Φέτος, στην Επίδαυρο, ο «Αίαντας» θα έχει την τιμητική του με δύο παραστάσεις, καθώς τόσο ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος όσο και η Σύλβια Λιούλιου θα αναμετρηθούν με τη σοφόκλεια τραγωδία. Κι αν για τον πρώτο ο χώρος δεν είναι άγνωστος, η Σύλβια Λιούλιου, που θα παρουσιάσει τον δικό της «Αίαντα» στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, πρόκειται να καταγράψει δύο πρωτιές: την πρώτη της σκηνοθεσία σε αρχαίο δράμα και την πρώτη της σκηνοθεσία για την Επίδαυρο. Η ίδια αναφέρεται σε μια «ιερή» στιγμή και εκφράζει την ευγνωμοσύνη της – ενώ διευκρινίζει πως το δέος που της προκαλεί η διπλή αυτή αναμέτρηση το αντιμετωπίζει προσεγγίζοντας με ταπεινότητα το εγχείρημα, χωρίς όμως να μικραίνει η ίδια το ανάστημά της.
Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου προέκυψε από την επιθυμία της να ξεκινήσει από την αρχή τη σκηνοθετική σπουδή στο αρχαίο δράμα, που πάντως δεν είναι ασύνδετη από την έως τώρα δουλειά της: «Κρατώ ένα νήμα από την τελευταία παράστασή μου στο Φεστιβάλ Αθηνών. Εκείνη η απόπειρα της σκηνικής αποκατάστασης του “Λάμπρου”, του “ερειπωμένου” ποιήματος του Σολωμού με οδήγησε στη σύνδεσή μου με το αρχαίο δράμα. Επέλεξα να ξεκινήσω με τον “Αίαντα”, γιατί είναι το πρώτο έργο της σοφόκλειας δραματουργίας. Φαίνονται οι “ραφές” του, έχει αδρούς χαρακτήρες κι αυτό προσθέτει στην παραστασιακή διαδικασία».
Αναρωτιέμαι αν στην επιλογή του έργου συνετέλεσε καθόλου και το γεγονός πως σηματοδοτεί το τέλος της ομηρικής εποχής, το πέρασμα του αρχαίου κόσμου από τον «πολιτισμό της ντροπής» σε αυτόν «της ενοχής». Η απάντησή της είναι αρνητική. «Όχι, κατ’ αρχήν ενστικτωδώς κινήθηκα προς αυτό το έργο. Είναι, πάντως, σωστή η διατύπωση σε επίπεδο φιλολογικής τοποθέτησης. Όταν ερευνά κανείς το έργο, μοιραία βρίσκεται μπροστά σε αυτήν την ανάλυση που περιγράφει το “γύρισμα” του καιρού, την αλλαγή μιας εποχής. Πράγματι, ο Αίας είναι ο τελευταίος ήρωας του έπους, που με το θάνατό του αφήνει χώρο για την ανάδειξη ενός νέου ήθους, εκείνο του πολιτικού άνδρα. Όλα αυτά είναι πολύτιμα θεωρητικά εφόδια, τα οποία χρησιμοποιήσαμε κατά τη διάρκεια της έρευνάς μας, όμως οι ηθοποιοί και γω, όλοι μαζί, εξερευνούμε έναν παραστασιακό κώδικα που ισορροπεί ανάμεσα στην έννοια της αναπαράστασης και τον αφηγηματικό τρόπο της αποταύτισης· τον τρόπο με τον οποίο από το όλον προκύπτει ο ένας, ο ρόλος».
«Αφήγηση», «αποταύτιση», όροι που όλο και συχνότερα ακούγονται από τα χείλη της σύγχρονής μας σκηνοθετικής γενιάς. Η Σύλβια Λιούλιου, στα 34 της, φαίνεται να συνεχίζει το διάλογο που έχει ανοίξει ανάμεσα στους «νέους» Έλληνες σκηνοθέτες και το αρχαίο δράμα, έναν διάλογο που από πέρυσι βρήκε θέση και στον επίσημο θεσμό ενός κρατικού Φεστιβάλ. Αυτό από μόνο του θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια ολόκληρη συζήτηση -αν θυμηθούμε και τις περσινές αντιδράσεις για τις παραστάσεις της «Ελένης» και του «Προμηθέα δεσμώτη» από τους Καραντζά και Λυγίζο, αντίστοιχα-, κυρίως όσον αφορά την τάση να ομαδοποιούνται μια σειρά σκηνοθετών με κριτήριο την ηλικία τους ή την ερευνητική τους διάθεση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα καλλιτεχνικά χαρακτηριστικά του καθένα χωριστά.
