Συναντηθήκαμε μετά την πρόβα της στο Γκάζι, την είχα απολαύσει στην παράσταση «Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή» στο θέατρο Eν Αθήναις (για 4η χρονιά), δυο βραδιές πιο πριν μα η ερμηνεία της δεν είχε ξεφτίσει απ’ το μυαλό μου. Τη Ράνια Σχίζα την είχα δει στο θέατρο πριν παρακολουθήσω τις Σαββατογεννημένες στην τηλεόραση. Γνωρίζοντάς την και συνομιλώντας μαζί της από κοντά μου άρεσε η γήινη ποιότητά της, ο καθαρός λόγος της και η ζεστασιά που εκπέμπει μια οικειότητα. Να φανταστείτε ξεκινήσαμε την κουβέντα μας ο ένας απέναντι από τον άλλον τυπικά και καταλήξαμε να καθόμαστε στον ίδιο καναπέ σιμά και να γελάμε.
Συζητούσαμε λίγο πριν πατήσω το record για τις σπουδές, πόσο σπουδαίες είναι οι σπουδές. Ναι. Διότι υποκριτικά αυτό που είδα από σένα στην παράσταση «Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή» ήταν μια αθλήτρια. Μια τραγωδός δωματίου εγώ θα σε χαρακτήριζα. Ήσουν καθισμένη σε ένα μπαούλο, ακίνητη για πολλή ώρα. Η μάσκα σου άλλαζε φοβερά από στιγμή σε στιγμή. Δεν ξέρω εσύ νιώθεις ότι κάνεις κάτι μεγάλο ή εγώ είμαι ένας υπερβολικός θεατής;
Ο καθένας εισπράττει αυτό που εισπράττει. Το αν είναι υπερβολικό ή όχι εγώ αυτό δεν το ξέρω. Δεν ξέρω αν είναι μεγάλο αυτό το πράγμα που κάνω, αυτό που θέλω να κάνω κάθε βράδυ είναι να δικαιώνω αυτή τη γυναίκα με την οποία γνωρίζομαι τέσσερα χρόνια.
Ναι, είναι η τέταρτη χρονιά που υποδύεσαι τη «Μάνα Αυτουνού» αλλά αυτή τη γυναίκα την ενσαρκώνεις – όπως τουλάχιστον εγώ θεωρώ – ανατριχιαστικά διότι έχεις ένα υπόβαθρο.
Το οπλοστάσιο είναι πολύ σημαντικό. Επειδή λέγαμε για σπουδές και η σχολή και η θητεία δίπλα στον Λευτέρη Βογιατζή και από κει και πέρα η προσωπική δουλειά που κάνεις, οι άνθρωποι που συναντάς, ο τρόπος που αντιμετωπίζεις τη δουλειά σου ή η ζωή σου έξω από τη δουλειά, δηλαδή τα βιώματά σου. Ό,τι παίρνουμε από τον κόσμο και όσο μέσα είμαστε στη ζωή… νομίζω αυτό δεν είναι; Όλα αυτά είναι πηγές.
Να μείνουμε λίγο στο οπλοστάσιο, διότι ας πούμε, εσένα τώρα σε γνώρισε ο πιο πολύς κόσμος από τις Σαββατογεννημένες. Αλλά για να κάνεις σωστή κωμωδία και να σε αγαπήσουν – διότι και στην κωμωδία «σωστά» φέρθηκες – είχες αυτό το οπλοστάσιο και θέλω να το τονίσω για να γίνει κάπως ξεκάθαρο ότι δεν είναι απλά ένα επάγγελμα αν θες να είσαι ηθοποιός. Το επάγγελμα του ηθοποιού είναι αθλητισμός.
Βέβαια και είναι αθλητισμός. Καταρχάς έχει φοβερή πειθαρχία, γιατί λέμε καλλιτέχνης, λέμε ηθοποιός και λέμε εντάξει… λες ωραία ένα ανέκδοτο και σου λένε καλά θα γινόσουν εσύ ένας ηθοποιός, δεν είναι ακριβώς έτσι. Ταλέντο έχουμε όλοι οι άνθρωποι σε κάτι, φυσικά. Πολλές φορές έχεις ταλέντο σε κάτι και μπορεί να μην το ανακαλύψεις ποτέ ή μπορεί και να μην θέλεις να ασχοληθείς με αυτό στο οποίο έχεις ταλέντο. Εγώ ήμουν τυχερή στο ότι αυτό που που ήθελα, μια κλίση που είχα από μικρούλα αν μπορώ να το πω έτσι, ήταν κάτι το οποίο τελικά κατάφερα να το κάνω. Δηλαδή τόλμησα τελικά να βουτήξω, γιατί δεν ήμουν από μια οικογένεια καλλιτεχνική επαγγελματικά.
