Στο μακρινό μέλλον, όταν η ανθρωπότητα θα έχει επιτύχει αυτή την ουτοπική αρμονία μεταξύ των λαών και θα έχει εξαλείψει τη βία από το λεξιλόγιό της, θα ήταν καλό να δούμε πώς χώρες πλούσιες σε φυσικούς πόρους έχουν ταυτόχρονα άθλιες συνθήκες διαβίωσης για τους πολίτες τους.

 

 

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό είναι μια χώρα της οποίας τα αποθέματα ορυκτών και μεταλλευμάτων εκτιμάται ότι αξίζουν περισσότερα από 24 τρις δολάρια. Εκεί βρίσκεται το 70% των παγκόσμιων αποθεμάτων κολτανίου, το ένα τρίτο κοβαλτίου, πάνω από το 30% των αποθεμάτων διαμαντιών και το ένα δέκατο του παγκόσμιου χαλκού. Πολλά από τα υλικά που εξορύσσονται εκεί εμείς τα συναντάμε στην καθημερινότητά μας και πιθανόν μας περνούν απαρατήρητα κιόλας ‒ από το τηλεκοντρόλ, την τηλεόραση, το Playstation, τον φορητό υπολογιστή, μέχρι ένα κολιέ με πολύτιμους λίθους ή ένα δαχτυλίδι. Όλα αυτά που έχουν ορίσει την εικόνα της δυτικής κοινωνίας προέρχονται από ορυχεία της Κεντρικής Αφρικής.

 

 

Πιο συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1880 χρησιμοποιούσαν ελεφαντόδοντο για πλήκτρα στο πιάνο, σταυρούς, ψεύτικα δόντια και σκαλιστά γλυπτά· τη δεκαετία του 1890 καουτσούκ για ελαστικά αυτοκινήτων και ποδηλάτων· το 1900 φοινικέλαιο για σαπούνι· το 1910 χαλκό, κασσίτερο, ψευδάργυρο, ασήμι και νικέλιο για εκβιομηχάνιση· το 1945 διαμάντια και χρυσό, όπως και ουράνιο για πυρηνικές βόμβες· το 2000 ταντάλιο και βολφράμιο για μικροεπεξεργαστές και κοβάλτιο για τις επαναφορτιζόμενες μπαταρίες από το 2012 και μετά.

 

 

Όταν σκεφτόμαστε βιομηχανικά ορυχεία, αυτό που έρχεται στο μυαλό κάθε λογικού ανθρώπου είναι τεράστια μηχανήματα να σκάβουν τη γη και εργάτες να τα χειρίζονται. Ειδικά αν αποδεχτούμε τους ισχυρισμούς μεγαλοεταιρειών όπως η Apple, η Samsung ή η Tesla, οι οποίες διατηρούν μια καταδικαστέα στάση απέναντι στη μοντέρνα σκλαβιά, στην παιδική εργασία και στην καταστροφή του περιβάλλοντος, τότε το ζήτημα θεωρείται λήξαν, καθώς ισχυρίζονται πως ελέγχουν τους προμηθευτές τους.

Στην πραγματικότητα, δυστυχώς, η αλήθεια είναι το ακριβώς αντίθετο των ισχυρισμών τους, που αποδεικνύονται ψευδείς, ώστε να εθελοτυφλούμε και να είμαστε χαρούμενοι καταναλωτές καθώς περιμένουμε με ανυπομονησία την Black Friday. Στα ορυχεία του Κονγκό μπορεί κανείς να συναντήσει ολόκληρες οικογένειες -ενήλικες και ανηλίκους μαζί, από έξι χρονών και άνω- να σκάβουν 18 ώρες την ημέρα με τα χέρια, για να κερδίσουν έναν πενιχρό μισθό στο τέλος του μήνα. Έχω βρει διάφορα νούμερα, αλλά όλα είναι κάτω από δέκα δολάρια την ημέρα· μπορεί να είναι τρία, μπορεί πέντε ή επτά, και γι’ αυτό χρειάζονται ολόκληρες οικογένειες να δουλεύουν στο ορυχείο. Η επιλογή για σχολείο και για μόρφωση -ακόμα κι εκεί που υπάρχει- συχνά αποθαρρύνεται, αφού το παιδί δεν βγάζει λεφτά αν δεν δουλεύει, οπότε ενδέχεται να μείνει νηστικό στο τέλος της ημέρας.

