Δεν αρνείται ότι είναι πολυπράγμων, δεν θα μπορούσε άλλωστε. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος κινείται δημιουργικά αλλάζοντας κόσμους και κλίμακες, καθώς αυτό είναι που τον ανανεώνει, αυτό που τον απελευθερώνει.
Φέτος, διανύει μια ομολογουμένως επετειακή χρονιά. Από την επιστροφή του στην πρώτη σκηνή που ανέβηκε ποτέ, στο Θέατρο Κνωσός με τη θεατρική μεταφορά του “Brokeback Mountain”, έπειτα στη Θεσσαλονίκη μετά από 18 χρόνια με τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα» σε συνεργασία με το ΚΘΒΕ και τέλος στη «Χρυσή Εποχή» που θα ανατείλει στην Εθνική Λυρική Σκηνή σαν ανάμνηση από τα 35 χρόνια δημιουργίας του, που αδυνατεί να φανταστεί πώς πέρασαν.
Έχοντας κλείσει μια 7ετία στην καλλιτεχνική διεύθυνση του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, δηλώνει ότι δεν φοβήθηκε τις θέσεις ευθύνης αλλά το να χειριστείς ένα σύνολο ανθρώπων δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με το εγώ σου, και μας μιλά για τη σχέση του με το παρελθόν, τα ρίσκα και το το κοινό.
Με το ανέβασμα του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας» με το ΚΘΒΕ ουσιαστικά επιστρέφετε στη Θεσσαλονίκη μετά από 18 χρόνια. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και πώς τη βιώνετε;
Ναι, ουσιαστικά με έναν τρόπο είναι μια επιστροφή σε έναν χώρο στον οποίο ήμουν για πέντε χρόνια διευθυντής στην ομάδα του Χοροθεάτρου, η οποία δυστυχώς πλέον δεν υπάρχει και αυτό είναι ένα τεράστιο πλήγμα για τη Θεσσαλονίκη, για τον χορό, για τους νέους ανθρώπους που θέλουν να ασχοληθούν με τον χορό και δεν μπορούν να πάρουν έμπνευση από κάτι, να έχουν ένα σημείο αναφοράς. Αυτή τη φορά όμως, επέστρεψα κάνοντας ένα θεατρικό έργο, τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα». Η πρόταση ήρθε από το Κρατικό για να κάνουμε τη συνεργασία. Υπήρξαν διάφορα έργα πάνω στα οποία συσκεφτήκαμε, αλλά τελικά καταλήξαμε σ’ αυτό.
Είναι ένα έργο, το οποίο είχα μέσα μου σαν ανολοκλήρωτο και ουσιαστικά με αφορμή και το γεγονός ότι ανέβασα το “Brokeback Mountain” φέτος στην Αθήνα, το οποίο είναι ακριβώς η ίδια ιστορία με ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι, που είναι το ίδιο ανεκπλήρωτος έρωτας και στις δύο περιπτώσεις μέσα από κοινωνικές συγκρούσεις και μέσα από πρέπει που δεν μπορούν να ειπωθούν και να γίνουν. Με ενδιέφερε πάρα πολύ να δω το δίπολο αυτή τη στιγμή, την τόσο μεγάλη διαφορετικότητά του ας πούμε και γι’ αυτό θεώρησα ότι είναι μια καλή στιγμή να ξαναδώ τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα». Το ένα κείμενο είναι ποιητικό, σαιξπηρικό, με την πολύ ωραία μετάφραση του Διονύση Καψάλη και το άλλο είναι ένα σύγχρονο έργο. Μέσα στα δύο έργα βρίσκουμε ακριβώς τον πυρήνα της ίδιας συνθήκης.