Ένας ηθοποιός όσο ταλέντο και να ‘χει για να κάτσει 80 λεπτά πάνω σε ένα μπαούλο και να σηκωθεί μόνο στο τέλος για να μου κάνει δυο βήματα και να με ανατριχιάσει, ε, θέλει μια άλλη δουλειά από πίσω.
Έχει δουλειά από πίσω. Πολλές φορές τίθεται η ερώτηση το πώς αντιμετώπισες τον ρόλο ή τι σε δυσκόλεψε στον ρόλο, αυτό το πράγμα είναι ενιαίο, δεν μπορείς να το κομματιάσεις. Έχεις το οπλοστάσιό σου, από εκεί και πέρα, είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό το οποίο έχεις να διαχειριστείς να σε εμπνέει. Και από κει και πέρα αυτό το οπλοστάσιο, αυτή η πειθαρχία, όλη αυτή η δουλειά, η οποία δεν έχει σταματήσει ακόμα και τώρα, δεν σταματάει για μένα. Εγώ την προσωπική μου δουλειά την κάνω, γιατί εκ των πραγμάτων εγώ είμαι αυτή που θα δικαιώσω τους υπόλοιπους υπέροχους συντελεστές της παράστασης, γιατί όλη τη δουλειά τους την έχουν κάνει. Κατανοείς τι εννοώ.
Ξεκάθαρα.
Από κει και πέρα, το ότι πάει τέταρτο χρόνο ο ηθοποιός είναι αυτός ο οποίος σέρνει πάντα το καράβι, άσχετα αν τον αντιμετωπίζουν σαν τον τελευταίο τροχό της αμάξης.
Ο σκηνοθέτης σου είχε να αντιμετωπίσει έναν τροχό της αμάξης, ο οποίος είναι και θηρίο, γιατί έβλεπα και τη μάσκα σου πώς άλλαζε. Δεν στέκομαι τώρα δω για να σου πω τι ωραία ηθοποιός και τι καλή είσαι, στέκω εδώ ως ένας άνθρωπος που θαύμασε μια ηθοποιό – αθλήτρια. Να αλλάζει η μάσκα της, να κάνει και την υπερβολή, να μας κάνει να γελάμε, να μας περνάει από μια γκάμα συναισθημάτων που ο σκηνοθέτης σου καλούνταν να τιθασεύσει. Είχε πολύ πράμα να πάρει από σένα.
Κοίταξε να δεις σε ένα μονόλογο είναι πολύ σημαντική η συνεργασία. Επειδή μιλάς τώρα για τη μάσκα, όλοι έχουμε τη μάσκα μας, το πρόσωπό μας με λίγα λόγια. Αυτό είναι κάτι το οποίο εγώ δεν ξέρω ούτε σκέφτομαι πώς πρέπει να ‘μαι. Αυτό το πράγμα είναι κάτι το οποίο μπαίνεις, σε αγγίζει αυτό που κάνεις, κάθε φορά κάτι άλλο ερεθίζει μέσα σου και πάντα σε σχέση και με το κοινό που έχεις κάτω. Γιατί το κοινό έχει πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη και γι’ αυτό που βλέπει και ο ένας θεατής απέναντι στον άλλον, πέρα από τον ηθοποιό. Κυλάω σ’ αυτό και μάλιστα αυτό που επιθυμώ, αυτό που είναι ο στόχος μου, αν μπορώ να το πω έτσι, ο οποίος με τρομοκρατεί κάπου, με φοβίζει, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, είναι σε κάθε παράσταση να είμαι με το ένα πόδι μου στον γκρεμό. Δεν ξέρω πώς να στο πω.
Το είδα αυτό ακόμα και από τον τρόπο που καθόσουν πάνω στο μπαούλο.
Δηλαδή να μπορώ κάθε φορά αυτό που λέω να το ξαναβρίσκω από την αρχή. Δεν με ενδιαφέρει το έτοιμο. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι καλή. Δεν θέλω να βγω στη σκηνή και να είμαι καλή. Δεν έχει κανένα νόημα.
