Στον Σ. που δεν του αρέσουν τα Χριστούγεννα…
Πλησίαζαν οι μέρες που η Ξουμου-λου-κουκου θα αποφοιτούσε από τη Μεγάλη Σχολή Μαγείας. Έμενε μόνο να παραδώσει την πτυχιακή της εργασία που σύμφωνα με τους κανονισμούς ήταν το μαγείρεμα ενός πρωτότυπου φίλτρου, συνοδευόμενου από το ανάλογο ξόρκι. Είχε σκεφτεί άπειρες ώρες ποιο άραγε φίλτρο είναι στα αλήθεια χρήσιμο και ακόμα δεν έχει εφευρεθεί, αλλά απάντηση δεν μπορούσε να βρει.
Όλοι οι συμμαθητές της είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους γιατί σε δύο μέρες ήταν Πρωτοχρονιά και η Σχολή ήταν σχεδόν άδεια. Εκείνη όμως δεν είχε πάρει άδεια εξόδου. Η Ξουμου-λου-κουκου δεν είχε οικογένεια, είχε μόνο μια μαύρη γάτα, την Μπλανς, γιατί τους ορφανούς μάγους τους μεγαλώνουν γάτες, σε περίπτωση που δεν το ξέρετε. Η Μπλανς όμως πέθανε αναπάντεχα πριν από πέντε χρόνια, αφήνοντάς την εντελώς μόνη.
Από τότε όποτε πλησίαζαν οι γιορτές, η μαθητευόμενη μάγισσα κλεινόταν στη σοφίτα της και περίμενε στωικά να περάσουν αυτές οι καταραμένες μέρες. Και έτσι καθώς χάζευε την κατάφωτη πολιτεία που γιόρταζε, ξαφνικά της ήρθε έμπνευση: θα έφτιαχνε ένα φίλτρο που θα έκανε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σαν όλες τις άλλες!
Βιαστικά φόρεσε την κάπα της και διακτινίστηκε στη μεγάλη βιβλιοθήκη για να να βρει την απαραίτητη βιβλιογραφία. Πέρασε ολόκληρη τη μέρα ανάμεσα στα φορτωμένα ράφια, ακούγοντας τους ψιθύρους των μαγικών βιβλίων. Άρχισε να βραδιάζει και δεν είχε βρει τίποτα χρήσιμο, παρ’όλα αυτά δε νύσταζε. «Οι νύχτες είναι βασανιστικά σιωπηλές», σκέφτηκε η μάγισσα και τότε ένα μικρό λεξικό έβαλε τα γέλια: «Τότε γιατί δεν φυλακίζεις τη σιωπή τους να φτιάξεις το φίλτρο σου;» Ναι, φυσικά, πώς δεν το σκέφτηκε, με τη σιωπή της νύχτας θα έκανε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Πώς όμως θα κατάφερνε να πιάσει αυτό τον ήχο;
Το λεξικό την ειρωνεύτηκε και πάλι: « Καλά, τίποτα δεν έχεις μάθει ακόμα; Θες να γίνεις και πτυχιούχος μάγισσα. Όλους τους ήχους, ανόητη, τους κρατά ο Μαέστρος Σαξ. Από αυτόν να τον ζητήσεις».
Ο περιβόητος μάγος Σαξ …. με τα μαγικά χέρια που έπαιζε όλα τα όργανα του κόσμου, ακόμα και όσα δεν έχουν ακόμα εφευρεθεί. Όλοι ήξεραν ότι ποτέ δεν έβγαινε από τον πύργο του που βρισκόταν στην άλλη άκρη της πολιτείας και ποτέ δε χάριζε σε κανέναν τους ήχους του. Δεν είχε και πολλές ελπίδες μαζί του -το λεξικό το ήξερε αυτό- όμως δεν της είπε τίποτα, καθώς διασκέδαζε με την αμυαλιά της.