Αντιλαμβάνομαι ότι έμοιαζε ανολοκλήρωτο μέσα σας δεδομένου και ότι δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεστε με αυτό το κλασικό έργο, πριν κάποια χρόνια το είχατε σκηνοθετήσει για τη σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Ποια είναι λοιπόν αυτή τη φορά η ματιά σας πάνω στο έργο του Σαίξπηρ και πόσο διαφορετική είναι η ατμόσφαιρα που χτίζεται επί σκηνής;
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ήθελα να το ξανακάνω. Επειδή εκείνη η εκδοχή ήταν αρκετά πειραματική και με τελείως διαφορετική δραματουργία, με έναν τρόπο ήθελα να ολοκληρώσω το έργο κάνοντάς το με έναν τελείως άλλο τρόπο και όλους τους ρόλους να ερμηνεύονται από διαφορετικούς ηθοποιούς. Τότε είχα κάνει ένα παιχνίδι ανάμεσα σε πολλούς Ρωμαίους και πολλές Ιουλιέτες, οπότε κάπως για μένα υπήρχε ένα υπόλοιπο σε αυτό το έργο. Ήθελα να εντρυφήσω περισσότερο στους χαρακτήρες, στις συνθήκες και στα πρόσωπα. Το ζήτημα ήταν το να αναδειχθεί όσο το δυνατόν περισσότερο στη συνθήκη του ρόλου και στο πώς ο ηθοποιός θα φέρει τον ρόλο αυτό εις πέρας από την αρχή μέχρι το τέλος.
Παρότι τα κοστούμια είναι τελείως διαφορετικά, το βασικό σκηνικό, η ιδέα του είναι η ίδια, αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελα να αλλάξω. Το σύνολο όμως είναι τελείως διαφορετικό. Η πρώτη εκδοχή ήταν πιο μινιμαλιστική. Τώρα έχουμε το εγκαταλειμμένο τοπίο με ένα αυτοκίνητο, μία κονσόλα και μία σκαλωσιά που ουσιαστικά είναι το μπαλκόνι και το δωμάτιο της Ιουλιέτας.
Η Θεσσαλονίκη αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι στην πορεία σας, έτσι δεν είναι;
Η Θεσσαλονίκη ήταν ένα πάρα πολύ σημαντικό κομμάτι. Εκεί ενηλικιώθηκα ουσιαστικά από την περίοδο της εφηβείας, που είναι η Οκτάνα, βρέθηκα στο Χοροθέατρο που είχα μια σταθερή έδρα και ουσιαστικά με την ομάδα εκεί κάναμε σημαντικά πράγματα που είχαν απήχηση, δέθηκαν με την πόλη και το Χοροθέατρο ήταν ο τόπος συνάντησης όχι μόνο των νέων αλλά όλων των ηλικιών. Ταξιδέψαμε πάρα πολύ σε όλο τον κόσμο, Ανατολή, Δύση, Βορρά, Νότο. Ουσιαστικά ήταν ένα πείραμα για το πώς μπορεί μια ομάδα μέσα σε πλαίσια ασφάλειας, που είναι ένας κρατικός οργανισμός, να λειτουργήσει και να έχει αποτελέσματα.
Δυστυχώς όμως όλο αυτό δεν έληξε με τον καλύτερο τρόπο, έκλεισε ένα κεφάλαιο για εσάς αλλά αυτόματα έκλεισε και ένα κεφάλαιο για την πόλη.
Έληξε άδοξα και για μένα ήταν το λιγότερο, το θέμα ήταν ότι έκλεισε για την πόλη. Γιατί εγώ έφυγα, ήρθα στην Αθήνα, συνεργάστηκα με το Εθνικό Θέατρο, με τη Λυρική, δηλαδή λειτουργώ ανεξάρτητα. Ένας άνθρωπος που δημιουργεί θα βρει τον δρόμο του όταν θέλει να είναι δημιουργικός, αλλά ένας οργανισμός όταν κλείνει είναι πολύ δύσκολο μετά να τον επαναφέρεις.