Είναι παράσταση άβολη η «Μάνα Αυτουνού» ώρες – ώρες που αυτό σημαίνει καλό, όταν μας απευθυνόσουν και μας κοίταζες ένιωθα λίγο άβολα κάποια στιγμή όχι για την απεύθυνση. Αλλά είναι αυτό το βλέμμα και αυτά τα λόγια που λέγονται, που εκείνη την ώρα σε πιάνει μια αίσθηση που πρέπει να παλέψεις με το μέσα σου.
Ναι, ακριβώς.
Το άβολο εγώ το θέτω με την προσωπική μου πεποίθηση του όταν είναι άβολο, κάτι πάει να πει ότι κάτι σου ξυπνάει, κάτι σε γαργαλάει.
Ναι, ναι, το έχω ζήσει με θεατή που ήταν ένας νέος άντρας μαζί με μια γυναίκα που μπορεί να ήταν η μαμά του στο Vault, το οποίο ήταν πιο μικρό θέατρο και γύρναγε συνέχεια αλλού το βλέμμα του και κατάλαβα ότι δεν ήθελε.
Είναι μέρος της αλήθειας. Είναι η αλήθεια.
Καθρέφτης.
Αυτό μας έκανες, καθρέφτη. Αυτό και πρέπει να είναι ψυχοφθόρο και για σένα. Δεν ξέρω τι σου λένε, τι feedback παίρνεις από τους θεατές.
Ψυχαναλυτικό και λυτρωτικό. Να σου πω ποιο είναι το ωραιότερο για μένα …είναι πάρα πολλά. Έχω πάρει πάρα πολύ από αυτή την παράσταση, αλλά πέρα από τα μπράβο, είναι αυτές οι σιωπές. Πολλές φορές έχω ζήσει αυτό «μπορούμε να κάνουμε μια αγκαλιά;», αυτό.
Κάτι που έζησα βγαίνοντας από την παράσταση ενώ έπρεπε να έρθω να σου πω τι έκανες ρε μάνα μου; Τι ήταν αυτό που έκανες ρε μάνα αυτουνού; Βγαίνω έξω και πετυχαίνω μια κοπέλα η οποία μίλαγε έντονα στο τηλέφωνο στη μάνα της και της ζήταγε να πάρει τα παιδιά και ότι θα πήγαινε να πάει να κάνει μήνυση στην αστυνομία.
Είναι υπέροχο αυτό που λες, γιατί αυτό δεν το έχω ακούσει και αυτό έχει να κάνει με αυτό το κομμάτι της Ταχτσή που ήταν πραγματικά μια ασυμβίβαστη, μια φεμινίστρια της εποχής, αν μπορούμε να πούμε. Και μου αρέσει πάρα πολύ αυτό το πράγμα που λες τώρα. Όπως πήρε τα παιδιά και έφυγε και αυτή χωρίς να έχει τίποτα.
«Πάρε τα παιδιά από το σπίτι μαμά, εγώ θα πάω στην αστυνομία να τους κάνω μήνυση». Αυτή ήταν η φράση που με παγίδευσε τη βραδιά που είδα την παράσταση και δεν ήρθα να σου πω τα συγχαρητήρια από κοντά.
Εύχομαι να το κάνει αυτή η κοπέλα και να το έκανε. Έχω ζήσει πολλά, έχω ζήσει τι να σου πω; Να με περιμένει άντρας απέξω και να μου λέει ότι 54 χρόνια κυρία Σχίζα κρύβομαι. Μου έχει μεταφέρει θεατής ότι καθόταν δίπλα σε ένα ζευγάρι, όπου ήταν με τα παλτά τους και ο άντρας πριν ξεκινήσει η παράσταση της λέει Πού με έφερες να δω μια να μονολογεί. Πού με έφερες; …και στη διάρκεια της παράστασης προσπαθούσε να μαζέψει τις μύξες του. Και στο τέλος γυρνάει και λέει στη γυναίκα του Μαρία, να τ’ αφήσουμε ήσυχο το παιδί; Αυτό εμένα με τσάκισε.
Αυτό ήταν από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που λες: βρε παιδί μου… Επίσης μια άλλη ματιά, μια άλλη πάλι γωνία, ένα ζευγάρι δύο αγοριών. Το ένα μου λέει ότι έχω έρθει δύο φορές. Το αγόρι του έκλαιγε, μου λέει είναι η πρώτη φορά που το βλέπει κτλ: «Και πρέπει να σας πω ότι με βοηθήσατε να καταλάβω και να δικαιολογήσω τους γονείς μου». Πολύ έντονα, πολύ όμορφα πράγματα έχω ζήσει.
