γιώργο Σουγλίδη. Έναν από τους σημαντικούς Έλληνες δημιουργούς του θεάτρου και της όπερας με διεθνή διαδρομή. Από τη Λευκωσία στο Λονδίνο και πια στη Γαλλία και στα μεγαλύτερα λυρικά θέατρα της Ευρώπης, ο Γιώργος Σουγλίδης κουβαλά μια πορεία δεκαετιών που συνδέει την ελληνική πολιτισμική μνήμη με τη διεθνή σκηνική γλώσσα.
Ο Φάλσταφ του 2023 επιστρέφει στη σκηνή της ΕΛΣ σε σκηνοθεσία Στήβεν Λάνγκριτζ και αναβίωση – σκηνοθεσίας από την Κατερίνα Πετσατώδη, μεταφέροντας το έργο στη δεκαετία του 1930 σε μια παμπ και ένα αφαιρετικό δάσος του Ουίνδσορ, όπου η κωμωδία του Βέρντι συναντά την ανθρώπινη γελοιότητα, τη σάτιρα και τη βαθιά τρυφερότητα. Ο Φάλσταφ είναι η τελευταία όπερα του Βέρντι και μία από τις πιο φωτεινές κωμωδίες του λυρικού ρεπερτορίου βασισμένη στο «Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ» του Σαιξπηρ. Ένας αντιήρωας ο Τζων Φάλσταφ γεμάτος αδυναμίες, υπερβολές και αυταπάτες, προσπαθεί να ξεγελάσει πλούσιες κυρίες και γίνεται καθρέφτης μιας κοινωνίας που γελά με τον εαυτό της. Μέσα από τα σκηνικά και τα κοστούμια του ο κόσμος αυτός αποκτά υλικότητα, χρώμα, μνήμη και βάθος. Φυσικά ο Γιώργος Σουγλίδης προσέθεσε τη δική του «εύθυμη» δημιουργική νότα, συνομιλώντας μαζί του έχεις απέναντι σου έναν καταξιωμένο δημιουργό που παραμένει παιδί και ζητά τα απλά. Ο «Φάλσταφ» του είναι μια πρόσκληση σε ένα κόσμο όπου όλα στη ζωή είναι μια πλάκα αρκεί να τη ζεις σε μια παμπ με καλή παρέα.
Μένεις από το 1974 στο εξωτερικό.
Έζησα τριάντα χρόνια στην Αγγλία, στο Λονδίνο, σπούδασα κι άρχισα να κάνω την καριέρα μου εκεί. Μετά σιγά σιγά αποφάσισα ότι δεν ήταν για μένα το Λονδίνο. Λίγο η βροχή, λίγο οι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα τον φίλο μου που είναι τώρα άντρας μου – ο οποίος είναι Ιρλανδός και αγοράσαμε ένα εξοχικό στη Γαλλία. Σιγά σιγά το εξοχικό αυτό έγινε κατοικία μας. Μέσα σε δύο χρόνια βασικά που πήραμε το σπίτι, αποφασίσαμε ότι δεν μας άρεσε να επιστρέψουμε στο Λονδίνο.

Δούλεψες πολύ στο εξωτερικό κι ερχόσουν Ελλάδα για guest εμφανίσεις. Συμμετείχες σε παραγωγές στην Επίδαυρο και στο Ηρώδειο, στο εξωτερικό είσαι ο “the greek”; Εννοώ έχεις μια δική σου γραμμή που λένε αυτός είναι Έλληνας ή προτιμάς το «πολίτης του κόσμου»;
Όχι. Κοίτα, στη δουλειά μου υπάρχει μια γραμμή που λέει ότι είμαι Έλληνας, περίπου λόγω του χρώματος που χρησιμοποιώ, της φύσης που χρησιμοποιώ και όλα αυτά που είναι λίγο διαφορετικά από π.χ. το γερμανικό θέατρο που είναι πολύ πιο αυστηρό με τα μαύρα του τα κοστούμια κτλ. Το δικό μου στυλ δεν είναι πάντα το ίδιο βέβαια, απλώς φαίνεται ότι είναι το δικό μου στυλ λόγω του χρώματος.
Παίζεις πιο πολύ με τα ζεστά μεσογειακά χρώματα, γαλάζιο;
Πολλές φορές εξαρτάται από το έργο που θα κάνεις, αλλά σε γενικές γραμμές φαίνεται ότι είναι η δική μου δουλειά. Και τώρα τελευταία δεν ξέρω γιατί, αλλά σχεδόν σε κάθε έργο μου τα τελευταία δέκα χρόνια, ίσως έχω δέντρα, γιατί η φύση με συναρπάζει και επειδή ζω και μέσα στη φύση σιγά σιγά έχει μπει μέσα στη δουλειά μου.