Η Ξουμου-λου-κουκου συγκεντρώθηκε με όλη της τη δύναμη για να επικοινωνήσει μαζί του. Πραγματικά, το σώμα της έπιασε τον παλμό του Σαξ και του ψιθύρισε το παράδοξο αίτημά της, όμως δεν πήρε απάντηση. Ξανασυγκεντρώθηκε κι αυτή τη φορά του έστειλε σήμα κινδύνου: ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΏ. ΔΕΝ ΑΝΤΈΧΩ ΑΚΌΜΑ ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΆ! Στον πύργο του Σαξ έφτασε ένας περίεργος ήχος: χτύποι καρδιάς, γρήγοροι σφυγμοί, κύτταρα που πάλλονταν και η πολύ σπάνια νότα της ανάγκης, όλα μαζί τέλεια ενορχηστρωμένα. Αυτόν τον ήχο ο μεγάλος μαέστρος δεν τον είχε ξανακούσει ποτέ και ένιωσε περιέργεια γι΄αυτό το αλλόκοτο πλάσμα. Πρόσταξε τα κοσμοξάκουστα δάχτυλά του να παίξουν την πέμπτη αρμονική που σημαίνει «αποδέχομαι το κάλεσμα» και τότε η Ξουμου-λου-κουκου άκουσε τη φωνή του να της λέει « Έλα να με βρεις, σε περιμένω».
Η μάγισσα έφτασε με ένα μόνο άλμα στο σκουποδρόμιο. Αισθανόταν για πρώτη φορά μετά από πέντε χρόνια ευτυχισμένη. Επιτέλους θα λυτρωνόταν από αυτή τη γιορτή και θα έπαιρνε το πτυχίο της. Το μόνο που έμενε ήταν να φτιάξει και το ξόρκι της, αλλά τα ξόρκια δεν ήταν ποτέ το αγαπημένο της μάθημα.
« Τι κάνεις, μικρή; Για πού ετοιμάζεσαι;» ακούστηκε μια φωνή πίσω της. Ήταν ο διευθυντής της Σχολής, ο Μάγος ΚαρντιΚάρ, που είχε στην κατοχή του όλα τα φώτα. Ο ΚαρντιΚάρ ήταν μεγάλη προσωπικότητα στον κόσμο της μαγείας και οι φήμες έλεγαν ότι κατάφερε να κρατήσει στη ζωή για πέντε εβδομάδες δυο κομμένα κίτρινα τριαντάφυλλα, στέλνοντας αχτίδες που μόνος του είχε κατασκευάσει. Όλοι οι μαθητές τον έτρεμαν, όλοι εκτός από την Ξουμου-λου- κουκου που του έλεγε πάντα ό,τι της κατέβαινε στο κεφάλι. Κι εκείνος συνήθως γελούσε με τα καμώματά της, πράγμα που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει.
Με μια ανάσα του αποκάλυψε το σχέδιο της, του ανέλυσε την πτυχιακή της και στο τέλος του ανακοίνωσε ότι φεύγει για το πύργο του Σαξ. Ο ΚαρντιΚάρ την άκουγε σιωπηλός. «Δεν είναι τέλεια η ιδέα μου;» του είπε. Εκείνος εξακολουθούσε να μη λέει τίποτα. Έβγαλε μόνο μια δέσμη φωτός και της την έβαλε στα χέρια. «ιΑν χρειαστεί, αυτή θα φωτίσει το δρόμο σου. Καλό ταξίδι». Δεν κατάλαβε αν είχε συμφωνήσει με την ιδέα της, αλλά πολλές φορές δεν καταλάβαινε τι εννοούσε ο ΚαρντιΚάρ. Πήρε τη δέσμη, του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο -πράγμα απαράδεκτο σύμφωνα με το πρωτόκολλο- και ανέβηκε στη σκούπα της.
Πέταξε ασταμάτητα ολόκληρη τη μέρα και τη νύχτα πάνω από την πολιτεία και σκεφτόταν συνέχεια το ξόρκι που συνόδευε το φίλτρο της, αλλά κανένας συνδυασμός των μαγικών λέξεων δεν την ικανοποιούσε. Είχαν απομείνει μόνο δώδεκα ώρες και σε λίγο ο χρόνος θα άλλαζε. Έπρεπε να βιαστεί, όμως το να πετάς με σκούπα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο.