Η παράσταση αυτή λειτουργεί και ψυχοθεραπευτικά στον θεατή αλλά δεν γίνεται να παίζεις σε μια τέτοια παράσταση και να μη βγαίνεις ένα ράκος.
Θέλει και γερή λεκάνη επίσης οπότε θέλει και γυμναστική. Μην νομίζεις, γυμνάζομαι κιόλας.
Και τώρα να σου κάνω την κλασική ξενέρωτη ερώτηση. Εσύ αυτή τη γυναίκα την δικαιολογείς; Γιατί εγώ τη μίσησα.
Φυσικά και έχεις δίκιο που τη μίσησες, αυτή τη γυναίκα στην αρχή, όταν το πρωτοδιάβασα είπα Παναγία μου… Αλλά ακριβώς και μόνο γι’ αυτό λέω εδώ είμαστε. Γιατί καταρχάς εμένα μου αρέσουν πάρα πολύ οι αρνητικοί χαρακτήρες σε εισαγωγικά. Είναι πολύ σημαντικό να ψάχνεις πίσω από τα πράγματα, τις ρωγμές. Όλοι είμαστε γεμάτοι ρωγμές και όλοι είμαστε και καλοί και κακοί, όπως είχε γράψει η κόρη μου πολύ πολύ μικρή. Επειδή και το καλό και το κακό εδώ είναι, έχουμε βέβαια και τον χαρακτήρα μας. Ο κάθε άνθρωπος έχει τον χαρακτήρα του, το γονίδιο του. Από κει και πέρα έχει πολλή σημασία σε ποιο περιβάλλον θα βρεθείς, από ποιο στενό θα περάσεις, τι θα συναντήσεις και συνήθως η ασφάλειά σου έχει να κάνει με το περιβάλλον το οποίο θα γνωρίσεις από μικρό παιδί. Λέμε συνήθως νιώθω ασφαλής. Ένας άνθρωπος όμως που έχει κακοποιηθεί μικρός νιώθει πιο ασφαλής να συνεχίζει ένα κακοποιημένο γάμο, γιατί αυτό ξέρει να αντιμετωπίσει. Και κάτι τέτοιο έγινε και με αυτή την καημένη.
Ναι, τώρα κι εγώ την αδίκησα που τη λέω κακιά.
Εγώ με αυτή τη γυναίκα πια, έχω μια άλλη σχέση μαζί της, όχι απλά δεν μπορώ να την κρίνω. Να σου πω ποια είναι η συνθήκη μου αυτή που έχω εγώ; Εγώ κάθομαι σε αυτό το μπαούλο, όπου είναι δίπλα μου η Έλλη και με χαϊδεύει στην πλάτη. Έχω μάθει και για αυτήν πολλά πράγματα από την εγγονή της και αυτό που μου είχε πει και μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα είναι ότι πιο γενναιόδωρο άνθρωπο στην ζωή της δεν έχει γνωρίσει, ποτέ δεν λογάριασε λεφτά. Γι’ αυτό και στην πρώτη πρώτη παράσταση που ήσουν όταν κάποια στιγμή λέω: «όχι για μένα, για τα εγγόνια μου» και γελάσατε. Εκεί πραγματικά ήταν εντελώς της Ράνιας ήταν, «όχι χέστηκα αν θα πάρω εγώ λεφτά», γιατί αυτό το στοιχείο το είχε αυτή η γυναίκα. Αυτή η γυναίκα ήταν πολύ κιμπάρησα αυτό που έλεγε «Είχα το τσιγάρο μου, την μπύρα μου και με συμπαθούσαν όλα τα κορίτσια».
Που έπαιζε σχοινάκι και με τα παιδιά μου άρεσε σαν ένα παιδί που μεγάλωσε απότομα και τώρα παίζει με τα παιδιά, γιατί ήταν ακόμα παιδί, αλλά εγώ αισθάνθηκα τη σκύλα μάνα.