Και στο σκηνικό του Φάλσταφ;
Και αυτό έχει δέντρα αλλά είναι abstract.

Το βασικό σκηνικό είναι μια παμπ στο Windsor στη δεκαετία του 1930.
Ναι, σε μια παμπ, αλλά το αποκορύφωμα του έργου είναι η τελευταία σκηνή στο δάσος. Μέσα στο δάσος του Ουίνσδορ, όπου υπάρχει το θρυλικό δέντρο, το Herne’s Oak, που είναι και μέσα στον Σαίξπηρ, εκεί δίνετε το ραντεβού με τον Φάλσταφ. Τον δένουν πάνω στο δέντρο και αρχίζουν και τον βασανίζουν, όπου εκεί πλέον το δάσος είναι abstract. Η παμπ έχει μέσα πολύ ξύλο ως σκηνικό και έχει και κάποια δοκάρια, τα οποία στην τελευταία- προτελευταία σκηνή αρχίζουν και στραβώνουν και γίνονται το δάσος. Δεν θέλαμε ένα ρεαλιστικό δάσος, διότι το όλο σκηνικό είναι πολύ ρεαλιστικό. Για τα δεδομένα τα δικά μου είναι πιο ρεαλιστικό από ό,τι συνηθίζω.
Είναι η αναβίωση της παράστασης του 2023, την επισκέφθηκες ξανά ή είπες έφτιαξα κάτι πολύ καλό ας μην το πειράξω καθόλου;
Λόγω των διάφορων συγκυριών δεν μπορούσα να το ξανά επισκεφθώ. Διότι παράλληλα κάνω μια παράσταση στη Σουηδία, στο Γκέτεμποργκ, που έχει πρεμιέρα στις 8 Μαρτίου, οπότε δεν είχα τον χρόνο να αρχίσω να αλλάζω πράγματα. Τα πράγματα που έπρεπε να αλλάξω ήταν τα κοστούμια των πρωταγωνιστών, διότι έχει αλλάξει ο Φάλσταφ, από τον Δημήτρη Πλατανιά είναι ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος πλέον. Έχει αλλάξει ο Φορντ που ήταν ο Τάσης, και τώρα είναι ο Διονύσης Σούρμπης, οπότε έχουν αλλάξει 5 – 6 άτομα μέσα στο καστ, θέλοντας και μη, φτιάχνεις καινούρια κοστούμια. Οι ιδέες φυσικά όμως δεν άλλαξαν καθόλου γι’ αυτά τα κοστούμια, διότι πρέπει να παίξουν μέσα σε αυτό τον κόσμο που έχω ήδη δημιουργήσει μαζί με τον σκηνοθέτη.

Είχατε αποφασίσει εξαρχής ν’ ακολουθήσετε τη συνθήκη ότι αυτό θα πάει στη δεκαετία του 1930;
Ακριβώς και επειδή ο Στήβεν Λάνγκριτζ που είναι βέρος Άγγλος, το σκεφτόταν μέσα στην παμπ, ενώ είναι γραμμένο να είναι στο υπνοδωμάτιο του Φάλσταφ η πρώτη σκηνή, εμείς την βάλαμε μέσα στην παμπ για να δείξουμε και τον κόσμο του Φάλσταφ που πίνει και τρώει. Το πρώτο brief του σκηνοθέτη Στήβεν Λάνγκριτζ ήταν ότι έπρεπε να είναι μέσα στην παμπ, οπότε από την παμπ άρχισαν τα πάντα και σιγά σιγά δημιουργήθηκαν τα υπόλοιπα σκηνικά, τα οποία έχουν εκεί τη βάση τους. Είναι σαν να αλλάζει η παμπ και να γίνεται κάτι άλλο, στην επόμενη σκηνή είναι ένα γυμναστήριο. Είναι οι ίδιοι τοίχοι, τα ίδια χρώματα, όλα είναι το ίδιο είναι. Είναι λίγο σαν να φεύγεις, να είσαι όμως μέσα στο μυαλό του Φάλσταφ και να αλλάζει η παμπ με το να γίνεται κάτι άλλο / διάφορα μέρη.
