Με αφορμή την εμφάνισή της στην Αθήνα, είναι μια καλή ευκαιρία για μια σύντομη παρουσίαση της πρόσφατης έκθεσης μέρους της δουλειάς της στη γκαλερί του Barbican Centre στο Λονδίνο {Laurie Anderson, Trisha Brown, Gordon Matta-Clark, Pioneers of the Downtown Scene, New York 1970s, 3 March 2011 – 22 May 2011, Barbican Art Gallery}. Η ομάδική αυτή έκθεση συμπεριλαμβάνει μέρος της εικαστικής δραστηριότητας της Laurie Anderson, της Trisha Brown και του Gordon Matta-Clark κυρίως από τη δεκαετία του ’70, εποχή του fluxus και της performance.
Η Anderson, μουσικός, καλλιτέχνης, performer, παραμένει δραστήρια από τα φοιτητικά της χρόνια μέχρι σήμερα. Έχοντας καταπιαστεί με αμέτρητα διαφορετικά μέσα, στην έκθεση αυτή εκπροσωπείται με έργα τα οποία αποκαλύπτουν, ότι από νωρίς την απασχολούν θέματα όπως τα όνειρα, η καθημερινότητα και η επανάληψή της, η πόλη και η ανθρώπινη παρουσία σε αυτή. Μα πάνω από όλα, το έργο της σημαδεύει έντονα ο ήχος και ο πειραματισμός με αυτόν.
Ο χώρος της έκθεσης, χωρισμένος σε δύο επίπεδα, φιλοξενεί στο πάνω κυρίως φωτογραφίες, σχέδια και βίντεο συνδεόμενα με performance της εποχής, με θέμα το αστικό τοπίο και τη ζωή σε αυτό. Στο κάτω παρουσιάζεται δείγμα της δραστηριότητας της ομάδας Anarchitecture (της οποίας μέλη ήταν και οι τρεις καλλιτέχνες) καθώς και διάφορες διαδραστικές “συσκευές” της Anderson και εντυπωσιακές performance των Brown και Clark.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της Anderson, το “Institutional Dreams”, είναι μια σειρά φωτογραφιών της ίδιας ενώ προσπαθεί να αποκοιμηθεί σε δημόσιους χώρους της Νέας Υόρκης, θέλοντας να εξετάσει το αν επηρεάζονται τα όνειρά της από το εκάστοτε εξωτερικό περιβάλλον.
Γκρίζες μάζες, σαν τσιμεντόλιθοι τοποθετημένοι στο πάτωμα, έχουν τον τίτλο “Days in December”, τίτλος, ενδεικτικό σχόλιο των θεμάτων της καθημερινότητας στο μοντέρνο αστικό τοπίο και της αέναης επανάληψης μονότονων ασχολιών. Τέλος, στις φωτογραφίες από τη γνωστή performance, με τίτλο “Duets on Ice”, βλέπουμε την ίδια να παίζει βιολί στους δρόμους της πόλης, φορώντας παγοπέδιλα που στη βάση τους είναι καλυμμένα με πάγο. Η μουσική κρατάει μέχρι ο πάγος να λιώσει εντελώς. Αυτό το έργο, αντιπροσωπευτικό της πορείας της, συνδυάζει τη μουσική, το ανθρώπινο σώμα ως μέσον αυτής, την πόλη και τις εξωτερικές συνθήκες, που λειτουργούν καθοριστικά ως ένα είδος χρονομέτρου.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που ο επισκέπτης συνειδητοποιεί από την συγκεκριμένη ομάδα έργων, είναι το πόσο μελετημένα ήταν τα happenings και οι performance. Τα επάλληλα σχέδια, που περιλαμβάνουν από μια ιδέα ως ένα εξονυχιστικά αναλυτικό σχεδιάγραμμα, οι φωτογραφίες και οι ηχογραφήσεις αποτελούν ντοκουμέντα της μελέτης αυτής. Αποδεικνύεται έτσι, ότι η performance ως καλλιτεχνική έκφραση, είναι περισσότερο στοχοθετημένη και συγκεκριμένη από ότι πίστευε ο θεατής της τότε (αλλά και της σημερινής) εποχής.