Βεβαίως δεν φέρθηκε καλά, αλλά είναι γεμάτη ενοχές γι’ αυτό. Δηλαδή μπαίνω μπροστά σε ενόρκους, αυτό είναι. Δηλαδή αυτή η γυναίκα κάθε βράδυ, όποτε είναι η παράσταση, για μένα δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να έρθει να ζητήσει με έναν τρόπο συγχώρεση, ξέροντας ότι δεν θα την πάρει ποτέ. Και αυτή η τελευταία σκηνή, η οποία επί της ουσίας είναι αυτό που θα ήθελε πραγματικά να έχει συμβεί όταν σηκώνομαι όρθια και λέω αυτό το πράγμα.
Γι’ αυτό και είναι ανατριχιαστικό και από άποψη σκηνοθεσίας ότι μου φυλάς το βάδισμα την ώρα που πρέπει. Είναι ένα έργο το οποίο δεν θα γελάσεις 100%, αλλά θα γελάσεις. Αυτό το πικρό, το γέλιο, αυτό το γλυκόπιοτο.
Μια γυναίκα, ένα κορίτσι με αυτό τον χαρακτήρα ήταν ένα αγρίμι, γεννημένη μες στα πούπουλα, πέμπτη γενιά Αθηναίοι. Με έναν πατέρα που ήταν το ίνδαλμα της και επί της ουσίας αυτήν απατάει με μια άλλη γυναίκα, ενώ απατάει τη μάνα της. Και θέλει να πάει κόντρα σε όλα παντρεύεται στα 16, κάνει παιδί στα 18. Πραγματικά τι μπορείς να περιμένεις από ένα παιδί που γεννάει παιδιά;
Θέλω να σου πω ότι υπάρχει μια γενιά Ελλήνων που έχουν υποφέρει, που δεν είχαν καταλάβει πώς κάνανε παιδιά ξαφνικά. Είναι παιδιά που κάνανε παιδιά. Δεν έχω αξιώσεις αυτοί οι άνθρωποι να είναι τα πρότυπα γονιών. Αν κι αυτή η μάνα, ας πούμε, στο σημείο που μαθαίνει για την κακοποίηση του γιου τους, εκεί μου πέρασε ο σπαραγμός της μάνας.
Είναι φοβερό εκείνο το σημείο και για τα σημερινά δεδομένα είναι.
Μα γι’ αυτό ήταν από τις άβολες στιγμές. Έλεγα από μέσα μου για φαντάσου τώρα να έχεις κακοποιηθεί και να είσαι θεατής, ένιωσα και σαν άνθρωπος άβολα γιατί μιλάς χύμα για κάτι το οποίο πολλοί το κρύβουν. Και επειδή έχεις και αυτή την αμεσότητα πανάθεμά σε, ήταν ένα σημείο στην παράσταση που ένιωσα άβολα πραγματικά κοίταξα αλλού. Δεν μπορούσα να σε κοιτάω στα μάτια.
Ενσυναίσθηση. Εγώ να σου πω κάτι – δεν είναι για λόγους διαφήμισης ελάτε όλοι στο θέατρο – είναι τόσο κυτταρικό το έργο, μας αφορά όλους ούτως ή άλλως.
Είναι από τις παραστάσεις που πραγματικά θα έπρεπε να την δουν παιδιά λυκείου.
Ήρθε δάσκαλος στο VAULT κάποια στιγμή λέω «τι είναι;» Μου λένε «είναι πάνω ένας καθηγητής με παιδιά της τρίτης γυμνασίου ή πρώτης λυκείου. Καθόμουν εγώ εδώ και όλη αυτή η πλευρά ήτανε ματάκια, ήταν παιδιά, κορίτσια και αγόρια μικρά, είχαν έρθει με τον καθηγητή τους να δουν την παράσταση. Δηλαδή συγκλονιστικό και μπράβο του.
Τόλμησε. Τέτοιους δασκάλους θέλουμε.
Τέτοιους θέλουμε, δεν έχουμε. Αυτό πόσο το θέλουμε…
Από το μικρό VAULT που ξεκίνησαν μεγάλα πράγματα τώρα στο ορθογώνιο Θέατρο Εν Αθήναις.
Ναι, είναι ορθογώνιο, άλλη λογική. Πολύ μεγαλύτερη γωνία θέασης που πρέπει να φτάνει σε όλους.
Αυτήν την παράσταση που την κάνεις τέσσερα χρόνια και μου είπες πάρα πολύ ανατριχιαστικά ότι νιώθεις σαν να είναι και η μάνα του Ταχτσή πίσω.
Την καλώ, την καλοπιάνω, το καλοπιάνω το θηρίο, αυτό το υπέροχο, το γεμάτο ρωγμές.
Έχεις κάνει και τις σκέψεις σου πάνω στο τι να έγινε άραγε; Γιατί το λέτε και στην παράσταση ότι μου σκοτώσανε το παιδί ,το λέει και στην αρχή. Έχεις κάνει εσύ τις δικές σου προσωπικές σκέψεις πάνω στο τι έγινε τελικά με αυτόν τον Ταχτσή;
Κοίταξε να δεις, η μάνα του πέθανε δύο χρόνια πριν και δεν το είδε το λέει κιόλας «Εύχομαι να μην ζήσω να το δω». Ο Ταχτσής έφυγε με τον τρόπο που έφυγε.
Ρωτάω επειδή ζούμε σκοτεινές περιόδους.
Πολύ σκοτεινές περιόδους ζούμε και από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί οι άνθρωποι πραγματικά να βρίσκονται στα χαντάκια.
Για την αίσθηση της δικαιοσύνης, εμένα πιο πολύ αυτό με προβληματίζει.
Η δικαιοσύνη ως έννοια αλίμονο σπουδαία. Το θέμα είναι τι γίνεται με τους λειτουργούς και όλοι αυτοί οι οποίοι κινούν τα νήματα και από τους οποίους εξαρτώνται οι λειτουργοί. Γενικά δεν νομίζω ότι τα πράγματα πάνε καλά, θέλω πάρα πολύ να είμαι αισιόδοξη. Αν θέλεις αισιόδοξη στο να πω ότι ίσως τα πράγματα να πιάσουν τόσο πάτο ώστε κάποια στιγμή…
Μα είμαστε στον πάτο υπάρχει και παρακάτω.
Υπάρχει και παρακάτω πάντα υπάρχει. Τι να σου πω τώρα; Για μένα τα Τέμπη είναι ο πάτος. Δηλαδή τώρα και που σου μιλάω, λέω μέσα μου: πάλι τώρα τι μιλάς;
Δεν θέλουμε να πέσουμε σε τέτοιες παγίδες. Μα σκέφτομαι αν ζούσε η μάνα του Ταχτσή πιστεύεις θα ήταν η πρώτη που θα έτρεχε να κυνηγήσει, να βρει τους δολοφόνους του;
Θα ήταν σίγουρα δεν θα το άφηνε έτσι.
Άρα δεν αποποιήθηκε ποτέ το «λάθος» παιδί της;
Το λάτρευε. Το λάτρευε το παιδί της και το λέει κιόλας, ότι «σε έδωσα στη γιαγιά σου για να να μορφωθείς, να έχεις ψωμί, να φας κάποια στιγμή». Αυτή που ήταν γεννημένη στα πούπουλα έπεσε στα σανίδια, κυριολεκτικά δεν είχε να φάει και πήρε τα παιδιά της, γιατί δεν άντεχε αυτόν τον τύπο, αυτόν τον άθλιο. Τα πήρε τα παιδιά της και έφυγε χωρίς να ξέρει που θα ακουμπήσει. Και ερωτεύτηκε γιατί από την άλλη ήταν γυναίκα που γούσταρε τον έρωτα.
Τρελαίνομαι γιατί όταν μιλάς γι’ αυτήν, τώρα ξανά ξυπνάει και το σώμα σου αλλάζει η φωνή σου.
Ναι, ναι.
…και θέλω να σου κάνω μια «ύπουλη» ερώτηση. Εσύ τώρα ως Ράνια;
Ναι.
Κάποια στιγμή έκανες δύο παιδιά και παράτησες καριέρα.
Έκανα ναι, ένα μικρό διάλειμμα, άφησα τον Λευτέρη Βογιατζή. Εγώ δεν είχα δύσκολες συνθήκες και το έκανα τελικά αυτό που ήθελα. Είχα και τα παιδιά μου μια χαρά, δεν πεινάσαμε και μπόρεσα να δουλέψω, μετά έκανα παιδικό. Πιθανότατα αν δεν είχα κάνει παιδί, να είχα πάει κάπου αλλού. Αν ας πούμε, όταν έμεινα έγκυος στην Κατερίνα μου και ήμουν στο «Με δύναμη από την Κηφισιά» του Βογιατζή και είχα ακούσει την ερώτηση «καλά και έφυγες;». Και λέω και τι να έκανα; Αφού ήθελα να κάνω παιδί. Γιατί αυτή η δουλειά είναι γαμημένη δουλειά, αυτή που έχουμε. Πόσες γυναίκες δεν έχουν αντιμετωπίσει: το έμεινες έγκυος, πάει έφυγες από τον ρόλο, τελείωσε το παίρνει κάποια άλλη. Άντε τώρα να ξαναβγώ στην αγορά εργασίας.
Ναι, αλλά η περίπτωση σου μας διδάσκει ότι ναι, μπορώ να κάνω τα παιδιά μου.
Μπορείς βεβαίως και μπορείς.
Μπορώ να αφοσιωθώ στα παιδιά μου. Παράλληλα μπορώ να κάνω ακόμα και παιδικό θέατρο. Και όταν είναι να έρθει θα έρθει. Και σου ‘ρθε;
Το πολέμησα βέβαια να έρθει. Δεν ήρθε ουρανοκατέβατο συν Αθηνά και χείρα κίνει βέβαια, αλλά γενικά είμαι ευγνώμων από τη ζωή.
Τι σε τρομάζει εσένα στην κοινωνία. Επειδή τώρα είσαι και μια ψημένη γυναίκα, είσαι και μάνα, είσαι και αθλήτρια – ηθοποιός. Αυτή τη στιγμή έχουμε υπογεννητικότητα, ένας από τους λόγους πέρα από την οικονομική αυτή ανέχεια που ζούμε, είναι και το ότι τα κορίτσια τα νέα σκέφτονται: άμα κάνω εγώ ένα παιδί τώρα καταστράφηκα, δεν θα μπορώ να δουλέψω. Συστήνεις εσύ στα νέα κορίτσια να βιώσουν τη μητρότητα δίχως φόβο;
Δεν μπορώ να το πω αυτό. Εδωπέρα υπάρχει ένας άλλος πολύ μεγάλος παράγοντας, επειδή έχω κόρες που είναι γυναίκες, τρομάζω πάρα πολύ με την κοινωνία αυτή, με όλο αυτό που συμβαίνει. Τρομάζω με όλα αυτά, τρομάζω με τα σόσιαλ, τρομάζω με όλο αυτό τον κανιβαλισμό. Τρομάζω με τα μωρά που τους δίνουν ένα κινητό μπροστά για να μπορέσουν να ηρεμήσουν. Τρομάζω με την έλλειψη παιδείας που υπάρχει. Τρομάζω με το ότι δεν ενδιαφέρεται κανείς για τον άνθρωπο. Γιατί αυτά τα παιδιά σκοτώνονται στο σχολείο, το ένα χτυπάει το άλλο; Μήπως, λέω τώρα εγώ, επειδή υπήρξε και η πανδημία και όλα, μήπως γιατί με έναν τρόπο φωνάζουν: Προσέξτε εμάς, επειδή δεν μπορούμε να τα προσέξουμε με άλλο τρόπο. Δεν μπορούν να τραβήξουν την προσοχή μας με έναν τρόπο θετικό, μας αναγκάζουν να ρίξουμε τα μάτια μας πάνω τους; Δεν έχω σόσιαλ και ένας λόγος που δεν έχω σόσιαλ είναι όχι μόνο γιατί δεν θέλω να χάνω χρόνο και θέλω να βλέπω τους ανθρώπους μου από κοντά κτλ. είναι γιατί πραγματικά φοβάμαι και πραγματικά μπράβο σε εσάς που έχετε social και μπορείτε να βλέπετε όλοι όλα αυτά τα σχόλια της φρίκης. Πολλές φορές όλη αυτή την ύβρη που υπάρχει από κόσμο εγώ δεν αντέχω. Εμένα θα με πλήγωνε πάρα πολύ αυτό το πράγμα. Δεν ξέρω μπορεί να μου έκανε κακό, οπότε προτιμώ καλύτερα και να μην εμπλακώ καθόλου. Αλλά τι είναι αυτό που ωθεί σε όλη αυτή τη βία;
Πάσχουμε πιστεύεις, από αποκτήνωση πια;
Δεν ξέρω τι έχει γίνει. Η σκέψη καταρχάς, η παιδεία, ο τρόπος, από τώρα, από τα γεννοφάσκια πρέπει να ξεκινήσουν. Μάθημα ενσυναίσθησης έχουν στη Δανία. Οπότε τρομάζω. Δεν ξέρω αν έχεις μυρίσει μωρό, αυτή η μυρωδιά δεν ξεχνιέται. Συνειδητοποίησα το μέγεθος της αγάπης με το πρώτο μου παιδί. Ε, δεν είναι δυνατόν να μη θέλω αυτό το πράγμα που ένιωσα εγώ να το νιώσουν οι γυναίκες και τα νέα κορίτσια; Αλλά το θέμα είναι ότι πραγματικά ας το προστατεύσουμε αυτό.