Εσύ τώρα στη δουλειά σου όταν σου λένε θα κάνεις σκηνογραφία – κοστούμια για το Φάλσταφ. Περιμένεις να έρθει σκηνοθέτης για να το συζητήσετε ή τώρα πια λόγω εμπειρίας με το που σου λέω ένα έργο κατευθείαν κάτι σκέφτεσαι.
Πρώτα απ’ όλα δεν σου λένε, ο σκηνοθέτης είναι που σε ζητάει και ο σκηνοθέτης σε προσλαμβάνει. Με τον Στήβεν Λάνγκριτζ έχω μια ιστορία 25 ετών, η πρώτη μας παραγωγή ήταν εδώ, στη Λυρική, στο Ολύμπια. Οι Δαιμονισμένοι του Χάρη Βρόντου το 2001, η οποία ήταν μια συγκλονιστική παραγωγή και μια πολύ καλή παράσταση που δυστυχώς δεν ξανάγινε ποτέ. Από εκεί γνωριστήκαμε επαγγελματικά και έχουμε κάνει πάρα πολλές παραγωγές μαζί, ούτως ή άλλως υπάρχει ένα short hand όταν συζητάμε για το πώς εξελίσσεται ένα design, δεν είναι κάτι που θα αρχίσεις από το μηδέν. Από τη στιγμή που μου είπε παμπ, πριν καν έρθει στο στούντιό μου να το δούμε μαζί, είχα αρχίσει ιδέες και οι οποίες έδεσαν. Έτσι γίνεται πάντα και με όλους τους σκηνοθέτες: αρχίζεις και «κατεβάζεις» ιδέες. Εγώ φτιάχνω μακέτες, τις οποίες συνήθως πετάμε και ξαναρχίζουμε, αλλά όταν έρθουν στο στούντιό μου να δουλέψουμε μαζί, συνήθως εκεί γεννιέται το όλο πράγμα σιγά σιγά κι εγώ πάντα δουλεύω με μακέτες. Δεν είμαι της νέας γενιάς.

Φαίνεσαι πολύ νεανικό πνεύμα. Δεν ξέρω αν η εξοχή σε κάνει να ξανανιώνεις; Πρέπει να είμαστε παιδιά σε αυτή τη δουλειά πιστεύεις;
Ναι, είμαι πολύ νεανικό πνεύμα. Έτσι είμαι τί να κάνουμε; Σε αυτή τη δουλειά, αν δεν είσαι παιδί και δεν έχεις όρεξη να ανακαλύψεις πράγματα κάθε φορά, δεν υπάρχει λόγος να κάνεις αυτή τη δουλειά. Διότι με το να έρθεις και να λες είμαι ο Σουγλίδης και ξέρω αυτό και θα κάνω αυτό, δεν βγαίνει τίποτα. Πρέπει να μαθαίνεις, να ανακαλύπτεις να αναζητάς.
Ζούμε σε μια περίοδο που το ΑΙ και τα visual arts κυριαρχούν. Δεν είναι απίθανο στο μέλλον να έχουμε και όπερες, οι οποίες να είναι σ’ ένα visual box που να είναι όλα ένα video art μπλεγμένο με φως.
Εννοείς να είναι εντελώς εικονικό; Υπάρχει αυτή η τάση, με απασχολεί αλλά δεν με ενδιαφέρει. Με απασχολεί διότι το βρίσκω κάπως επικίνδυνο το τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή με το AI και νομίζω ότι όταν θα ξυπνήσουμε θα είναι πολύ αργά. Εγώ έτσι το βλέπω, η μόνη μου επαφή με το AI είναι το Google.
Αναρωτιέμαι λίγο για το μέλλον και της όπερας και των παραστατικών τεχνών γενικά με τη συμβολή του ΑΙ.
Πολλοί συνάδελφοί μου χρησιμοποιούν το ΑΙ και πολύ καλά κάνουν, διότι βοηθάει και στα σχέδια, απλώς δεν είναι για μένα, επειδή έχω μάθει με μια εντελώς άλλη σχολή. Δηλαδή για να καταλάβεις, η καθηγήτριά μου στη σχολή σκηνογραφίας, όταν πήγα εγώ, ήταν 82 ετών. Η καθηγήτριά μου Μάργκαρετ Πέρσι Χάρις στη Σχολή Motley του Λονδίνου ήτανε η σκηνογράφος του Λόρενς Ολίβιε και του Τζον Γκίλγουντ στη δεκαετία του ’30 μιλάμε. Από τον Τζον Γκίλγουντ άρχισε η καθηγήτριά μου ως ενδυματολόγος, οπότε καταλαβαίνεις οι πηγές της μάθησής μου πάνε πίσω πάρα πολλά χρόνια.

