Δυσκολεύομαι να λέω «Το», επειδή ενδεχομένως ανήκω κι εγώ στην «Πατριαρχική Αριστερά» (λίγες διχοτομήσεις, υποδιαιρέσεις και διχασμούς είχε η Αριστερά, ας βάλουμε άλλη μία, ο κατακερματισμένος τον περαιτέρω κατακερματισμό δεν τον φοβάται), αλλά εν πάση περιπτώσει, όσο κι αν κλωτσάει η γλώσσα μου, αφού έτσι αυτοπροσδιορίζεται κι αφού είναι κυρίαρχης σημασίας τα pronouns για τον αυτοπροσδιορισμό του, πήγα να ακούσω χθες Πέμπτη το Τζούντιθ Μπάτλερ στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης.
Με αυτή μου την επίσκεψη έκλεισα ένα διήμερο φασαϊισμού, καθώς προχθές Τετάρτη είχα περάσει μια βόλτα κι απ’ το Σύνταγμα, σε μια συγκέντρωση – διαμαρτυρία για την Παλαιστίνη. Πήγα, έκατσα ένα σκάρτο τέταρτο, ένιωσα πως έκανα το καθήκον μου, έφυγα. Τα έχω περιορίσει δραστικά αυτά των δρόμων, τα αντιμετώπιζα άλλωστε πάντα με μεγάλο σκεπτικισμό ως προς την επιδραστικότητά τους, δεν το ασκούσα το σπορ, τα ξεκίνησα μεγάλος στη μνημονιακή δεκαετία, έστω στο πρώτο της συγκρουσιακό μισό. Τώρα η τελευταία φορά ήταν το συλλαλητήριο της 28ης Φεβρουαρίου για τα Τέμπη. Που ήταν όσο πιο μεγάλο μπορεί να γίνει. Δηλαδή τι θα μπορούσε να βγάλει τόσο μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας στον δρόμο; Ούτε καν μια κατάκτηση Euro, μόνο ίσως μια απελευθέρωση από εξωτερικό κατακτητή. Πάνδημο, ειρηνικό αν εξαιρέσεις τα τελετουργικά μικρομπάχαλα στο τέλος, ένας λαός που βγήκε και διαδήλωσε σιωπηλά ζητώντας άραγε τι;
Ήταν ειδικά τα Τέμπη, ήταν ειδικά το αίτημα για απονομή Δικαιοσύνης, ήταν όμως και ένα γενικότερο προς τους θεσμούς και την εξουσία απευθυνόμενο «Κάτι πάει λάθος», «Δεν σας έχουμε πια εμπιστοσύνη», «Μας κοροϊδεύετε». Η διάσταση μεταξύ αυτού που που θεωρητικά συμβαίνει και του τρόπου που όντως λειτουργούν τα πράγματα. Η διάσταση τύπου και ουσίας. Είναι εντελώς αθώος του αίματος της διάστασης ο διαμαρτυρόμενος λαός; Όχι. Αλλά είναι κι ο λιγότερο ένοχος κι εκείνος που ακόμα διασώζει μέσα του ένα αίτημα διόρθωσης της κατάστασης. Παραδόξως, τον δυσφημισμένο Δεκέμβρη του 2008, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα ίδια περίπου είχαν εκφραστεί, με πολύ πιο εξεγερσιακό πνεύμα βέβαια. Εν πάση περιπτώσει στο συλλαλητήριο ήταν αλλιώς, τώρα στον δρόμο κατέβηκε η μισή Ελλάδα. Άνθρωποι υπεράνω υποψίας. Που πολλοί δεν είχαν κατέβει ξανά ποτέ. Ε και; Είχαν τη δύναμη; Την έχουμε τη δύναμη; Πού οδηγήθηκαν μετά οι εξελίξεις για τα ίδια τα Τέμπη; Ένα πόρισμα που δεν βόλευε ανασκευάστηκε, αυτοαμφισβητήθηκε, αυτοαναιρέθηκε, ένα άλλο βγήκε μετά από άπειρο καιρό και παρουσίαζε τα συμπεράσματά του σαν χρησμός της Πυθίας, αν η Πυθία μαστούρωνε με έλαια σιλικόνης.
Αν λοιπόν ούτε στην ίδια σου τη χώρα δεν μπορείς να επηρεάσεις τα πράγματα, αν η επίδειξη δύναμης της εξουσίας συνεχίζεται, τι επίδραση μπορείς να έχεις σε ό,τι γίνεται στη Γάζα; Πόσο αδύναμος μπορεί να είσαι; Κάπως έτσι, είναι σαν όλα να σε εκπαιδεύουν να εμπεδώσεις την απόλυτη αδυναμία σου, είτε μόνος είσαι, είτε μαζί με πολλούς. Η παγκόσμια κοινή γνώμη, μια ακόμα γνώμη δεν είναι; Γνώμη σου, παγκόσμια κοινότητα. Δικαιούσαι να την εκφράσεις. Ωραία, την εξέφρασες; Είδες τι ωραίες δημοκρατίες είμαστε, που σε αφήσαμε; Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Φάτε τους στη Γάζα. Μεταφορικά. Κυριολεκτικά να μην έχουν να φάνε. Το αποτέλεσμα το ίδιο.
Αυτά σκεφτόμουν απ’ την Τετάρτη να γράψω σήμερα Παρασκευή, αλλά την Πέμπτη το απόγευμα το Τζούντιθ Μπάτλερ έλεγε ότι είναι ριζικής σημασίας να συνεχίσουμε να φανταζόμαστε έναν καλύτερο, πιο ελεύθερο και πιο συμπεριληπτικό κόσμο, ενάντια στον φασισμό, την απολυταρχία και τη στέρηση δικαιωμάτων από ανθρώπους και λαούς. Ότι αν δεν ξεκινάμε από το να φανταζόμαστε και να ελπίζουμε, τότε τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Κι όσο κι αν ιδιοσυγκρασιακά ρέπω πολύ περισσότερο προς την απαισιοδοξία, κι όσο κι αν πέραν της ιδιοσυγκρασίας έχει μεσολαβήσει η εμπειρία της διάψευσης ετών, έχω ταυτόχρονα ανάγκη να πιαστώ από έναν λόγο διεκδικητικό και μη συνθηκολογημένο, από έναν λόγο οραματικό και μη ζοφερό.
Δεν πρέπει να παραιτηθούμε από το δικαίωμα να φανταζόμαστε έναν καλύτερο κόσμο. Και μετά να τον αρθρώνουμε, να τον φωνάζουμε, να προσπαθούμε να τον μεταφέρουμε από τη φαντασία στην πραγματικότητα, με τον προσωπικό μας λόγο και με την συλλογική μας δύναμη. Τα γράφω στα σοβαρά και τα διαβάζω σαν να τα λέω ειρωνικά. Δεν θα έπρεπε. Δεν πρέπει. Πρέπει, παρ’ όλα όσα τερατώδη συμβαίνουν και ακριβώς επειδή συμβαίνουν όλα αυτά τα τερατώδη, να φανταστούμε και να πιστέψουμε ότι μπορούν να συμβούν και αλλιώς.



