Ο Άμλετ επιστρέφει. Η παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ», βασισμένη στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, αποτελεί μια τολμηρή, αφηγηματική ανάγνωση του σαιξπηρικού δράματος. Ο Αιμίλιος Χειλάκης, σε συνεργασία με τον Μανώλη Δούνια στη σκηνοθεσία, ερμηνεύει όλους τους ρόλους σε ένα σκηνικό λιτό αλλά βαθιά φορτισμένο. Οκτώ χρόνια μετά το τελευταίο ανέβασμα, το έργο επιστρέφει, πιο επίκαιρο από ποτέ — σε μια εποχή όπου η πράξη, η ευθύνη και η σκέψη αποκτούν νέο, επείγον νόημα.
«Μετά από οκτώ χρόνια επιστρέφουμε ξανά στον Άμλετ. Δεν είναι μια τυχαία επιλογή, αλλά μια εσωτερική ανάγκη. Μια συνειδητή και αναγκαία απόφαση. Το 2013 ήταν σκληρή εποχή. Ήμασταν νέοι, 22 χρονών, και μας είχαν πάρει τα πάντα: δικαιώματα, ευκαιρίες, προοπτικές. Ζούσαμε με τα φαντάσματα της ευμάρειας που μας είχαν μάθει να θεωρούμε φυσιολογικά. Κι όλη αυτή η ματαίωση σήμερα μάς οδήγησε να ανεβάσουμε ένα έργο πληθωρικό, σχεδόν το πιο πληθωρικό έργο της παγκόσμιας δραματουργίας. Ένα έργο που μιλάει για την απώλεια, για το σοκ ενός παιδιού που μαθαίνει πως ο πατέρας του δολοφονήθηκε και του πήραν τα πάντα», μοιράζεται στην κουβέντα μας ο Αιμίλιος Χειλάκης. Ένας άνθρωπος βαθιά σκεπτόμενος, με λόγο δομημένο, με ευαισθησίες, και με αφοσίωση στην τέχνη του που θυμίζει ιεροτελεστία. Κάθε του λέξη μοιάζει να έχει ζυγιστεί, με πρόθεση κυρίως να φανερώσει – μια θέση, μια στάση, μια αλήθεια.
Ο Άμλετ – ένα πλάσμα σκέψης και υπαρξιακού σπαραγμού– γίνεται εδώ φωνή και καθρέφτης. Όταν το φάντασμα του νεκρού βασιλιά αποκαλύψει στον γιο του πως δεν πέθανε φυσικά αλλά δολοφονήθηκε από τον ίδιο του τον αδελφό, τον νέο βασιλιά Κλαύδιο, η τραγωδία ξετυλίγεται. Η μητέρα του Άμλετ, η Γερτρούδη, παντρεύεται βιαστικά τον φονιά. Η Οφηλία γίνεται παράπλευρη απώλεια ενός κόσμου όπου η αγάπη και η αλήθεια δεν χωρούν. Και ο Άμλετ ορκίζεται εκδίκηση, χρησιμοποιώντας το θέατρο μέσα στο θέατρο ως όπλο: στήνει μια παράσταση μέσα στην παράσταση, ελπίζοντας πως θα ξεσκεπάσει την ενοχή. Η ανατροπή δεν θα αργήσει. Αλλά το τίμημα θα είναι βαρύ για όλους.
Σε μια σκηνική πρόταση που εστιάζει στην αφήγηση, στη γυμνότητα του ηθοποιού και στον λόγο ως σώμα, ο Αιμίλιος Χειλάκης συνομιλεί με το έργο, το κοινό και την εποχή του.

Επιστροφή στον Άμλετ. Γιατί τίποτα δεν έχει αλλάξει
Το 2024 ξαναδιάβασαν τον Άμλετ και το 2025 αποφάσισαν να τον ξανανεβάσουν. Γιατί, 12 χρόνια μετά, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Οργισμένος με την επικαιρότητα, με την αδράνεια του καθενός μας, ο Αιμίλιος Χειλάκης μιλάει για την απουσία της πράξης. Για μια κοινωνία που – όπως λέει – σκέφτεται υπέροχα, αλλά δεν πράττει. Που δεν διεκδικεί, δεν εναντιώνεται, δεν σηκώνεται. Μέσα από το θέατρο, προσπαθεί να ξυπνήσει εκείνο το κομμάτι του ανθρώπου που ακόμα θυμάται πώς το να πράττεις είναι στάση ζωής:
«Ο Άμλετ έχει όλα τα δίκια του κόσμου. Του πήραν τον πατέρα, του πήραν τη μορφή του πατέρα, του πήραν τη φωνή. Κι όμως, δεν πράττει. Σκέφτεται. Κι όταν μπορεί να σκοτώσει τον Κλαύδιο, διστάζει γιατί εκείνος προσεύχεται. Και λέει: Αν τον σκοτώσω τώρα, θα πάει στον Παράδεισο. Αυτή είναι η δύναμη του λόγου του Σαίξπηρ, ένα μυαλό που ακόμα και την πράξη την αναβάλλει για λόγους υπαρξιακούς. Έτσι είπαμε: αν ένας ηθοποιός τολμήσει να ανεβάσει αυτό το έργο μόνος του, είναι ήδη μια σοβαρή πράξη. Είναι σαν να λέει σε όλους: Πράξτε κι εσείς, ο καθένας από τη θέση του».