Έχεις καλές βάσεις.
Έχω καλές βάσεις, αλλά πολύ διαφορετικές από την καινούργια γενιά των παιδιών τώρα που χρησιμοποιούν το ΑΙ για τα πάντα και που κάνουν και computer drawings και κάνουν όλο το κόνσεπτ μέσα στο κομπιούτερ, το οποίο εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω. Θα μπορούσα να το μάθω, αλλά πλέον δεν έχω την όρεξη να μάθω αυτόν τον τρόπο. Εμένα μου αρέσει να είμαι μέσα στη μακέτα. Μ’ αρέσει το ότι είναι ένα τρισδιάστατο πράγμα, το οποίο είναι πολύ κοντά σε αυτό που θα δεις στη σκηνή. Να έχεις τη μακέτα και το αληθινό και να είναι τα ίδια.
Οπότε δύσκολα εσύ θα ενσωματώνεις στη σκηνογραφία σου κάτι το οποίο θα ήταν άυλο, ένα ολόκληρο σκηνικό όπου να είναι projection μόνο.
Εξαρτάται από το πρότζεκτ, από τον σκηνοθέτη, από το αν είναι κάτι το οποίο φέρνει κάτι καινούργιο σε αυτό το έργο που θα δουλεύω. Μπορεί να είναι κάτι πολύ ωραίο και πολύ καλό, ούτως ή άλλως έχουμε όλοι βάλει βίντεο μέσα στις παραγωγές μας. Δεν είμαι αρνητικός στην καινούργια τεχνολογία, απλώς αυτή η τεχνολογία είναι πολλά βήματα μπροστά. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις, σε ένα χρόνο μπορεί να αλλάξω γνώμη.
Στη Σουηδία, στο Γκέτεμποργκ που μου είπες πιο πριν τι ετοιμάζεις;
Είναι μια παραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής «Γενούφα» του Λέος Γιάνατσεκ, η οποία έκανε πρεμιέρα εδώ το 2018. Ήταν το εναρκτήριο έργοτης δεύτερης σεζόν του Γιώργου Κουμεντάκη στην ΕΛΣ. Αυτή την παραγωγή την έχει δει ο διευθυντής του Γκέτεμποργκ, διότι έψαχνε να βρει μια Γενούφα και αποφάσισε να την διαλέξει.
Οι αναβιώσεις είναι επαναλήψεις ουσιαστικά;
Συνήθως είναι επαναλήψεις, βέβαια κάθε περίπτωση αναβίωσης διαφέρει. Για παράδειγμα, εδώ, τώρα στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο Στήβεν δεν μπορούσε να είναι διαθέσιμος, ήρθε μόνο για τρεις μέρες. Οπότε όλη την αναβίωση την έχει κάνει η καταπληκτική Κατερίνα Πετσατώδη που ναι μεν είναι η παραγωγή του Στήβεν, αλλά δεν παύει να είναι και η παραγωγή της Κατερίνας. Δεν σημαίνει ότι άλλαξε πράγματα, απλώς είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους τραγουδιστές, κάτι θα έχει αλλάξει σίγουρα. Και ο Πήτερ Μάμφορντ, ο οποίος είναι ο φωτιστής μας -καταπληκτικός- αυτή τη φορά ήταν σε όλο το production week, οπότε και αυτός αλλάζει σιγά σιγά λίγα πράγματα. Ο Φάλσταφ θα έχει κάτι διαφορετικό, δεν θα είναι ακριβώς επανάληψη.

Ο θεατής που ήρθε το 2023 θα δει κάτι άλλο και σίγουρα άλλον πρωταγωνιστή;
Και το ίδιο συμβαίνει και στο Γκέτεμποργκ, διότι η Νίκολα Ράαμπ που είναι η σκηνοθέτις της Γενούφα έχει αναλάβει πλέον καθήκοντα της opera director στο Ντάντσταντ, οπότε και αυτή πηγαινοέρχεται και την αναβίωση την κάνει η Αγγέλα Σαρόγλου, η οποία είναι κι αυτή καταπληκτική σκηνοθέτις, οπότε την αναβίωση την κάνει η Αγγέλα με τη Νίκολα που πηγαινοέρχεται.
Έχεις συνεργαστεί με πολύ μεγάλα ονόματα. Όταν ξεκίνησες αυτή την δουλειά είχες βάλει ένα όριο, είχες πει: αχ… θα ‘θελα να κάνω αυτό;
Καλά όταν ξεκινάς θέλεις να κάνεις τα πάντα.
Τι έχει πιο πάνω για σένα;
Αυτό που δεν έχω «κάνει» είναι το Κόβεντ Γκάρντεν, έχω δουλέψει εκεί ως associate σε μπαλέτο, αλλά δεν έχω κάνει παραγωγή όπερας, οπότε αυτό είναι ένα βήμα πιο πάνω. Έχω κάνει πολλά μεγάλα πράγματα και στο εξωτερικό και στην Ελλάδα η κάθε παραγωγή είναι ένα challenge, είναι κάτι διαφορετικό, είναι κάτι που δεν έχει σχέση ποτέ με το προηγούμενο που έχεις κάνει.
Με χαρά κάθε φορά έρχεσαι στην Ελλάδα ή λες μέσα σου: ωχ θα ’χω να αντιμετωπίσω το ελληνικό σύστημα και τους Έλληνες.
Και τα δύο τι να κάνουμε; Έτσι είναι η ζωή.

Σου αρέσει ο Φάλσταφ ως έργο;
Είναι από τις ευχάριστες κωμωδίες του Βέρντι και έχει και έχει πολύ ωραίους χαρακτήρες. Μου αρέσει πολύ και ειδικά το τι έχουμε κάνει στο Φάλσταφ, γιατί έχουμε βάλει αρκετά ωραία πράγματα. Η δεύτερη σκηνή που είναι το γυμναστήριο είναι πάρα πολύ ωραία. Μου αρέσει ο Βέρντι, αν και δεν έχω κάνει παρά πολύ Βέρντι.
Υπάρχουν πιστεύεις κάποιοι συνθέτες που δίνουν απεριόριστο χώρο για δημιουργία και έμπνευση;
Όλα τα έργα σου δίνουν αυτή την ευκαιρία, γιατί από εσένα εξαρτάται το πώς θα το αντιμετωπίσεις. Υπάρχουν όμως αγαπημένοι μου συνθέτες, όπως ο Γιάνατσεκ που κατά σύμπτωση κάνω τώρα στο Γκέτεμποργκ. Ό,τι έργο του Γιάνατσεκ και να μου δώσεις θα το κάνω! Μου αρέσει και πολύ ο Χεντλ που δεν έχω κάνει πολύ, βασικά το μπαρόκ με ελκύει πάρα πολύ. Οι φίλοι μου λένε ότι θα ταίριαζα να έχω γεννηθεί την εποχή του μπαρόκ.
Γιατί τι έχει το μπαρόκ ας πούμε, που είναι ωραίο;
Η μουσική, μου αρέσει ο «κόσμος» του, δηλαδή τα κοστούμια.
Εμένα μ’ αρέσει πολύ το ροκοκό, η συνέχεια του μπαρόκ.
Ναι, η κατάπτωση του ουσιαστικά.
Είχες εσύ κατάπτωση κάποια στιγμή στην καριέρα σου, έβαλες κάποια στιγμή τα κλάματα;
Καταπτώσεις δεν είχα, αλλά έχω κάποιες παραγωγές που δεν πιστεύω ότι ήταν καλές. Δεν ήταν ο καλύτερος μου εαυτός και κάποιες από αυτές ήταν και πολύ μεγάλες μάλιστα. Αλλά το ξεπερνάς, αυτό δεν μπορεί να μη συμβεί στην καριέρα σου.

Έχουμε την εντύπωση ότι μια παράσταση, όσο μεγάλη παραγωγή και να είναι, εντάξει, δεν μπορεί να καταστραφεί τόσο πολύ από έναν σκηνογράφο.
Και όμως! (Γελώντας). Αυτό μου συνέβη αρκετά νωρίς στην καριέρα μου, το 1989, τέσσερα χρόνια μετά που άρχισα να δουλεύω σε μια παραγωγή του Μότσαρτ Ντον Τζιοβάνι στην Όπερα της Βορείου Ιρλανδίας, διότι δούλευα πάρα πολύ τα πρώτα χρόνια. Κατά σύμπτωση, γνώρισα έναν σκηνοθέτη που δούλευε στη Βόρειο Ιρλανδία, οπότε έκανα πέντε χρόνια διαδοχικά εκεί και περίπου οκτώ παραγωγές, και ο Ντον Τζιοβάνι ήταν η προτελευταία. Το σκηνικό είχε φτιαχτεί από ένα πολύ κακό κατασκευαστή και τίποτα δεν λειτουργούσε και στην πρεμιέρα δεν λειτούργησε τίποτα. Υπήρχαν σκηνικά που μετακινούνταν και έπρεπε να πέσουν τούλια πίσω από το σκηνικό και έπεφταν πάνω στο σκηνικό. Έκλαιγα μέσα στην πρεμιέρα, όχι μετά την πρεμιέρα. Ήταν καταστροφή. Μία από τις χειρότερες παραγωγές που έχω ζήσει στη ζωή μου.