Η ίδια δηλώνει απερίφραστα πως δεν νιώθει καθόλου το «νεαρό» της ηλικίας της και συνεχίζει: «Νομίζω πως το καλλιτεχνικό έργο δεν κρίνεται συναρτήσει ηλικιακών ή άλλων παραγόντων που δημιουργούν την αίσθηση μιας κατηγορίας. Και φυσικά δεν πιστεύω σε οποιαδήποτε ομαδοποίηση. Οι παραστάσεις κρίνονται από το αποτύπωμά τους στον παρόντα χρόνο στη συνείδηση των θεατών. Θαυμάζω πολύ το έργο ανθρώπων που δεν γνωρίζω καν την ηλικία τους ή που δεν τους έχω δει ποτέ στην όψη». Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω την κοινή παραδοχή αρκετών σκηνοθετών πως τους ενδιαφέρει κατά βάση η αφηγηματική προσέγγιση του αρχαίου δράματος. Η Σύλβια Λιούλιου μου διευκρινίζει πως αυτό δεν έχει να κάνει απαραίτητα με κάποια «πειραματική» διάθεση, καθώς η αφήγηση βρίσκεται στην ίδια τη μήτρα του θεάτρου· «κάθε θεατρικό έργο αυτό κάνει, αφηγείται μια ιστορία. Από εκεί και πέρα, βέβαια, η στροφή προς τον αφηγηματικό κώδικα προφανώς εξυπηρετεί κάποιες τωρινές μας ανάγκες».
Για την παράσταση του «Αίαντα» διάλεξε μία απρόσμενη, «παλαιά» μετάφραση, αυτή του Παναγή Λορεντζάτου που έγινε το 1932. Γιατί; «Πρόκειται για μια ιστορική κατάθεση στο μεταφραστικό πεδίο. Σπουδαίο έργο ανδρός στη δημοτική γλώσσα», απαντάει. «Είναι εξαιρετικά γοητευτική μετάφραση, που προσέθεσε πολύ στη διαδικασία μας, που ξεκίνησε από εξαντλητική φιλολογική έρευνα. Παρ’ όλ’ αυτά χρειάστηκε η συμβολή του ποιητή Νίκου Παναγιωτόπουλου που “ξανακοίταξε” κομμάτια της μετάφρασης, ενώ άλλα μέρη του έργου τα μετέφρασε από την αρχή, προκειμένου να εξυπηρετηθεί καλύτερα η γλωσσική ανάγκη της παράστασης. Παράλληλα, η επαφή με τη συγκεκριμένη μετάφραση μας έδειξε την πορεία της γλώσσας, το πώς μιλιέται κάθε έργο την εποχή της μετάφρασής του, αλλά και το τι θυσιάζεται από το έργο για να μιληθεί στη γλώσσα της εποχής του».
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, αναφέρεται συχνά στο «εμείς», στην ομάδα που δουλεύει «μαζί» -«οι ηθοποιοί είναι απίστευτα δοτικοί, αν τους εμπιστευτείς», επισημαίνει με άλλη ευκαιρία-, αλλά και στη διαδικασία της έρευνας κατά την προετοιμασία της παράστασης. Υποψιάζομαι πως κάποια σχέση έχουν αυτά με το γεγονός πως έχει σπουδάσει, πέραν της σκηνοθεσίας, θεατρολογία και υποκριτική. Άραγε, νιώθει να αποτυπώνεται με κάποιον τρόπο η σφαιρική θεατρική της κατάρτιση στη δουλειά της; «Υποθέτω πως θα αποτυπώνεται, αλλά δεν ξέρω να πω ακριβώς πώς. Γιατί όλα αυτά έχουν σχέση με το ποια είμαι η ίδια. Πάντως, από την αρχή η σκηνοθεσία ήταν για μένα ο στόχος», απαντάει, «εκεί ήθελα να φτάσω και ως τέτοιος έπρεπε να τιμηθεί. Οπλίστηκα όσο μπόρεσα. Αλλά μόνον η εμπειρία δίνει το μεγάλο μάθημα. Τότε που έκανα όλες αυτές τις σπουδές, δεν το ήξερα. Τώρα το έχω καταλάβει κάπως καλύτερα».
Η Σύλβια Λιούλιου φαίνεται να ζυγίζει κάθε λέξη της, την προφέρει, όμως, με σταθερότητα και σιγουριά. Δεν φαίνεται να φοβάται, παρόλο που στο παρελθόν είχε δηλώσει πως «η λειτουργία του θεάτρου είναι σχεδόν ψυχαναλυτική· μιλώ για έναν φόβο στην προσπάθειά μου να τον ρυθμίζω». «Ήμουν αρκετά πιο νέα και μάλλον εννοούσα τον φόβο της έκθεσης», διευκρινίζει. «Η έκθεση του εαυτού μέσω του καλλιτεχνικού έργου είναι ακραία. Με τον καιρό, όμως, μαθαίνεις να ρυθμίζεις αυτόν τον φόβο. Έρχεται και η εμπειρία της ζωής να λειάνει τα πεδία που έχουν σχέση με την έκθεση της προσωπικότητας», δηλώνει.
—
Info: Το δράμα του Σοφοκλή «Αίας», σε σκηνοθεσία Σύλβιας Λιούλιου, ανεβαίνει στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου στις 31 Ιουλίου και την 1η Αυγούστου





