Εμπνευσμένη από το έργο του Μαίτερλινκ, «Οι τυφλοί» (1890), η Ζωή Χατζηαντωνίου δημιουργεί για το Φεστιβάλ Αθηνών μια «παράδοξη όπερα ήχων και χειρονομιών». Η ίδια υπογράφει και τη χορογραφία, ενώ ο Δημήτρης Καμαρωτός τη μουσική σύνθεση και την ηχητική δραματουργία. Με δυο λόγια το έργο, περιγράφεται ως μια «μπεκετικής» υφής κατάσταση αναμονής μέσα σε ένα δάσος, όπου μια ομάδα τυφλών περιμένει τον οδηγό της. Όταν διαπιστώνουν πως εκείνος δεν θα έρθει, «αντί να κάνουν κάτι, αφήνονται στο έλεος ενός σκοτεινού πεπρωμένου». Αυτό που καλούμαστε να δούμε σε λίγες μέρες στην Αποθήκη Η στην Πειραιώς είναι «μια δραματουργική σύνθεση ήχων, μουσικής, μιας γυναικείας φωνής, μιας χορωδίας οχτώ φωνών και του κειμένου», κατά την περιγραφή που μας έδωσε η δημιουργός. Το κείμενο μοιράζεται σε οχτώ ηθοποιούς και τη Σαββίνα Γιαννάτου, ενώ υπάρχουν μουσικά μέρη, εν είδει άριας, καθώς και ζωντανή μουσική από το πιάνο.

Τη Ζωή Χατζηαντωνίου την έχουμε γνωρίσει κυρίως ως χορογράφο -σε αρκετές και από τις παραστάσεις του Δημήτρη Καραντζά- («είτε επιμελούμαι την κίνηση, είτε προτείνω την κίνηση, είτε κάνω χορογραφίες, πράγματα διαφορετικά μεταξύ τους, παρόλο που στα δελτία τύπου τείνουν να ταυτίζονται», διευκρινίζει), δεν είναι όμως η πρώτη φορά που σκηνοθετεί. Η πρώτη της σκηνοθεσία, το 2010, ήταν με την παράσταση «Wunschkonzert», ένα βουβό μονόλογο του Franz Haver Kroetz. «Σε ελεύθερη μετάφραση, ο τίτλος σημαίνει κονσέρτο επιθυμιών, αφιερώσεων», μου λέει. «Πρόκειται για έναν μονόλογο γραμμένο ολόκληρο με σκηνικές οδηγίες, χωρίς καθόλου λόγια. Το κείμενο, δηλαδή, είναι προτεινόμενες δράσεις από τον συγγραφέα, όπου βλέπουμε το τέλος της ημέρας μιας μοναχικής γυναίκας, παρακολουθούμε την καθημερινή της ρουτίνα στο σπίτι, τα πολύ μπανάλ πράγματα που κάνουμε όλοι· και ενώ ο θεατής πιστεύει ότι παρακολουθεί την καθημερινότητα μιας μέρας όπως οι άλλες, στο τέλος της ημέρας η γυναίκα αυτή αυτοκτονεί. Εντέλει, πρόκειται για την τελευταία ημέρα μιας γυναίκας».

i afiksi
Φωτογραφία από την «Άφιξη» που ανέβηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών

Η ίδια εξομολογείται πως από τότε ξεκίνησε μια επίμονη ενασχόλησή της με τις σκηνικές οδηγίες («απέκτησαν έκτοτε μια άλλη διάσταση, τις βλέπω σαν ένα παράλληλο κείμενο μαζί με την πρόζα· ας πούμε όσο δούλευα με τον Καραντζά, η κινησιολογία προέκυπτε από τις σκηνικές οδηγίες»). Εγώ, όμως, αυτό που βασικά παρατηρώ είναι πως και η πρώτη της σκηνοθεσία, όπως η δεύτερη, η «Άφιξη», που παρουσιάστηκε το χειμώνα στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, αφορά παραστάσεις που δεν έχουν λόγο. Σαν να χρησιμοποιεί, ακόμη κι όταν σκηνοθετεί, ως βασικό εργαλείο έκφρασης και επικοινωνίας το σώμα, τα ηχητικά και οπτικά εργαλεία, όχι τα λόγια. Συμφωνεί και διευκρινίζει πως θεωρεί τις δύο ιδιότητες αλληλοσυμπληρούμενες, καθώς και ως χορογράφος δουλεύει πολύ στενά με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς: «Ας μην ξεχνάμε πως σκηνοθετικά έχει γίνει μια στροφή μεν στο αφηγηματικό θέατρο αλλά και μια στροφή προς μια έντονη και απαιτητική σωματικότητα. Έτσι η συνεργασία έχει υπάρξει, πολλές φορές, πολύ στενή, μέχρι και στο σημείο να συνδημιουργούμε τη δραματουργία· γιατί όταν προτείνεις μια κίνηση, ταυτόχρονα προτείνεις και δράση. Βέβαια», επισημαίνει, «όταν υπάρχει ο σκηνοθέτης έχει πάντα την ασφάλεια πως τη δραματουργία την προτείνει αυτός και μέσα εκεί μπορείς να κολυμπήσεις ελεύθερα. Εγώ πολλές φορές έχω αισθανθεί πιο ελεύθερη, όταν κάποιος προτείνει κάτι και εγώ έρχομαι δεύτερη, έχοντας βέβαια το χρόνο και το χώρο να προτείνω πράγματα μέσα σε αυτό».