 

 

Ταυτόχρονα το κοβάλτιο είναι πολύ τοξικό, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται επιπλοκές στις γέννες, που οδηγούν σε παραμορφωμένα παιδιά. Συνυπολογίζοντας τους υπόλοιπους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ένας άνθρωπος που κατεβαίνει από μια τρύπα στα έγκατα της γης δίχως εξοπλισμό και οξυγόνο, μαζί με όλα αυτά που καραδοκούν σε μια κυβέρνηση, η οποία προσφέρει θυσία τους πολίτες της για τα μεγάλα συμφέροντα της Δύσης (κακοποιήσεις, σκλαβιά, παιδική εργασία, καταναγκαστική εργασία, εμπόριο ανθρώπων, λοιπούς τραυματισμούς και θανάτους), η κατάσταση στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό μπορεί να χαρακτηριστεί αναπόφευκτα αβάσταχτη.

Αιώνες τώρα γίνονται τρομερές προσπάθειες ενημέρωσης των καταναλωτών σχετικά με την προέλευση των πολύτιμων μαραφετιών τους, με την πιο εμβληματική να είναι το μυθιστόρημα Η Καρδιά του Σκότους του Τζόζεφ Κόνραντ που κυκλοφόρησε το 1899, αλλά οι προσπάθειες συγκάλυψης των εγκληματικών ενεργειών πάντα θα είναι κυρίαρχες, υποστηριζόμενες από την εντύπωση πως «όλα αυτά συμβαίνουν μακριά από εμάς», οπότε πάντα μπορεί να χρησιμοποιηθεί λίγη επικάλυψη άγνοιας μια και δεν είναι «δικό μας πρόβλημα».

Όπως αναφέρει και ο Siddharth Kara στο βιβλίο Cobalt Red: How the Blood of the Congo Powers Our Lives (το οποίο αποτέλεσε σημαντική πηγή γι’ αυτό το άρθρο), το σύστημα το οποίο συγκαλύπτει την εκμετάλλευση φτωχών μαύρων ανθρώπων, για τις παγκόσμιες εμπορικές αλυσίδες, έχει τις ρίζες του σε περασμένους αιώνες. Λίγοι άνθρωποι στην Αγγλία του 1700, όταν έβαζαν ζάχαρη στο τσάι τους, γνώριζαν πως μαζευόταν από Αφρικανούς σκλάβους. Η εικόνα της σκλαβιάς ήταν αποκομμένη από ένα τυπικό νοικοκυριό μέχρι που κάποιοι, μέσα από τους αγώνες της εποχής, ανάγκασαν και τους υπόλοιπους να δουν την πραγματικότητα. Ψέματα, όπως «τους δίνουμε δουλειά», «τους σώζουμε», «έχουν κάπου να μείνουν», «έχουν ένα πιάτο να φάνε», λέγονταν τότε και λέγονται και σήμερα για να συγκαλύψουν το ίδιο έγκλημα. Και όταν φτάνει στα αυτιά μας ένα ακραίο περιστατικό, μέσα στις χιλιάδες ακρότητες που ζουν αυτοί οι άνθρωποι σε εκείνες τις άθλιες συνθήκες, τότε οι δικαιολογίες πέφτουν βροχή: «ήταν ατύχημα», «μεμονωμένο περιστατικό», «οι συνθήκες δεν είναι πάντα έτσι».

 

 

Οι συνθήκες όμως είναι πάντα έτσι, και όσο υπάρχει τεράστια ζήτηση για τα προϊόντα που δημιουργούνται από τους φυσικούς πόρους της Αφρικής, δεν θα αλλάξουν ποτέ. Αιώνες ευρωπαϊκών σκλαβοπάζαρων, τα οποία ξεκίνησαν στις αρχές του 1500, έχουν δημιουργήσει ανεπανόρθωτες ζημιές στους ντόπιους, με αποκορύφωμα την αποικιοκρατία του Λεοπόλδου Β’, που έθεσε το σκηνικό εκμετάλλευσης, το οποίο συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Βλέποντας ρεπορτάζ για το Κονγκό, δύσκολα καταλαβαίνει κανείς αν μιλάμε για τις αποικίες του Λεοπόλδου Β’ ή για τη μοντέρνα εποχή, καθώς το μόνο που αλλάζει είναι η απήχηση που έχουν τα ορυκτά ‒ την εποχή του Λεοπόλδου ήταν σε ζήτηση το καουτσούκ, τώρα το κοβάλτιο. Η κατάσταση όμως παραμένει ίδια.

Εν συντομία, αξίζει να αναφερθούμε σ’ ένα θλιβερό σκηνικό από την καταδυνάστευση του Κονγκό την εποχή του Λεοπόλδου, όταν οι άνθρωποι του Κονγκό επαναστάτησαν ενάντια στον δυνάστη τους, αφού οι στρατιώτες ήταν ανεξέλεγκτοι και βίαζαν γυναίκες και στερούσαν φαγητό από παιδιά. Οι ανώτεροι των στρατιωτών, με τη σειρά τους, ασκούσαν πιέσεις σε αυτούς, καθώς η παραγωγή είχε σταματήσει και οι στρατιώτες, με τη δική τους σειρά, απάντησαν στους επαναστάτες με βασανισμούς και θάνατο. Τα πυρομαχικά, όμως, ήταν ακριβά, οπότε οι ανώτεροι ζητούσαν «αποδείξεις» από τους στρατιώτες ότι τα χρησιμοποιούσαν για να πνίξουν την επανάσταση – κάτι που εκείνοι δεν μπορούσαν να παράσχουν, καθώς τα χρησιμοποιούσαν και για κυνήγι. Η σαδιστική λύση στο πρόβλημα ήταν αρκετά απλή: οι στρατιώτες άρχισαν να κόβουν χέρια ζωντανών και να τα παρουσιάζουν ως απόδειξη για να δικαιολογήσουν την έλλειψη πυρομαχικών –κάτι που αργότερα συνέχισαν να κάνουν ως παραδειγματισμό.

Ακόμα πιο τραγικό φαντάζει το γεγονός πως όλη αυτή η κακοποίηση θα μπορούσε να σταματήσει το 1960 με την εκλογή του Πατρίς Λουμούμπα, του πρώτου δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού της χώρας, τον οποίο δολοφόνησαν, έκοψαν σε κομμάτια και στη συνέχεια τα έλιωσαν σε οξύ σε μια προσπάθεια να καλύψουν το έγκλημα. Αυτή η πράξη ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας του Βελγίου και των ΗΠΑ, στην επιτυχημένη προσπάθεια να διατηρήσουν το αποικιοκρατικό στάτους του Κονγκό, αποτρέποντας την αυτονόμησή του για να μην στερηθούν τα πλούτη του και να κρατήσουν μακριά τη Σοβιετική Ένωση, με την οποία ο Λουμούμπα ήταν σε επαφή. Αργότερα, στη θέση του Λουμούμπα τοποθέτησαν τον δικτάτορα Ζοζέφ Μομπούτου, ο οποίος για τριάντα δύο χρόνια εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της Δύσης και διατήρησε το πλαίσιο κακοποίησης που υπάρχει ακόμα και σήμερα, προς όφελος και του ίδιου.

Εν κατακλείδι, η ζήτηση για τις πολυτέλειες που απολαμβάνουμε στην καθημερινότητά μας δεν θα σταματήσει ποτέ. Αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε είναι αν το κινητό μας αξίζει περισσότερο από ένα παιδί που πεινάει, από έναν νεκρό εργάτη εξαιτίας της κατάρρευσης ενός ορυχείου ή από μια σεξουαλικά κακοποιημένη έγκυο γυναίκα, την οποία εξανάγκασαν να παντρευτεί και την έστειλαν την επόμενη μέρα στη δουλειά.

Όλα ξεκινάνε με την αλληλεγγύη.

 

 

 

Ο Λευτέρης Αναγνωστόπουλος ασχολείται με τη συγγραφή και τη σκηνοθεσία. Από τις εκδόσεις Άνω Τελεία κυκλοφορεί το πρώτο του έργο, ένα δυστοπικό, νεο-νουάρ, μυθιστόρημα με τίτλο «Το Κόκκινο Δεξί Χέρι».