Είχε κουραστεί και διψούσε πολύ. Ξαφνικά πάνω από τα σύννεφα είδε μια λίμνη, ή τέλοσπαντων κάτι που έμοιαζε με λίμνη. Η Ξουμου-λου-κουκου έκανε τους υπολογισμούς της και αποφάσισε να κατέβει για ενάμιση λεπτό να ξεκουραστεί και να πιει λίγο νερό. Η σκούπα της διάβασε τη σκέψη της και με μια αστραπιαία κίνηση προσγειώθηκε στο έδαφος. Στη γη είχε πολύ ομίχλη και η μάγισσα δεν διέκρινε ότι η λίμνη δεν ήταν λίμνη, αλλά ένα απαίσιο έλος. Έσκυψε πάνω από το παγωμένο νερό, όταν άκουσε ένα περίεργο τραγούδι. Πλησίαζε προς το μέρος της φωνής και είδε ένα βάτραχο. « Γεια σου, με λένε Σίρι Σάρα, άρα μάρα κουκουνάρα, κάτσε λίγο». Η μάγισσα ήξερε ότι δεν έχει χρόνο, όμως αυτό το βατράχι συνδύαζε τις μαγικές λέξεις των ιερών βιβλίων και έφτιαχνε τραγούδια. Κάθε φορά μάλιστα που τέλειωνε μια στροφή ξεσπούσε σε γέλια. Δεν της φαινόταν καθόλου αστεία τα στιχάκια του, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί το βατράχι ότι ήταν πολύ γρήγορο στους συνδυασμούς, πολύ πιο γρήγορο από εκείνη τουλάχιστον που εδώ και ώρες βασανιζόταν να βρει το ξόρκι της, αλλά ούτε δυο λέξεις στη σειρά δεν είχε καταφέρει να βάλει. Έμεινε λοιπόν να το ακούει, μπας και της έρθει καμιά έμπνευση και ξέχασε ότι είχε μόνο ενάμιση λεπτό στη διάθεσή της, αν ήθελε να φτάσει εγκαίρως στον πύργο του Σαξ.
Πέρασαν έτσι δύο ώρες και αυτή καθόταν ακόμα στο κρύο έλος. Ξαφνικά ο άνεμος σφύριξε στα αυτιά της και η φωνή του Σαξ ήχησε στην καρδιά της «Θα αργήσεις …» Η μάγισσα πανικόβλητη σηκώθηκε και έκανε να πιάσει τη σκούπα της, αλλά το βατράχι που επιτέλους είχε βρει κάποιον να ακούει τα αστεία του, δεν είχε σκοπό να την αφήσει να φύγει. Την άρπαξε λοιπόν και τη βύθισε στο έλος. Η Ξουμου-λου-κουκου δεν μπορούσε να δει τίποτα μέσα στο βάλτο και άρχισε να χάνει την αναπνοή της. Κι ενώ πάλευε να βγει στην επιφάνεια, ξαφνικά θυμήθηκε τις αχτίδες του ΚαρντιΚάρ. Με κόπο τις έπιασε μέσα από την κάπα της και τις έριξε μέσα στο βρώμικο βυθό. Τότε όλα φωτίστηκαν, είδε το βατράχι να χοροπηδάει σαν τρελό, αλλά ευτυχώς είδε και το κάτω μέρους ενός βράχου. Γραπώθηκε λοιπόν πάνω του με όλη της τη δύναμη και βγήκε στην επιφάνεια. Η σκούπα πέταξε κοντά της και εκείνη ανέβηκε λαχανιασμένη. Τα ρούχα της ήταν μούσκεμα, στα μαλλιά της κρέμονταν βρύα και το πρόσωπό της είχε γεμίσει λάσπη. Μανιασμένα άρχισε να πετάει και να μετράει τα λεπτά, καταριώντας τον εαυτό της που στάθηκε τόσο επιπόλαιη. Μα τι δουλειά είχε να κάθεται στα έλη να ακούει βατράχια, όταν κάποιος την περίμενε να της χαρίσει τη σιωπή της νύχτας; Καλά να πάθει!