oi tifloi 1
Φωτογραφία από την παράσταση «Οι τυφλοί ή Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο»

Οι «Τυφλοί» θα είναι η τρίτη της σκηνοθεσία, η πρώτη όμως που τη φέρνει αντιμέτωπη με τον λόγο. «Έχει κι αυτός μια γοητεία», παραδέχεται, «αν και εντέλει καταλαβαίνω πως πιο πολύ περιορίζει παρά ανοίγει. Υπάρχει, πάντως, ένα κείμενο που θα μιληθεί και έχεις να δουλέψεις και με αυτό. Ωραίο είναι, σου τρώει λίγο περισσότερο χρόνο (χαμογελάει). Εμένα με έχει παρασύρει πολύ και αρκετά συχνά ξεχνάω την κινησιολογική δουλειά». Βέβαια ο λόγος σε αυτό το έργο φαίνεται ότι μπαίνει σε δεύτερο επίπεδο και αναρωτιέμαι αν ήταν αυτός ο λόγος που το επέλεξε. Αν την έβαλε να κολυμπήσει, κατά κάποιον τρόπο, σε γνώριμα νερά. «Πράγματι, πρόκειται για ένα ελλειπτικό κείμενο», μου απαντάει, «πολύ σφραγισμένο, όπου εναλλάσσονται συνεχώς πολύ μικρές φράσεις, όπου δεν υπάρχουν μονόλογοι, ανάπτυξη σκέψης, σύνθετες διατυπώσεις· βασίζεται στο τι υπάρχει πίσω από τον λόγο. Οπότε, κατ’ αυτή την έννοια, το πέρασμά μου σε ένα κείμενο λόγου είναι πράγματι κάπως ομαλό. Όμως δεν οφείλεται εκεί η επιλογή μου. Μου άρεσε η προτεινόμενη συνθήκη, αυτής της ατέρμονης, ατελείωτης αναμονής. Το ερεθιστικό για μένα είναι, επίσης, ότι πρόκειται για ένα στατικό δράμα, που από τις σκηνικές οδηγίες του προτείνει ακίνητα σώματα. Αναμετρήθηκα, λοιπόν, με το τι θα μπορούσα να κάνω σε μια ακίνητη παράσταση, που όμως, εντέλει, θα… κινείται. Έχουμε δουλέψει την ακινησία και το τι σημαίνει να προκύπτει η κίνηση μέσα από τον κύριο καμβά μιας ακινησίας. Σε αντιστοιχία, ο Δημήτρης Καμαρωτός έχει δουλέψει το πώς προκύπτει η μουσική, ο λόγος πάνω σε έναν καμβά σιωπής».

Το γεγονός πως στον Δημήτρη Καμαρωτό χρεώνεται η «ηχητική δραματουργία» της παράστασης, σημαίνει πως η μουσική έχει ρόλο κειμένου στην παράσταση, την ρωτάω. «Ναι, θα μπορούσες να πεις πως η δουλειά που προτείνει ο Δημήτρης παρεμβαίνει στη δραματουργία· προτείνει πράγματα που δεν μπορούν να είναι συνοδευτικά, δεν είναι ένα μουσικό χαλί, αλλά κάτι με το οποίο ο ηθοποιός οφείλει να συνομιλήσει. Είναι σαν μια ατάκα, είναι, κατά κάποιον τρόπο, κείμενο. Επίσης, οι ίδιοι οι ηθοποιοί λειτουργούν ως “ιδιόφωνα σώματα”, όπως τους ονομάζει ο Δημήτρης· έχουν πάνω τους διάφορα αντικείμενα που παράγουν ήχους και, έτσι, προκαλούν οι ίδιοι τους ήχους της παράστασης από τη σκευή τους, όχι μόνο με τις φωνητικές χορδές τους».