Η πόλη του τώρα θυμίζει καθόλου την πόλη του τότε, που ζήσατε και δουλέψατε;
Με έναν τρόπο ναι και με έναν τρόπο όχι. Καταρχάς δεν μπορεί να μου θυμίζει γιατί είμαι άλλος και εγώ ο ίδιος με την έννοια ότι έχουν περάσει τα χρόνια, διαφορετικά αντιμετωπίζω τη ζωή, την πόλη, τον δρόμο, τους ανθρώπους. Θεωρώ ότι η Θεσσαλονίκη είναι σε μια καλή στιγμή της πάλι, με έναν τρόπο ξαναβρίσκει τη ζωντάνια της. Νομίζω ότι πέρασε μια περίοδο η οποία ήταν θα έλεγε κανείς πιο δύσκολη, έτσι όπως το περιγράφουν και οι ίδιοι, γιατί εγώ δεν το έζησα.
Όσον αφορά στον χορό και τις ευκαιρίες που δίνονται τόσο στο κοινό του για να παρακολουθήσει όσο και στους επαγγελματίες να δουλέψουν ή να σπουδάσουν, έχουν αλλάξει τα πράγματα στην πόλη;
Δεν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτό γιατί πραγματικά δεν γνωρίζω. Πάντως με κάποιους ανθρώπους που μίλησα από τον χορό στη Θεσσαλονίκη, μου είπαν ότι δυσκολεύονται πάρα πολύ. Δεν υπάρχουν προοπτικές ουσιαστικά. Πρέπει όλοι να φύγουν, να πάνε είτε στο εξωτερικό είτε να κατέβουν στην Αθήνα. Όταν δεν υπάρχει ένας κεντρικός άξονας, οι ομάδες αυτομάτως δυσκολεύονται αρκετά. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν ομάδες, υπάρχουν ας πούμε οι Χορευτές του Βορρά και άλλες ομάδες, απλώς είναι πιο δύσκολα τα πράγματα.
Αυτή η συνεργασία με το ΚΘΒΕ θα έχει συνέχεια ή είναι νωρίς να το πούμε;
Είναι νωρίς. Είναι πολύ ωραίο που έγινε τώρα αυτό. Είμαι χαρούμενος γιατί η παράσταση στη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε πολύ ωραία, αφήνοντας ωραίες εντυπώσεις στο κοινό και για μένα είναι σημαντικό, γιατί πραγματικά ήταν μια επιστροφή με έναν τρόπο και το κοινό με βλέπει σε κάτι άλλο από αυτό που είχα συνηθίσει.
Η φετινή χρονιά στο σύνολό της μοιάζει να είναι κάπως επετειακή για εσάς, από την επιστροφή στο ΚΘΒΕ, στην παράσταση στο θέατρο Κνωσός που ήταν η πρώτη σκηνή που ανεβήκατε και τώρα σκηνοθετείτε το “Brokeback Mountain” και σε λίγους μήνες έρχεται στη Λυρική η «Χρυσή εποχή» που έχει αναφορά σε προηγούμενες δουλειές σας. Τη βιώνετε με αυτόν τον τρόπο, σαν μια αναδρομή στην πορεία, ένα εορταστικό κλίμα;
Ναι, νομίζω κάπως έτσι καταλήγουμε. Ουσιαστικά η «Χρυσή εποχή» έρχεται με αφορμή τα 35 χρόνια δημιουργίας που ούτε μπορώ να το φανταστώ, ούτε μπορώ να καταλάβω πώς είναι τόσα χρόνια, μου φαίνεται πολύ περίεργο, αλλά είναι στην πραγματικότητα. Όταν σκέφτηκα πέρυσι να γίνει αυτό το έργο, ήταν ακριβώς αυτό, να φέρω αναμνήσεις από διαφορετικές παραστάσεις και διαφορετικές ιδέες που είχα, αλλά μέσα σε ένα τελείως διαφορετικό context, που είναι το πάρτι για τα εγκαίνια μιας Χρυσής Εποχής που έρχεται. Κάπως μοιάζει και λίγο προφητικό, αλλά θα δούμε πώς θα εξελιχθεί η παράσταση και πώς θα εξελιχθεί η εποχή που θα ζήσουμε. Το κλίμα φαίνεται εορταστικό, δεν ξέρω αν η παράσταση θα είναι εορταστική με αυτή την έννοια αλλά σίγουρα κλείνει μια περίοδος δημιουργίας.
Ανατρέχετε στη διαδρομή σας, κάνετε απολογισμούς;
Όχι συχνά. Καμιά φορά όταν γνωρίζω νέους ανθρώπους, συζητάμε ή κάπως αναφέρονται σε δουλειές που έχω κάνει στο παρελθόν, αναγκάζομαι να κάνω κάποιο flashback, αλλά στην πραγματικότητα προσπαθώ να κρατιέμαι μακριά από το παρελθόν και να κοιτάω μονάχα αυτό που σκέφτομαι να κάνω στο μέλλον. Παρότι βέβαια τώρα, για αυτή την παραγωγή που ετοιμάζω τη «Xρυσή εποχή» στην Εθνική Λυρική Σκηνή, έχω ψάξει στα αρχεία, έχω ξαναδεί τα έργα ψάχνοντας να βρω στοιχεία, τα οποία θεώρησα ότι δεν εκμεταλλεύτηκα όσο θα έπρεπε ή δεν τα εξέλιξα όσο θα ήθελα ή μέσα εκεί είδα και κάτι άλλο που θα με ενδιέφερε να κοιτάξω. Αυτό που δημιουργείται όμως στο τέλος είναι ένα καινούργιο έργο.
Έχετε μπει σε διαδικασία προβών για τη «Χρυσή εποχή»;
Έχω κάνει μία πρώτη σειρά προβών στις αρχές της χρονιάς με τους χορευτές, γιατί το ρεπερτόριο που έχουμε δεν επιτρέπει να προηγούνται άλλα έργα -είχαμε τον «Δον Κιχώτη» και τώρα έχουμε τον «Τσαϊκόφσκι»- οπότε είναι όλοι απασχολημένοι σε αυτές τις παραγωγές και μόλις τελειώσει θα ξεκινήσουμε ξανά. Η παράσταση θα ξεκινήσει από το Φεστιβάλ του Βελιγραδίου στις 12 Απριλίου στο Διεθνές Φεστιβάλ, το οποίο έχει ενδιαφέρον γιατί η πρώτη παράσταση που εγκαινίασε το φεστιβάλ αυτό ήταν «Ο Ταξιδιώτης του χειμώνα», που είχα κάνει με το Χοροθέατρο του ΚΘΒΕ. Οπότε και αυτό είναι επετειακό, 22 χρόνια μετά θα ξαναπάμε με ένα άλλο έργο. Μετά θα έρθει στην Αθήνα τον Μάιο.
Κοιτώντας την έναρξη της συνεργασίας με την Εθνική Λυρική Σκηνή, η οποία μετρά πια 7 χρόνια, πώς έχετε δει τις πρώτες σκέψεις σας και τα «στοιχήματα» που είχατε θέσει να εξελίσσονται μέχρι στιγμής;
Νομίζω αυτό είναι κάτι που το κρίνετε πιο πολύ εσείς και το κοινό. Τα στοιχήματα που είχα βάλει, ήταν να δημιουργηθούν τρεις διαφορετικοί άξονες πάνω στους οποίους να λειτουργήσει η ομάδα. Ο ένας είναι να ανεβαίνουν κάποια κλασικά έργα είτε με τον κλασικό τρόπο είτε με έναν πιο υβριδικό τρόπο, αλλά να εμπεριέχουν και τα κλασικά μέρη του έργου. Αυτό επιτεύχθηκε και μάλιστα με πολύ καλά αποτελέσματα.
Η άλλη ιδέα που είχα ήταν να φέρουμε σημαντικούς χορογράφους από το εξωτερικό, που χάρη στη δωρεά ήταν πιο εφικτό, να έρθει σε επαφή για πρώτη φορά το Μπαλέτο με αυτό που λέμε τους pioneers του σύγχρονου χορού, όπως είναι ο Οχάντ Ναχαρίν, ο Γίρζι Κύλιαν, ο Νάτσο Ντουάτο, και τους νεότερους, όπως είναι ο Έκμαν, ο Ίνγκερ, ο Καγετάνο Σότο. Αυτό είναι σημαντικό γιατί ουσιαστικά με έναν τρόπο οι χορευτές μας αποκτήσανε αυτή την εμπειρία, εξελίχθηκαν με πολύ περισσότερες πληροφορίες πάνω στο σώμα τους πλέον. Ταυτόχρονα το κοινό είδε από μια ελληνική ομάδα, ισάξια χορευμένα αυτά τα έργα.
Ο τρίτος άξονας, που ήταν να καλέσω όσο περισσότερους νέους Έλληνες χορογράφους, είτε μέσω διαδικτυακών έργων είτε μέσω κανονικών έργων στη σκηνή και στην Εναλλακτική σκηνή, έγινε και αυτός. Οπότε, με έναν τρόπο θεωρώ ότι οι στόχοι επιτεύχθηκαν και μάλιστα με καλά αποτελέσματα. Είναι πραγματικά πολύς ο κόσμος που δούλεψε για πρώτη φορά με τους χορευτές του Μπαλέτου της Λυρικής Σκηνής.
Σε όλη αυτή την πορεία είδατε το κοινό του μπαλέτου να μετατοπίζεται; Μιλάμε για ένα κοινό αρκετά πιστό αλλά και αυστηρό.
Το κοινό το είδαμε να αγκαλιάζει όλη αυτή την πορεία και οι παραστάσεις να είναι πάντα σχεδόν γεμάτες. Σίγουρα προηγούνται τα κλασικά έργα και είναι αυτονόητο αυτό. Θεωρώ ότι με αυτό που κάναμε, καταφέραμε να κρατήσουμε και το κοινό του μπαλέτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Δον Κιχώτης, που ήταν μια αμιγώς κλασική παράσταση, έκανε έντεκα παραστάσεις sold out. Ταυτόχρονα το κοινό που θέλει να δει και κάτι διαφορετικό αγκαλιάζει όλες τις υπόλοιπες παραγωγές. Η αλήθεια είναι πως η δυναμική της ομάδας αυτή τη στιγμή δεν επιτρέπει παραπάνω από μία κλασική παραγωγή τον χρόνο, διότι υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα με χορευτές που έχουν μεγαλύτερες ηλικίες και θέματα που πρέπει να λυθούν με την πολιτεία. Αλλά το θέμα είναι ότι η μία κλασική παραγωγή που κάνουμε, θέλουμε να είναι με τρόπο φτιαγμένη και ουσιαστικά να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του κοινού. Νομίζω όμως ό,τι έχουμε κάνει σε κάθε επίπεδο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες διαφορετικού μέρους του κοινού, γιατί δεν είναι όλες οι παραστάσεις για όλους. Οπότε με αυτόν τον τρόπο νομίζω ότι έχουμε ανανεώσει αρκετά το κοινό του μπαλέτου.
Επομένως το ζητούμενο στο ρεπερτόριο για εσάς είναι μια ισορροπία μεταξύ αναβιώσεων κλασικών και νέων παραγωγών;
Ναι, αυτό είναι το πιο σημαντικό, γιατί ο χορός έχει πολλούς διαφορετικούς τρόπους έκφρασης και νομίζω ότι είναι καλό να ισορροπούμε, όπως ας πούμε στην όπερα ανεβαίνουν κλασικές και σύγχρονες παραγωγές, πρέπει με τον ίδιο τρόπο να αντιμετωπίσουμε και τον χορό, να έχουμε όλες τις εκφράσεις του.
Όσον αφορά στα θεατρικά και την επιστροφή σας στο Θέατρο Κνωσός, πείτε μας λίγα λόγια για τη διαδρομή με το “Brokeback Mountain”. Νιώσατε και εσείς από την αρχή ότι αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα η μεταφορά αυτής της ιστορίας στο θέατρο;
Είμαι πολύ χαρούμενος για το “Brokeback Mountain”, φτάνει αισίως στις 70 παραστάσεις, σε μια σκηνή, όπως είναι το θέατρο Κνωσός, που είναι από τα μεγαλύτερα θέατρα αυτή τη στιγμή στην Αθήνα. Για μένα ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον στοίχημα να γίνει μια παράσταση αυτού του είδους, με αυτή τη θεματική σε ένα κεντρικό θέατρο και να προσεγγίσει τελείως διαφορετικό κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι το είδα και εγώ στη διαδικασία ότι ήταν δύσκολο εγχείρημα.
Όταν έμαθα ότι υπήρχε αυτή η διασκευή που ανέβηκε στο West End, είπα αμέσως στον Μίλτο Σωτηριάδη να την πάρουμε και πράγματι προλάβαμε και την πήραμε αμέσως και η δική μου αγωνία ήταν πώς ο εξωτερικός κόσμος που ουσιαστικά είναι και ο υγιής κόσμος του έργου, δηλαδή ο κόσμος της φύσης, όπου εκεί αυτοί οι δύο άνθρωποι μπορεί να είναι ερωτευμένοι και ευτυχισμένοι, θα μεταφερθεί σε ένα κλειστό θέατρο. Μάλιστα στο West End παίχτηκε με το κοινό γύρω γύρω, οπότε στην πραγματικότητα δημιουργούσε μια τελείως διαφορετική αίσθηση. Ήθελα λοιπόν να δω πώς αυτό το έργο θα γίνει, θα βρεθεί ο τρόπος για να σπάσει ο κώδικάς του και να λειτουργήσει σε μια κανονική σκηνή. Νομίζω ότι η λύση που βρήκα ήταν κάτι που βοήθησε το έργο και ο ίδιος ο συγγραφέας που ήρθε και το είδε, μου είπε ότι πραγματικά η ιδέα της ντουλάπας, η οποία ανοίγει και κλείνει, που έχει και τη νοηματική σχέση με το έργο, λειτουργούσε πολύ καλά. Νομίζω ότι με αυτόν τον τρόπο λειτούργησε και το μέσα και το έξω, δημιουργώντας μια τελείως διαφορετική αίσθηση από την ταινία, αλλά σίγουρα ουσιαστική αίσθηση για το έργο.

Νιώθετε ότι βρήκε το κοινό της αυτή η παράσταση; Πέτυχε το εγχείρημα για εσάς;
Νομίζω ότι από όλες τις απόψεις πέτυχε. Κυρίως πέτυχε γιατί και οι δύο ηθοποιοί ήταν αποφασισμένοι, τους ενδιέφερε πάρα πολύ να κάνουν αυτό το έργο και δεν το αντιμετώπισαν απλώς σαν έναν ρόλο, αλλά μπήκαν ουσιαστικά, προσπάθησαν να βρουν την ψυχοσύνθεση των ηρώων, δουλέψαμε πάρα πολύ μαζί. Πήγαν στην Αμερική στο Ουαϊόμινγκ, έκαναν έρευνα και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να αγκαλιάσουν θα έλεγε κανείς ακτιβιστικά την παράσταση. Ήθελαν να γίνει αυτή η παράσταση, να ειπωθούν όσα ειπώθηκαν.

Όσον αφορά στο δίπολο που δημιουργείται με τον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα», το οποίο αναφέρατε νωρίτερα, μιλάμε για ερωτικές ιστορίες και στις δύο περιπτώσεις αλλά ουσιαστικά νομίζω μιλάμε για τις πατριαρχικές κοινωνίες, έτσι δεν είναι;
Ακριβώς και πώς αυτές διαλύουν τους ανθρώπους. Και στα δύο έργα είναι αυτός ο έρωτας με την πρώτη ματιά, μιλάμε για εφηβεία, τα παιδιά στο “Brokeback” είναι 19 ετών, στον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα» είναι 14 -15, όπως αναφέρονται στον Σαίξπηρ, που εκείνη την εποχή είναι το αντίστοιχο 19-20 το δικό μας ας πούμε, γιατί μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή ο μέσος όρος ηλικίας είναι τελείως διαφορετικός. Μιλάμε λοιπόν, για παιδιά τα οποία είναι πάνω στην ένταση της εφηβείας και στην έξαψη της ερωτικής διάθεσης, οπότε υπερισχύει αυτό από οποιαδήποτε άλλη σκέψη και στις δύο περιπτώσεις μόνο που στη μία περίπτωση, στον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα» οι οικογένειες δεν επιτρέπουν τίποτα να συμβεί, γιατί ακριβώς βρίσκονται σε αυτή τη διαμάχη, ενώ στην άλλη περίπτωση ούτε οι οικογένειες αλλά ούτε και η ίδια η κοινωνία επιτρέπει να συμβεί κάτι τέτοιο. Ουσιαστικά και τα δύο ζευγάρια αισθάνονται εγκλωβισμένα μέσα στην ανάγκη να ζήσουν.
Και δυστυχώς η κατάληξη και στις δύο περιπτώσεις…
Είναι δραματική.
Βλέποντάς το στο τώρα το χειρότερο είναι ότι δεν λείπουν αυτές οι ιστορίες.
Ακόμα ισχύει και δυστυχώς δεν δείχνει ότι θα σταματήσει να ισχύει, γιατί παρατηρούμε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στον κόσμο και στην Ανατολή και στη Δύση και θα δούμε ότι τα πράγματα θα αρχίσουν να γίνονται μάλλον πιο δυστοπικά. Δηλαδή αυτό που μας προετοιμάζουν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, μάλλον δεν θα είναι επιστημονικής φαντασίας, θα είναι απλώς προφητικές.
Το πιστεύετε αυτό; Παρόλο που παλεύουμε για κάποια πράγματα τα οποία θα έπρεπε να είναι δεδομένα χρόνια τώρα.
Με έναν τρόπο, ναι. Βλέπουμε ότι πολύ εύκολα μπορεί να επιστρέψουμε πολύ πιο πίσω από εκεί που ήμασταν πριν από πέντε χρόνια. Παρατηρούμε ότι οι αγώνες καμιά φορά δεν δικαιώνονται, όπως λένε. Δηλαδή βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή να ξανασυζητάμε θέματα, τα οποία θεωρούσαμε ότι στη Δύση έχουν κατακτηθεί.
Με αφορμή αυτή την επετειακή χρονιά, ακόμα και αν επιλέγετε να μην μένετε στο παρελθόν αλλά να κοιτάτε τι θα ακολουθήσει, παρατηρώντας τη διαδρομή σας το λιγότερο που μπορεί να πει κάποιος είναι ότι είστε ένας πολυπράγμων άνθρωπος.
Δεν μπορώ να το αρνηθώ. Ταυτόχρονα όμως, νομίζω ότι αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορώ και εκφράζομαι, ουσιαστικά μπορώ και παραμένω ζωντανός, νέος, δημιουργικός, να παραμένω μέσα στην κοινωνία και στα πράγματα.
Αυτό προκύπτει από μία πηγαία ανάγκη να ανακαλύπτει κανείς όσο το δυνατόν περισσότερα και να δοκιμάζει διαρκώς ή είναι η δύναμη να μπορεί να ακολουθεί τη ροή των πραγμάτων και να μη φοβάται το ρίσκο;
Νομίζω για μένα είναι και τα δύο. Ήταν πάντα μια ανάγκη μου να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα, αλλά ταυτόχρονα ήθελα να πηγαίνω με τη ροή και να μην σκέφτομαι αν πρέπει να ρισκάρω κάτι ή όχι. Δηλαδή νομίζω ότι είναι στη λογική μου να κάνω επιλογές, οι οποίες μπορούν να δημιουργήσουν ένα ρίσκο σε αυτό που θα κάνω. Το ζητούμενο όμως για μένα είναι η υποστήριξη των επιλογών μου και να προσπαθώ το κάθε τι που κάνω να το πηγαίνω στο τέλος του, αναγνωρίζοντας κάθε φορά στον απολογισμό μετά αν το κατάφερα ή όχι ή αν πρέπει να επιστρέψω σε κάτι ή όχι.