Στη συνέχεια η Anderson καλεί τον επισκέπτη να συμμετάσχει και να “ενεργοποιήσει” τις ακουστικές κατασκευές της, όπως η ίδια έκανε με το βιολί της. Η πρώτη με τίτλο “The Handphone Table” είναι ένα μικρό τραπέζι στο οποίο ο επισκέπτης κάθεται τοποθετώντας τους αγκώνες του σε ειδικές θέσεις στην επιφάνειά του, κλείνοντας ταυτόχρονα τα αυτιά του. Οι παλάμες του λειτουργούν σαν ακουστικά και από τους αγκώνες μεταφέρεται ο ήχος από το εσωτερικό του τραπεζιού, στο οποίο έχει τοποθετηθεί ένα είδος κασετόφωνου. Παρόμοια λειτουργεί και το “Μαξιλάρι που μιλάει” (Talking Pillow). Ακουμπώντας το κεφάλι του κανείς σε αυτό, ακούει μια γυναικεία φωνή η οποία μοιάζει να παραληρεί, εξιστορώντας μια αλληλουχία ασύνδετων γεγονότων, σαν όνειρο. Τα έργα αυτά αποτελούν σχόλιο και πρόκληση σχετικά με τον ξεκάθαρο διαχωρισμό του χώρου του θεατή από αυτόν του δημιουργού. Ταυτόχρονα είναι συνέχεια των προβληματισμών που αναφέρθηκαν παραπάνω όπως τα όνειρα, το υποσυνείδητο, τα όρια του απτού και μη, του έμψυχου και του άψυχου, η σχέση καλλιτέχνη-θεατή και ο ρόλος της δράσης του στο έργο του πρώτου. Η θεματική της Anderson επομένως κινείται σε γνωστά μονοπάτια για τους καλλιτέχνες από την Αναγέννηση και τους Σουρρεαλιστές μέχρι σήμερα, γεγονός που καθιστά τα έργα της διαχρονικά.
Η Τrisha Brown, χορογράφος κυρίως, παρουσιάζεται με τις εντυπωσιακές performance της μέσω αναπαράστασης τους ή φωτογραφιών. Το στοιχείο που κυριαρχεί στο έργο της είναι η αλλαγή της οπτικής του θεατή μέσω της χρήσης παράδοξων χώρων για την εκτέλεση των χορογραφιών της. Παράδειγμα αποτελούν οι φωτογραφίες, που δείχνουν την ίδια και άλλους χορευτές στις σκεπές κτιρίων της Νέας Υόρκης (Roof Piece, 1973) καθώς και το “Walking on the wall” όπου οι χορευτές αιωρούνται από σχοινιά, προσπαθώντας να περπατήσουν όσο πιο φυσικά γίνεται στον τοίχο της γκαλερί. O Gordon Matta-Clark ασχολείται με την αρχιτεκτονική και συνδυάζει συχνά αυτή την προβληματική του με την performance, η οποία αποτελεί τον κύριο συνδετικό κρίκο των τριών καλλιτεχνών. Το “Open House”, μια εγκατάσταση ενός κοντέινερ στη γειτονιά του Soho με λαβυρινθώδες εσωτερικό, διαμορφωμένο από τον Matta-Clark, έχει μεταφερθεί στο χώρο του Barbican και τα «σημάδια» των καλλιτεχνών και χορευτών τους οποίους κάλεσε για να πάρουν μέρος στην εγκατάσταση μετατρέποντας τη σε ένα party-performance, είναι ακόμη εμφανή. Στίχοι, συνθήματα, ονόματα, διακηρύξεις αγάπης, σε ένα κυκεώνα διαδρόμων και πολύχρωμων πορτών που τώρα έχουν μετατραπεί σε παιχνίδι για τον επισκέπτη ή ταξίδι, στο χρόνο και χώρο, καθώς παίρνει και αυτός μέρος σε αυτό το πανηγύρι.
Κλείνοντας, θα πρέπει να σημειωθεί η πολύ καλή επιμέλεια της έκθεσης η οποία λόγω της ταυτόχρονης παρουσίασης τριών καλλιτεχνών καθώς και της αναπαράστασης των performance, είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Οι πληροφορίες που παρέχονται στο χώρο είναι αρκετές χωρίς να κουράζουν, ενώ η οργάνωση του χώρου είναι ιδιαίτερα πετυχημένη. Ενδιαφέρουσα επομένως παρουσίαση, με καλλιτεχνικά μέσα και προβληματισμούς σχετικά με το άτομο και τον αστικό χώρο που παραμένουν επίκαιρα στη σύγχρονη κοινωνία.
H Laurie Anderson εμφανίζεται την Τετάρτη 8 Ιουνίου στο θέατρο Badminton.