Ο Αιμίλιος Χειλάκης επιστρέφει στον Σαίξπηρ για να μας δείξει ότι η τραγωδία του πρίγκιπα της Δανίας είναι τραγικά σύγχρονη, ανατριχιαστικά επίκαιρη, με μια και μόνη προτροπή να πράξουμε πριν είναι αργά:
«Ζούμε κατά τύχη. Μπαίνουμε σε τρένα και ζούμε από τύχη. Μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, έγινε μια τεράστια κινητοποίηση. Και μετά, τίποτα. Δεν υπήρξε συντονισμός για να απαιτήσουμε το αυτονόητο: Φτιάξτε τα τρένα. Δεν είπαμε: Να σταματήσουν για 10 μέρες όλα τα εμπορευματικά δρομολόγια. Δεν το κάναμε. Σκεφτόμαστε υπέροχα, αλλά δεν πράττουμε. Αν πηγαίναμε όλοι μαζί να μπλοκάρουμε τους σταθμούς, θα ήταν ένα πολύ δυνατό μήνυμα. Όμως δεν έγινε. Δεν κάναμε καν το ελάχιστο. Και έτσι συνεχίζουμε, με θυμό για τα θύματα, χωρίς όμως να πράττουμε».

Η παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ» παρακολουθεί τον νεαρό πρίγκιπα στο οριακό του βήμα: από τη σκέψη στην πράξη, από τη σύλληψη στην απόφαση. Ο Άμλετ αντιλαμβάνεται ότι το αξιακό σύστημα στο οποίο πίστευε έχει καταρρεύσει, πως η ευδαιμονία που απολάμβανε ήταν μια ψευδαίσθηση – κι ωστόσο πασχίζει να διατηρήσει την αξιοπρέπεια, τα ιδανικά του, μέσα σε έναν κόσμο που διαλύεται. Όσο επίπονη κι αν είναι αυτή η εσωτερική διαδρομή, ο Άμλετ δεν παραιτείται. Ζυγίζει τις πράξεις του, αμφιβάλλει, αναβάλλει – αλλά δεν παύει να αναμετριέται με το καθοριστικό ερώτημα: Όχι «να ζει κανείς ή να μη ζει», αλλά «πώς να ζει;». Άπραγος ή με κόστος; Σιωπηλός ή με ευθύνη;
Κι εδώ ακριβώς αρχίζει η πιο επώδυνη διαπίστωση: η πράξη δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Κάθε πράξη έχει κόστος και το θέατρο, όταν είναι αληθινό, το γνωρίζει βαθιά αυτό. Ο Αιμίλιος Χειλάκης μοιράζεται στο ελc:
«Η πράξη έχει κόστος. Όχι παραγωγικό αλλά πολιτικό. Ανθρώπινο. Όταν πράττεις, παίρνεις θέση. Εκτίθεσαι. Δεν σπας κεφάλια – κάθεσαι δίπλα στον άλλον και του μιλάς. Και αν υπάρχει έστω ένα 1% πιθανότητα να σε ακούσει, αξίζει. Αρκεί να κάνεις τη σωστή ερώτηση. Όχι με θυμό. Όχι με απαιτήσεις. Με καθαρή πρόθεση. Αν έρθει ο πρωθυπουργός και μου εξηγήσει θα ακούσω. Δεν θα συμφωνήσω απαραίτητα, αλλά θα ακούσω. Γιατί το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο σε αυτούς που κυβερνούν. Είναι και σε εμάς, που δεν θέτουμε τις ερωτήσεις, που πάμε με θυμό. Αυτό κάνει ο Άμλετ. Σκέφτεται. Δεν πηγαίνει να ρωτήσει ευθέως τον Κλαύδιο γιατί του πήρε την εξουσία. Μένει στη σκέψη».