oi tifloi 4
Φωτογραφία από την παράσταση «Οι τυφλοί ή Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο»

Υποθέτω πως μια παράσταση που δεν βασίζεται τόσο στα λόγια όσο στις κινήσεις, τις φωνές και τους ήχους γίνεται περισσότερο βιωματική, λιγότερο εγκεφαλική και απαιτεί, ενδεχομένως, μια αντίστοιχη στάση από τον θεατή. Προτείνεται, αναρωτιέμαι, στους θεατές να έρθουν απαλλαγμένοι από τη διάθεση να καταλάβουν, και περισσότερο να μπουν σε ένα σύμπαν μη λογοκρατούμενο; «Ο ίδιος ο συγγραφέας σιχαίνεται οτιδήποτε εγκεφαλικό και ορθολογικό», μου απαντάει. «Αποκηρύσσει ακόμη και την ψυχολογία των προσώπων και ψάχνει την περιοχή της πρόσληψης της φαινομενικής πραγματικότητας μέσω όλων των αισθήσεων, τις οποίες μάλιστα κι αυτές τις αποκηρύσσει γι’ αυτό και στα έργα του πάντα υπάρχει ένας τυφλός ή ένας γέρος που μισακούει ή δεν βλέπει καλά. Ο Μαίτερλινκ δεν έχει πίστη στις πέντε αισθήσεις, πιστεύει πως υπάρχει ένα απέραντο σύμπαν που εμείς θα χρειαζόταν να έχουμε εκατοντάδες άλλες αισθήσεις για να τον αντιληφθούμε· αντιλαμβανόμαστε μονάχα ένα μέρος της πραγματικότητας. Έτσι αντιλαμβάνεται και τη ζωή, σε ένα μετεωρισμό: από κάπου ερχόμαστε που δεν μπορούμε να θυμηθούμε, κάπου πηγαίνουμε που δεν το ξέρουμε. Οπότε αυτό από μόνο του είναι μια αφετηρία που σου λέει πως εδώ δεν μπορείς να πας κλασικά, έχοντας να αντιμετωπίσεις στόχους, κίνητρα, δράσεις. Στο έργο, τώρα, δεν υπάρχει γραμμικός άξονας αφήγησης, γιατί ο συγγραφέας αποκηρύσσει και την αρχή και το τέλος. Δεν ξεκινάει από κάπου, ούτε δίνεται μια λύση. Μετέωρα ξεκινάει, μετέωρα τελειώνει, και σου παρουσιάζει ένα ενδιάμεσο. Δεν έχουμε μια ιστορία με μεγάλα συμβάντα που αλλάζουν τη ροή, που μετακινούν τους ήρωες, δεν έχουμε καν πρόσωπα με όνομα, είναι όλοι τυφλοί και το μόνο που τους διακρίνει είναι μια άλλου είδους ιδιότητα ή αναπηρία. Καμία σχέση με κλασική δραματουργία, δηλαδή, κι αυτό είναι κάτι που με τράβηξε, το ότι δεν ασχολείται με τον ορθολογισμό. Από εκεί και πέρα, απευθύνομαι σε θεατές που έχουν να κάνουν (και) συνθετική δουλειά, αφού υπάρχει σπάσιμο της δράσης, τη φωνή ή τη δράση ενός προσώπου τη μοιράζονται περισσότεροι, έχουμε δημιουργήσει χορικότητες…»

oi tifloi 3
Φωτογραφία από την παράσταση «Οι τυφλοί ή Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο»