Η Ξουμου-λου-κουκου έτρεχε μέσα στη νύχτα και μαζί της έτρεχαν τα δευτερόλεπτα. Όταν είδε τον πύργο του Σαξ, άκουσε όλη την πόλη να μετράει αντίστροφα… «Δέκα, εννιά, οχτώ…» Η μάγισσα ήξερε ότι είχε χάσει την προθεσμία. Ακριβώς την ώρα που άλλαζε η χρονιά όρμησε μέσα στον πύργο, τρέμοντας από το κρύο, βρώμικη και λασπωμένη. Το ρολόι σήμανε δώδεκα και όλα τα όργανα του μεγάλου μαέστρου ήχησαν. Η μάγισσα έπεσε εξαντλημένη στα γόνατα, το σήμα κινδύνου της και ο σπάνιος ήχος της αντήχησαν για ακόμα μια φορά μέσα στον δαιδαλώδη πύργο και τότε ο Σαξ εμφανίστηκε μπροστά της. Έσκυψε δίπλα της και της έδωσε το μαγικό του χέρι. Εκείνη άπλωσε το δικό της και όταν τα δάχτυλα τους αγγίχτηκαν μεμιάς τα ρούχα της στέγνωσαν και μια γλυκιά ζέστη ένιωσε να την τυλίγει. Μια ζέστη που πέρασε τους τοίχους του σκοτεινού πύργου, βγήκε στους δρόμους και γέμισε την πόλη.
Έμειναν ακίνητοι με ενωμένα τα χέρια τους όλη τη νύχτα και το σήμα κινδύνου της Ξουμου-λου-κουκου ξέφυγε από το σώμα της και έτρεξε να συναντήσει τους υπόλοιπους ήχους του Σαξ. Όταν ξημέρωσε της είπε: «Δεν πειράζει που δεν έφτιαξες το φίλτρο σου. Μπορείς να περνάς εδώ την Πρωτοχρονιά από εδώ και πέρα».
Η μικρή μάγισσα κάθησε δίπλα στο μεγάλο τρομπόνι του και ψέλλισε « Καλή χρονιά». Ύστερα έβγαλε τη γυάλινη σφαίρα της και έστειλε στον ΚαρντιΚάρ ένα μήνυμα: « Έφτασα αργά. Δεν πρόλαβα. Όμως ξέρεις κάτι; Αυτό το φίλτρο δεν πρέπει να φτιαχτεί. Μήπως να φτιάξω ένα άλλο που θα κάνει όλες τις μέρες σαν Πρωτοχρονιά;»
Ο Μάγος των φώτων που δεν αποχωριζόταν ποτέ τη δική του σφαίρα μόλις διάβασε το μήνυμά της ξέσπασε σε γέλια. Έβγαλε μια μικρή αχτίδα από την τσέπη του, από αυτές που χρησιμοποιούσε σαν πένα, και της απάντησε: «Οι μέρες είναι πάντα σαν την Πρωτοχρονιά, γιατί πάντα κάτι καινούργιο αρχίζει. Αυτό το φίλτρο είναι εντελώς άχρηστο… Αλλά νομίζω ότι αξίζεις ένα δώρο, γι’ αυτό θα πάρεις το πτυχίο σου, υπό έναν όρο: Κάθε χρόνο την ίδια ώρα και μέρα θα αγγίζετε τα χέρια σας με τον Σαξ και θα ζεσταίνετε την πόλη… Καλή χρονιά, μικρή»..jpg)
Η Αγγελική Καρυστινού εργάζεται ως ηθοποιός. Έχει σκηνοθετήσει θεατρικές παραστάσεις και έχει γράψει κείμενα για το θέατρο. Παράλληλα διδάσκει θεατρική αγωγή. Τον Μάρτιο θα σκηνοθετήσει το έργο του Α. Σνίτσλερ « Το Γαϊτανάκι» σε μετάφραση Αλέξανδρου Κοέν στο Beton 7.
Η Ιωάννα Κανελλοπούλου εργάζεται ως ηθοποιός. Τις Κυριακές μπορεί κανείς να τη συναντήσει στη παιδική σκηνή του Θεάτρου Τέχνης. Με την Αγγελική Καρυστινού έχει συνεργαστεί ως εικονογράφος στο « Μεγάλο ταξίδι της Μαριάνθης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