Μου μιλάει με πάθος για τον Άμλετ, για τις επιλογές του, για την αντιφατική του προσωπικότητα και δεν μπορώ παρά να τον ρωτήσω ποιο είναι εκείνο το στοιχείο που τον γοητεύει περισσότερο στον Αμλετ:
«Αυτό που με συγκινεί βαθιά στον Άμλετ είναι η αντιφατικότητά του. Είναι λίγο παρανοϊκός, κάποιες στιγμές φιλόδοξος, κάποιες φορές σκληρός. Κουβαλάει μέσα του θυμούς, μικρότητες, αλαζονείες. Είναι, όμως, και πολύ ανθρώπινος. Όλοι έχουμε υπάρξει Άμλετ, έστω και για λίγο. Όλοι έχουμε προβεί σε μια θυμωμένη σκέψη που δεν έγινε πράξη. Μια κακία που δεν είχαμε ποτέ την πρόθεση –ή το θάρρος– να πραγματοποιήσουμε. Ένα φανταστικό σενάριο εκδίκησης απέναντι σε κάποιον που μας πλήγωσε. Ίσως απέναντι στον γείτονα που παρκάρει μονίμως μπροστά στην είσοδό μας. Όχι επειδή θέλουμε στ’ αλήθεια να τον βλάψουμε, αλλά γιατί δεν αντέχουμε άλλο να συνδιαλλαγούμε μαζί του. Σε αυτή την προσπάθεια, ο ηθοποιός γίνεται καθρέφτης. Όχι για να μιμηθεί, αλλά για να επιστρέψει το ερώτημα στον θεατή: “Εσύ τι κάνεις; Τι πράττεις;”».

Το αφηγηματικό θέατρο και οι οκτώ ρόλοι ενός ανθρώπου
Σε αυτή την παράσταση, ο Αιμίλιος Χειλάκης γίνεται Άμλετ, Οφηλία, Κλαύδιος, Γερτρούδη, Πολώνιος, Λαέρτης, Οράτιος, ακόμη και το Φάντασμα του βασιλιά. Οκτώ πρόσωπα που αναδύονται το ένα μέσα από το άλλο, χωρίς εφέ, χωρίς αλλοιώσεις, παρά μόνο με το σώμα, τον ρυθμό και τη φωνή. Δίπλα του, ο Δημήτρης Καμαρωτός δημιουργεί επί σκηνής έναν ηχητικό κόσμο που λειτουργεί σαν εσωτερική φωνή, σαν παλμός και αντίλαλος του τραγικού ήρωα.
«Εγώ δεν γίνομαι ο ρόλος. Εγώ σας λέω τι είπε ο ρόλος», λέει ο Αιμίλιος Χειλάκης, απορρίπτοντας το ψυχολογικό θέατρο της ταύτισης. Δεν προσποιείται, δεν μεταμορφώνεται. Αντίθετα, φέρνει μπροστά μας την αφήγηση. Ένα θέατρο που ξεκινά από τον Όμηρο και συνεχίζει μέσα από τη λογοτεχνική μνήμη, ένα θέατρο που δεν «είναι», αλλά «ειπώθηκε». Αυτό είναι το επικό: το γεγονός που έχει ήδη συμβεί και μας αφηγείται το βάρος του.
Το να υποδύεται κανείς οκτώ πρόσωπα δεν είναι «μαγικό». Δεν είναι ψευδαίσθηση. Είναι επίπονο και, με έναν τρόπο, αφύσικο. «Οποιοσδήποτε δερματολόγος θα σας έλεγε πως δεν γίνεται να αλλάξεις οκτώ δέρματα επί σκηνής», αναφέρει οΑιμίλιος Χειλάκης. Όταν όμως τα πρόσωπα δεν ενσαρκώνονται αλλά αφηγούνται τον εαυτό τους, τότε αναδύεται η αλήθεια. Τότε δεν υπάρχει ψέμα, δεν υπάρχει παραβίαση – μόνο θεατρικός λόγος. Κάθε ρόλος έχει τη δική του κίνηση, το δικό του σώμα, το δικό του τρόπο ομιλίας:
«Με τη βοήθεια της Αλεξίας Θεοδωράκη που έφτιαξε το σκηνικό και των φωτισμών του Νίκου Βλασόπουλου, χτίσαμε μια γεωμετρία. Ένα θέατρο-μηχανή, όπου όλα ενώνονται. Είχαμε προβλήματα. Αλλά το πλήθος των προβλημάτων μάς βοήθησε να συνθέσουμε. Και το πιο δύσκολο ήταν η σύνδεση. Ποια λύση ταιριάζει με ποια άλλη; Πώς συναντιούνται; Πώς φτιάχνουμε ένα έργο που να έχει αρχή, μέση και τέλος; Κι έτσι φτάσαμε να είμαστε χαρούμενοι. Γιατί η μηχανή λειτουργεί. Η σύνδεση λειτούργησε. Και τώρα, η παράσταση ταξιδεύει. Και θέλουμε να συγκινήσει το ίδιο στη Σαλαμίνα, στην Πετρούπολη, στο Πέραμα – όπως και στο Ηρώδειο».