Το λες και γελάς τώρα.
Ναι. Συμβαίνουν αυτά. Και η τελευταία παραγωγή που έκανα στο Μπέλφαστ, ήταν μια παραγωγή που έγινε στον καθολικό καθεδρικό ναό του. Τότε είχαμε ακόμα τα προβλήματα με τον IRA και ήταν ένα μιούζικαλ που είχε γραφτεί από έναν βορειοΙρλανδό και ένα νότιοΙρλανδό και αφορούσε την ειρήνη, έτσι θα ερχόντουσαν οι οι δυο κοινότητες μαζί. Τώρα εγώ γιατί ήμουν μπλεγμένος ο Κύπριος, εκεί πέρα, δεν ξέρω γιατί; Ήταν και πολύ καλή παραγωγή, είχαμε 100 παιδιά πάνω στη σκηνή, τεράστια παραγωγή, όπου την ημέρα της πρεμιέρας απέναντι από τον καθεδρικό ναό υπήρχε ένα αστυνομικό τμήμα, το οποίο ο IRA βομβάρδισε μία ώρα πριν. Ως αποτέλεσμα να είναι εντελώς άδεια η πρεμιέρα και ήρθαν μόνο 15 άτομα. Την επομένη έκλεισα τις βαλίτσες μου μπήκα στο αεροπλάνο και είπα δεν θα ξαναπάω στο Μπέλφαστ και δεν έχω ξαναπάει από τότε.

Πάντως παρατηρώ ότι στην αρχή της καριέρας σου, σου κάτσανε αυτά τα δύο ωραία περιστατικά. Υποθέτω θα είναι κι άλλα, αλλά εσύ επέμεινες.
Επέμεινα και όντως έφυγα και δεν ξαναπήγα.
Ήσουνα γεννημένος γι’ αυτό το επάγγελμα θεωρείς;
Δεν ξέρω αν είσαι γεννημένος για κάτι, αλλά από πολύ μικρός όταν ήμουν μαθητής στη Λευκωσία -εκεί μεγάλωσα- μας πήγαινε το σχολείο σε όλες τις παραγωγές του ΘΟΚ. Η πρώτη παραγωγή που είδα και την θυμάμαι λες και ήταν χθες, ήταν η Τρισεύγενη του Παλαμά. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο σκηνοθέτης, αλλά θυμάμαι το σκηνικό πάρα πολύ καθαρά και την πρώτη φορά που πήγα να δουλέψω στον ΘΟΚ μετά από πάρα πολλά χρόνια, πήγα στο Θεατρικό Μουσείο της Κύπρου και είδα ότι έχουν αυτή τη μακέτα της Τρισεύγενης του Παλαμά. Ήταν ακριβώς όπως τη θυμόμουν και νομίζω τότε ήμουν 7 ετών, οπότε ήταν από μέσα μου αυτή η αγάπη. Δεν το διάλεξα όμως.
Εσύ εσωτερική διακόσμηση σπούδασες αρχικά.
Αυτό είναι απλώς το χαρτί. Όπως ξέρεις, στις ελληνικές οικογένειες δεν είναι πάντα εύκολο να πεις ότι θέλεις να ασχοληθείς με το θέατρο – οπότε η «εσωτερική διακόσμηση» δεν είναι ακριβώς μόνο εσωτερική διακόσμηση. Το πτυχίο μου ήταν στο τρισδιάστατο design, που περιλάμβανε τα πάντα -εσωτερική διακόσμηση, αρχιτεκτονική, σχεδιασμό επίπλων και product design. Τον τελευταίο χρόνο του πτυχίου κατάφερα και έπεισα τον καθηγητή μου να κάνω θεατρικό πρότζεκτ. Οπότε έκανα τον Θάνατο στη Βενετία του Μπέντζαμιν Μπρίτεν -την όπερα. Και δεν θα το πιστέψεις αλλά ο tutor μου που ήρθε για να βαθμολογήσει, ο ένας από τους δυο είναι ο Πήτερ Μάμφορντ που κάνει εδώ τον φωτισμό. Στην ουσία, το πτυχίο μου είχε βάση το θέατρο, διότι το 30% του ήταν αυτό το project, και μετά έκανα μεταπτυχιακό.