Στο δελτίο τύπου διαβάζω πως πρόκειται για «μια μεταφυσική και παιγνιώδη παράστασηπαραβολή για την αδράνεια των θνητών καταμεσής σε ένα άπειρο που δεν είναι ποτέ αδρανές». Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κάποια πρόθεση σχολιασμού στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής μας. «Στην αρχή, και κάνοντας την πρόταση στο Φεστιβάλ, το έργο το είχα παρεξηγήσει… Σαν να ήθελα να διαβάσω σε αυτό μία πολιτική διάσταση τυφλότητας», μου απαντάει· «πολύ γρήγορα, όμως, κατάλαβα πως δεν είναι αυτή η περιοχή που ενδιαφέρει τον Μαίτερλινκ, ούτε είναι αυτή η περιοχή του έργου. Στην αρχή έκανα έναν παραλληλισμό με την τυφλότητα που έχουμε τώρα, χωρίς μια κηδεμονία, χωρίς έναν οδηγό δεν μπορούμε να προχωρήσουμε, θέλουμε μια Ευρώπη, μια Γερμανία… Αλλά εντέλει είναι πολύ πέρα από αυτό, είναι πολύ πιο κοσμολογικό και οντολογικό. Κάπως σαν αυτή η πολιτική μας διάσταση να είναι και γραμμένη στο dna μας. Δεν είμαστε δηλαδή πολιτικά άβουλοι, αλλά υπάρχει μια ούτως ή άλλως τάση του ανθρώπου προς την αβουλία και την αδράνεια».

Εννοεί, δηλαδή, πως στη φύση του ανθρώπου δεν είναι η ροπή προς το προχώρημα και τη γνώση; «Συνήθως υπάρχουν συγκεκριμένοι άνθρωποι που “καθοδηγούν”. Η μάζα ακολουθεί κάποια φωτεινά μυαλά ή κάποιες φωτεινές προσωπικότητες ή φωτεινές ψυχές. Δεν έχουμε όλοι το ίδιο φως. Δεν θα υπάρξει μέσα στον 20ό αιώνα άλλη Πίνα Μπάους, για παράδειγμα. Είναι μία τομή, που από εκεί και πέρα έδωσε έμπνευση και έναυσμα για δημιουργία άλλων, αλλά αυτή η τομή που συνέβη δεν θα επαναληφθεί σύντομα. Δεν υπάρχουν πολλά άτομα που τολμούν μια τομή, συνήθως πρόκειται για διαδικασίες πιο ομαδικές. Προσωπικά πιστεύω λίγο στους οδηγούς και οδηγούμενους. Αυτό έχει να κάνει και με μια αγαπημένη μου ανθρωπολογική μελέτη, τη “Μάζα και εξουσία” του Κανέττι, οπότε όλο αυτά έχουν συγκλίνει στους “Τυφλούς”».

oi tifloi 2
Φωτογραφία από την παράσταση «Οι τυφλοί ή Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο»

Στους «Τυφλούς» όμως ο οδηγός λείπει εξολοκλήρου και το έργο δεν δίνει λύση, οι ήρωες μένουν μετέωροι. Είναι πεσιμιστικό αυτό; ή απλώς ρεαλιστικό; ή ανοιχτό; «Ανοιχτό, πολύ ανοιχτό!», απαντάει. «Αυτές είναι συζητήσεις που κάναμε πάρα πολύ στην πρόβα και υπάρχουν ακόμη διαφωνίες, που είναι πολύ σημαντικό. Άλλο τον βρίσκουν απαισιόδοξο, σκοτεινό, άλλοι βλέπουν μέσα στο κείμενο πολύ φως, καθώς αν αποδεχτούμε και συμπορευτούμε με την άγνοιά μας ανοίγονται πολλοί δρόμοι Εγώ ξεκίνησα αλλιώς τις πρόβες και νομίζω πως τις τελειώνω αλλιώς. Τις ξεκίνησα πιστεύοντας πως το τέλος είναι σκοτεινό, άρα με μια χροιά, ας πούμε, αρνητική, αλλά τώρα έχω καταλήξει πως, ναι, είναι σκοτεινό, αλλά το σκοτάδι δεν είναι απαραίτητα κακό· είναι πάρα πολύ αποκαλυπτικό. Ίσως μέσα του βρίσκουμε πιο πολύ τον εαυτό μας. Σε ένα από τα δοκίμια του, ο Μαίτερλινκ λέει πως μέσα στο σκοτάδι είμαστε αλλιώς, γιατί δεν έχουμε την ανάγκη να μας βλέπει κάποιος, να φαινόμαστε κάπως, και ξαναγυρνάμε στον πυρήνα μας. Σκοτάδι και σιωπή, λοιπόν, εκεί επανερχόμαστε στο πιο βαθύ εγώ μας».

Info: Η παράσταση «Οι τυφλοί ή Ο ήχος των μικρών πραγμάτων σε μεγάλο σκοτεινό τοπίο» σε σκηνοθεσία της Ζωής Χατζηαντωνίου ανεβαίνει στην Πειραιώς 260, την Κυριακή 12 & Δευτέρα 13 Ιουλίου και ώρα 21:30