Αυτό ήταν εύκολο από την αρχή ή το κατακτήσατε στην πορεία;
Ήταν κάτι που συνέβη στη διάρκεια, αλλά αρκετά νωρίς. Αρκετά νωρίς αποφάσισα ότι δεν ήθελα να είμαι αυτό που θα λέγαμε «για όλο τον κόσμο», ανεξάρτητα αν έχω φτιάξει πράγματα που είναι για όλο τον κόσμο. Η πρόθεσή μου δεν ήταν αυτή και προσπαθώ αυτό να το διατηρήσω, με έναν τρόπο να απευθύνομαι σε όλο τον κόσμο χωρίς όμως να κάνω επιλογές που είναι αυτονόητο ότι θα τις ακολουθήσει όλος ο κόσμος. Δεν έχω ρατσισμό απέναντι στο κοινό, αλλά όσο πιο διαφορετικός κόσμος βλέπει τις παραστάσεις, τόσο καλύτερα είναι για μένα. Δεν θα ήθελα να επιλέξω το κοινό που απευθύνομαι. Το ιδανικό θα ήταν όλο το κοινό να επιλέξει να δει αυτό που φτιάχνω.
Φοβηθήκατε ποτέ την ευθύνη;
Νομίζω πως όχι. Έχοντας βρεθεί και σε δύο θέσεις που ήταν σε δύο οργανισμούς και στο Χοροθέατρο και στην Εθνική Λυρική Σκηνή, παρότι η τελική ευθύνη δεν είναι δική μου, είμαι ο καλλιτεχνικός διευθυντής, δηλαδή δημιουργώ, κάνω πράγματα, προτείνω πράγματα κτλ., θεωρώ ότι και στις δύο περιπτώσεις έχω καταφέρει να δημιουργήσω έναν κόσμο στον οποίο κάποιος μπορεί να αναφερθεί και να πει ότι αυτό είναι τώρα το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ας πούμε.
Το backstage έχει λιγότερο άγχος από το on stage;
Το backstage είναι πολύ μεγάλο, πάει πολύ μακριά, είναι όλο το υπόλοιπο, όλη η υπόλοιπη ζωή στην πραγματικότητα. Έχει πολύ μεγάλη αγωνία και πολύ κόπο για να μπορέσεις να φτάσεις στο τελικό στάδιο που θα δεις στο stage, γιατί μιλάμε για ανθρώπους, ιδιοσυγκρασίες, συνθήκες, για όλα αυτά τα πράγματα που δεν αφορούν μόνο το καλλιτεχνικό έργο. Οπότε πρέπει όλα αυτά να προσπαθήσεις να τα διαχειριστείς, όταν είσαι σε μια τέτοια θέση. Σε μια θέση σαν κι αυτή δεν είσαι μόνο δημιουργός, είσαι ταυτόχρονα και διαχειριστής συνθηκών, καταστάσεων, ανθρώπων με την καλή έννοια. Αλλά πάντα πρέπει να προσπαθείς, πρέπει να μην βάζεις πάνω από όλα τον εαυτό σου, γιατί το να χειριστείς ένα σύνολο ανθρώπων δεν είναι κάτι που έχει να κάνει με το εγώ σου.
Αυτή η εναλλαγή στους κόσμους και στις κλίμακες, από τη σκηνή της Λυρικής μέχρι το Θέατρο του Νέου Κόσμου ας πούμε, είναι απελευθερωτική για εσάς;
Για μένα ναι, είναι απελευθερωτικό και αναγκαίο, γιατί θέλω να έρχομαι σε επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους. Η σχέση με τους ηθοποιούς και τους χορευτές είναι ουσιαστική επί της δημιουργίας. Οπότε αυτό πραγματικά με ανανεώνει και με κάνει να μπορώ να συνεχίζω, να είμαι δημιουργικός και να δοκιμάζω διαφορετικά πράγματα.
Οπότε τελικά δεν έχει να κάνει με το μέσο αλλά με τους ανθρώπους;
Ναι, για μένα είναι οι άνθρωποι πάντα.