Η περιοδεία ως λαϊκή πράξη. Η τέχνη πρέπει να πηγαίνει στον θεατή
Η παράσταση «Μόνος με τον Άμλετ» ξεκινά ένα μεγάλο καλοκαιρινό ταξίδι από τον Βορρά ως τον Νότο, από τις ακτές της Χαλκιδικής και το Αίγιο, μέχρι τα Χανιά, το Ηράκλειο και την Καλαμάτα. Μια διαδρομή γεμάτη τοπία, θεατές, μετατοπίσεις, εναλλαγές. Για τον Αιμίλιο Χειλάκη, αυτή η εξόρμηση είναι μέρος της ουσίας της τέχνης, όπως αναφέρει ο ίδιος:
«Το θέατρο δεν είναι προνόμιο της πρωτεύουσας, ούτε δικαίωμα της αστικής τάξης. Είναι λαϊκό αγαθό». Και μόνο αν ταξιδεύει, μπορεί να λειτουργήσει αληθινά: να δονήσει, να προβληματίσει, να συγκινήσει. Όχι ως εξωτικό συμβάν, αλλά ως καθημερινή, ζώσα εμπειρία. Γιατί όπως λέει: «Ο θεατής πρέπει να είναι το επισκέψιμο μέρος της παράστασης – όχι το αντίστροφο…Η παράσταση που θα δείξω στη Σαλαμίνα, ή στην Πετρούπολη, θέλω να είναι η ίδια που θα μπορούσε να παιχτεί στο Ηρώδειο ή στον Λυκαβηττό – και να συγκινήσει εξίσου». Γιατί στο βάθος, πέρα από κοινωνικά περιβλήματα, ταξικές αποστάσεις ή πολιτιστικά προσχήματα, ο άνθρωπος είναι πάντα το ίδιο πλάσμα: ένα σώμα που χρειάζεται να τραφεί, να ερωτευτεί, να στεγαστεί, να ονειρευτεί. «Όπως ένα τραγούδι του Μπιθικώτση, όπως το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη, που δεν συγκινεί επειδή διδάχτηκε στα σχολεία, αλλά γιατί κάτι μέσα του είναι αληθινό, καθολικό, βαθιά ριζωμένο στην ψυχή του τόπου», θα μου πει θυμίζοντάς μου τους στίχους του Άξιον Εστί.
Έτσι και το θέατρο: πρέπει να απευθύνεται στον καθένα. Να είναι όχι φτηνό αλλά ανοιχτό. Όχι φολκλόρ, αλλά λαϊκό, με την ουσιαστική έννοια. Η τέχνη πρέπει να πηγαίνει στον θεατή. Όχι το αντίστροφο. «Αυτό είναι το πραγματικό λαϊκό θέατρο. Αυτό έκαναν τα μπουλούκια. Αυτό έκανε ο Μολιέρος πριν επιστρέψει στο Παρίσι». Αναρωτιέμαι ωστόσο αν αλλάζει η ενέργεια του χώρου και του κοινού σε κάθε μέρος, όπως μου απαντά ο Αιμίλιος Χειλάκης:
«Φυσικά και αλλάζει η ενέργεια. Κάθε φορά. Η παράσταση δεν είναι ποτέ η ίδια – και αυτό έχει να κάνει τόσο με τον χώρο, όσο και με τους ανθρώπους που φιλοξενούν την παράσταση. Η ελληνική περιφέρεια είναι συγκλονιστική. Το κοινό είναι πεινασμένο για τέχνη. Η σιωπή του είναι καθαρή, απόλυτη, καθαριστική. Στις μεγάλες πόλεις, η ενέργεια είναι διαφορετική. Υπάρχει φασαρία, κυριολεκτική και μεταφορική. Στην Αθήνα, το θέατρο είναι μέσα στον αστικό ιστό. Έχεις τον θόρυβο της πόλης. Έχεις ήχους από διπλανά κτίρια, συναυλίες, συζητήσεις, καθημερινότητα. Και τότε τι κάνεις; Δίνεις διπλάσια ενέργεια. Κάνεις τα πάντα για να κρατήσεις τον θεατή εστιασμένο σε αυτό που συμβαίνει επί σκηνής. Να μην χαθεί, να μην παρασυρθεί από τον ήχο, από τη διαπασών της πόλης. Θέλεις να τον τραβήξεις μέσα σου, μέσα στο θέατρο».
Και κάποιες φορές αυτό λειτουργεί θαυματουργά. Γιατί ακόμα και μέσα στον θόρυβο, μπορεί να γεννηθεί η απόλυτη προσοχή. Κι εκείνη τη στιγμή, κάτι μαγικό συμβαίνει.

Info παράστασης:
Ο Αιμίλιος Χειλάκης είναι ξανά, 8 χρόνια μετά, «Μόνος με τον Άμλετ» και περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα
