Ένα μικρό παιδί αρπάζεται από έναν ενήλικο άνδρα στη σκηνή της Επιδαύρου. Αρχίζεις ως θεατής να ταράζεσαι με έναν τρόπο διαφορετικό. Εδώ δεν είναι μια σκέτη σκηνή αναπαράστασης. Στην παράσταση των «Τρωάδων» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία και διασκευή της Ελένης Ευθυμίου, συμμετέχουν δύο παιδιά, ο Μιχάλης Μήτσης που υποδύεται τον Αστυάνακτα και η Άνα Τζουλάκη Χριστοδούλου που υποδύεται την Πολυξένη. Η κύρια καλλιτεχνική (και όχι μόνο) πρόταση της παράστασης αφορά βέβαια λιγότερο τη συμμετοχή των δύο παιδιών και περισσότερο την συμμετοχή και την συνύπαρξη ηθοποιών με και χωρίς αναπηρία (στο συγκεκριμένο πεδίο, τα «Ερωτευμένα Άλογα» πριν λίγα χρόνια ήταν μια αληθινή αποκάλυψη για όσους είχαν την τύχη να την παρακολουθήσουν, όπως επίσης είναι πολύ κατατοπιστική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η συνέντευξη της Ελένης Ευθυμίου και της Ελένης Δημοπούλου της ομάδας Εν Δυνάμει στην Ελένη Κουτσιλαίου και στο elculture). Ωστόσο προσωπικά θα ήθελα να σταθώ σε αυτό που συμβαίνει με την παρουσία των παιδιών.
Οι Αχαιοί έχουν αλώσει την Τροία και ο Αστυάνακτας, ως πρωτότοκος γιος του Έκτορα, πρέπει να πεθάνει, με το σκεπτικό ότι μεγαλώνοντας μπορεί να θελήσει να πάρει εκδίκηση για τον πατέρα του. Ο Ταλθύβιος, ως αγγελιοφόρος των Αχαιών, ανακοινώνει την απόφαση τους στην μάνα του, στη γιαγιά του, στις υπόλοιπες Τρωάδες. Την ανακοινώνει γραπώνοντάς μπροστά τους το παιδί. Την ώρα λοιπόν που το κάνει, έχουμε αλλά και δεν έχουμε να κάνουμε με μια αναπαράσταση. Γιατί ενώ φυσικά ο Αργύρης Ξάφης δεν σκοπεύει στην πραγματικότητα να του προξενήσει το παραμικρό κακό, ταυτόχρονα, όπως το έχει πιάσει και το κρατάει, εμείς από τις εξέδρες βλέπουμε στην ορχήστρα έναν ψηλό γεροδεμένο άντρα να κρατάει σφιχτά ένα παιδί στο μισό του μπόι. Η υπεροχή του σε μέγεθος είναι μια αληθινή εικόνα, μια εικόνα ανισότητας, μια εικόνα δύναμης και αδυναμίας, μια εικόνα συμβολική και πραγματική μαζί.
Κι ως εδώ ακόμα αντέχεται, γιατί ακόμα ο Αστυάνακτας είναι ζωντανός. Όταν όμως πεθαίνει, όταν θα δούμε να κουβαλούν στους ώμους σαν κλαράκι το σώμα του, εκεί δεν θες να βλέπεις πια αυτό που βλέπεις: ένα έμψυχο παιδικό σώμα υποδύεται το άψυχο, ένα παιδί που νωρίτερα αλώνιζε στη σκηνή παριστάνει τώρα το νεκρό. Όχι, ούτε για αστείο! Όχι, ούτε στα ψέματα! Θες να σταματήσεις την παράσταση, να φωνάξεις δεν είναι σωστό, μην πειράζετε τα παιδιά, αφήστε τουλάχιστον τα παιδιά στην άκρη. Γιατί εδώ ίσως βρίσκεται και το πρόβλημα. Μπορεί να ακούμε στις ειδήσεις για χιλιάδες νεκρά παιδιά, στη Γάζα και αλλού, αλλά το αντέχουμε επειδή παραμένει μια πληροφορία που δεν εικονοποιείται. Και το κακό πάνω σε παιδιά είναι κάτι τόσο δύσκολο να χωρέσει στο νου και στην καρδιά, ώστε ακόμα και στο πεδίο της τέχνης είναι σαν κάπου να μας υπερβαίνει αυτή η αναπαράσταση του. Δεν μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε. Αυτό όμως που δεν αντέχουμε να βλέπουμε καν στα ψέματα, είναι αυτό που συμβαίνει στα αλήθεια και σε μαζική κλίμακα. Και εκεί το αντέχουμε και δεν επαναστατούμε. Και κάπως μας το υπενθυμίζουν αυτό οι Τρωάδες της Ελένης Ευθυμίου, με τον τρόπο τους, με τον απλούστερο και αποτελεσματικότερο σκηνικό τρόπο, χωρίς κανένα τρικ, χωρίς κανένα τέχνασμα, φέρνοντας απλώς στη σκηνή ένα αληθινό παιδί, με την αληθινή του παιδικότητα, το αληθινό του μπόι και το αληθινό του σώμα, δείχνοντάς μας πόσο αβάσταχτα σκανδαλώδες είναι να σκοτώνουν οι ενήλικοι μικρά παιδιά, έστω και στο θέατρο.