Επειδή σε βλέπω που είσαι πολύ εκφραστικός, με την υποκριτική πώς δεν ασχολήθηκες;
Το μόνο πράγμα που έχω κάνει σχετικό, ήταν σε κάτι πρότζεκτ στη σχολή με μάσκες, όπου έπρεπε να κάνουμε performance. Μόνο με αυτό έχω ασχοληθεί κάπως. Έχω κάνει ένα πέρασμα σε ένα πολύ μικρό φιλμ για το BBC2 το Dance (ή Zorb). Αυτό που είναι ωραίο, επειδή ρώτησες για performance, όταν έφυγα από το Μπέλφαστ, επειδή είχα κάνει τόσα χρόνια στη Βόρεια Ιρλανδία, κανείς δεν με ήξερε στην Αγγλία, κανείς μα κανείς. Στο Λονδίνο ήταν σαν να είχα κάνει καριέρα στην Ελλάδα, οπότε έπρεπε να ξαναρχίσω από την αρχή και έγινα βοηθός μεγάλων σκηνογράφων. Έγινα βοηθός του Ντέιβιντ Φίλντινγκ, του Άντονι ΜακΝτόναλντ, του Τομ Κερνς, ο οποίος είναι ο ίδιος που έκανε την ταινία που ανέφερα. Aυτοί οι τρεις ήταν μέρος ενός γκρουπ που λεγόταν The Balls Pond Road group. To Balls Pond Road ήταν μια ομάδα σκηνογράφων και ήμασταν όλοι αναμεμιγμένοι με την International Opera, με τον Ντέιβιντ Πάουντνευ. Ήταν τότε η νέα γενιά σκηνογράφων, designers και directors – ένα «στυλ» της εποχής εκείνης στην Αγγλία. Οπότε εμείς, εκείνοι πρώτα και μετά κι εγώ που έγινα το μέλος του γκρουπ, κάναμε κάτι που το λέγαμε dance dramas. Όταν μαζευόμασταν για πάρτι, κάποια στιγμή γινόταν εκεί ένα dance drama, το οποίο ήταν πάντα βασισμένο στη Μάρθα Γκράχαμ και στα έργα που κάναμε εκείνη την περίοδο, και τελικά γινόταν ένα έξαλλο πράγμα -χωρίς να έχουμε πάρει drugs. Ένιωθες ένα παραλήρημα στο τέλος της βραδιάς και το κάναμε αρκετά συχνά αυτό το πράγμα, όπου κάπου, κατά συνήθως 90% κάποιος θα ήταν γυμνός ή θα έβγαζε τα παντελόνια του. Έτσι βγάζαμε τ’ απωθημένα μας, αυτά της περφόρμανς που ως designers δεν το κάναμε ποτέ.

Είσαι χαρούμενος που ήταν άλλες εποχές τότε και δεν υπάρχουν βίντεο από αυτά.
Πολύ! Δεν θα ξεχάσω ποτέ σε ένα από αυτά τα dance dramas που ήταν στην οροφή του διαμερίσματος ενός απ’ αυτούς τους designers και ένας από τους πολύ γνωστούς φημισμένους φωτιστές, που δυστυχώς έχει πεθάνει τώρα, κάποια στιγμή τυλίχτηκε με λαμπάκια του Χριστουγεννιάτικου δέντρου και κατρακύλησε τις σκάλες μεθυσμένος… Δηλαδή μιλάμε ότι είχαν γίνει πολλά πράγματα. Τώρα γιατί στα λέω όλα αυτά; Δεν ξέρω αν θα μπορέσεις να τα συνδέσεις…
Η σύνδεση ξέρεις ποια είναι; Ότι εγώ βλέπω απέναντι μου έναν άνθρωπο που έχει περάσει καλά.
Ε, ακριβώς αυτό είναι στη ζωή προσπαθώ να περνάω καλά, έστω και αν περνάμε αυτά τα πράγματα τα δύσκολα.
Οπότε ναι, ας μην κάνουμε ότι δεν ζούμε σε αυτές τις συνθήκες που ζούμε.
Ακριβώς και περνάμε και τις δυσκολίες μέσα στο επάγγελμα, που συμβαίνουν πολλές φορές. Χρειάζεται να έχεις μια θετική στάση για τη ζωή και αυτά που συμβαίνουν. Ξέρω πολύ κόσμο που δεν έχει αυτή την προσέγγιση στα πράγματα και το βρίσκω κάπως λυπηρό. Ναι, εντάξει, δεν περνάμε βέβαια όλοι την ίδια ζωή το ξέρω αυτό, υπάρχουν δυσκολίες και …δυσκολίες.
Ο θεατής, τώρα που θα δει αυτή την παράσταση τι θα ήθελες ιδανικά να νιώσει;
Το ιδανικό γι’ αυτή την παράσταση ειδικά, είναι να περάσει ωραία, να νιώσει όμορφα και να μπορέσει να μπει στον κόσμο που δημιουργήσαμε, ο οποίος είναι ένας κόσμος που δεν τον βλέπεις πολύ συχνά στη σκηνή σε Βέρντι. Είναι η κωμωδία, είναι η δεκαετία του ’30. Έχουμε βάλει πολλά inside jokes της δεκαετίας του ’30, αλλά και δικά μας. Ελπίζω να περάσουν ωραία, βασικά αυτό είναι που θέλω, και μέσα στην παμπ έχουμε έναν τοίχο. Είναι ένας τοίχος που είναι όλο φωτογραφίες, όπως έχουν όλες οι παμπ και οι φωτογραφίες αυτές είναι ο Βέρντι, ο Σαίξπηρ… έχουμε δηλαδή πολλά references μέσα, οπότε ας ψάξουν να τα βρουν.
Επειδή τώρα θα πρέπει να σε αφήσω και να πας να κάνεις φωτογράφιση. Νιώθεις άνετα όταν φαίνεσαι;
Οι φωτογραφίες δεν μου αρέσουν και κάθε φορά που κάνουμε παρουσίαση του design πρέπει να σταθώ σε ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο και είναι ένα πράγμα που δεν θα συνηθίσω ποτέ στη ζωή μου, διότι δεν είμαι natural speaker μπροστά σε πολύ κοινό, one to one είμαι εντάξει. Επειδή παρουσιάζεις και τις ιδέες σου και πρέπει να μιλήσεις και πιο σοβαρά και πιο intellectual και όλα αυτά. Για παράδειγμα, στο Γκέτεμποργκ που μιλάμε για αυτές τις παρουσιάσεις, ήρθαν πριν δυο βδομάδες που ήμουν εκεί εκατό άτομα, πολύς κόσμος…
Ευτυχισμένο και χορτάτο σε βλέπω πάντως και είναι πολύ ωραίο αυτό.
Εγώ δεν θέλω πολλά πράγματα στη ζωή μου. Εγώ θέλω να περνάω ωραία, να είμαι με ανθρώπους που αγαπώ, αυτό. Η ζωή μου ήταν πάντα απλή, εντάξει, μπορεί να μην ακούγεται απλή, διότι μπορεί να μου πει κάποιος έχεις πάει στο Σάλτσμπουργκ… κι έχεις πάει στο Σικάγο, στην Κοπεγχάγη κ.α… αλλά τελικά είμαι ένας σκηνογράφος – ενδυματολόγος που κάνει σκηνικά και κοστούμια. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερο και δεν είναι δουλειά, είναι κάλεσμα. Και όταν βρίσκομαι με φοιτητές για κάποιο λόγο και με ρωτάνε: να πάω να μην πάω να γίνω σκηνογράφος, να γίνω ή να μην γίνω; Το πρώτο πράγμα που τους λέω, αν δεν το αγαπάς και αν δεν έρχεται από μέσα σου, να μην το κάνεις, δεν υπάρχει κανένας λόγος. Διότι θα περάσεις τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής σου άφραγκος και αν είσαι τυχερός, τότε θα αρχίσεις να βγάζεις κάποια χρήματα. Αλλά να μην το κάνεις για τη δόξα και για το χρήμα, γιατί δεν θα τα πάρεις ποτέ. Δεν το κάνεις αυτό για να γίνεις εκατομμυριούχος, αυτό είναι ξεκάθαρο. Όσο και γκλάμορους να ακούγεται στον κόσμο που δεν ξέρει, επειδή είναι ένα κάλεσμα, είναι κάτι που δεν μπορείς να το αφήσεις. Σε τραβάει.