Το πιο ιδανικό είναι τα παιδιά να τα αντιμετωπίζουμε ως παιδιά όλων μας.
Μόνο έτσι.
Θεωρώ το ενδιαφέρον πάλι με την παράσταση σας είναι ότι παρουσιάζει μια Ελλάδα φτωχική, μια Ελλάδα του πόνου.
Αχάηδευτη.
Και βλέπω 2024 δεν έλεγες και τίποτα το διαφορετικό.
Όχι τίποτα και λες δεν θα έπρεπε να έχουμε προχωρήσει; Τίποτα απλώς υπάρχει πολλή πληροφορία και υπάρχει τόση πληροφορία που δεν προλαβαίνεις να κάτσεις και να επεξεργαστείς, οπότε τα πράγματα είναι απλώς έτσι. Δηλαδή δεν μπορείς να μην πιστεύεις στον άνθρωπο, δεν γίνεται. Ας πούμε έγινε η συναυλία στα Τέμπη, είδες όλο αυτό τον κόσμο, βλέπεις αυτό το πάθος, αυτό το συναίσθημα γι’ αυτό είναι η τέχνη. Γι’ αυτό το λατρεύω το θέατρο όσο και να φοβάμαι τη στιγμή, γιατί πάντα πριν βγω λέω Παναγία μου, Παναγία μου, αλλά αυτή η ανταλλαγή, αυτό το πράγμα, αυτό το αίσθημα, παιδί μου, ανταλλαγή. Παίζουν οι αισθήσεις εκείνου που μιλάει. Τώρα οι αισθήσεις καταργήθηκαν τελείως. Σου κάνω λάικ, λέει. Μιλάμε. Πού μιλάς μωρέ; Θα του στείλω και τι; Πάρε ένα τηλέφωνο να ακούσεις. Δες τον. Δεν έχουμε χρόνο ούτε γι’ αυτό. Πάνε οι αισθήσεις, καταργήθηκαν.
Πάντως η παράσταση σου γαργαλάει όλες τις αισθήσεις.
Είδες όμως τελικά; Είμαστε πολύ δυνατοί οι άνθρωποι. Ο άνθρωπος, το ον, ο άνθρωπος που τα έχει όλα μέσα και το τέρας και τον άγγελο, είναι πολύ δυνατό, οπότε πρέπει να το ξαναβάλουμε πάλι εκεί που του πρέπει.
Είναι και από τις παραστάσεις που πρέπει να είσαι και χαρούμενη, διότι αυτός είναι ο λόγος που κάνουμε θέατρο.
Πολύ χαρούμενη είμαι.
Έχεις κάνει κι άλλα ωραία πράγματα, αλλά στο συγκεκριμένο είναι αυτό που πρέπει να προκαλεί το θέατρο. Να βγαίνω από την παράσταση μετά έξω και να έχω σκέψεις, προβληματισμούς ακόμα να πάω και να κάνω και μήνυση άμα χρειαστεί να ξεκαθαρίσουμε, γι αυτό δεν κάνουμε θέατρο;
Ναι, να μιλήσεις γι’ αυτό. Να να κινηθεί ρε παιδί μου το πράγμα. Να κλάψεις, να γελάσεις, να νιώσεις. Τι είναι αυτό το πράγμα γενικά γύρω μας;
Στην παράσταση φοράς ένα φόρεμα που μου θύμιζε τα φορεματάκια αυτά τα χρωματιστά, τα παλιά και προσπαθούσα να φέρω τη μάνα αυτουνού του Ταχτσή στο σήμερα, να δω ποια θεία μου μπορεί να ήταν, ποια γνωστή μου. Θα ήταν μια λαϊκιά γυναίκα σίγουρα θεωρώ. Μου κάνει λαϊκιά παραθαλάσσια.
Δεν ξέρω, να σου πω κάτι; Έχω τη γιαγιά μου την Κρητικιά που δεν την έχω πια. Η οποία ήταν και η γιάτρισσα του χωριού, μεγάλωσε σαν τη Σταχτοπούτα. Πέθανε η μάνα της, αφού τη γέννησε και παντρεύτηκε μια μητριά, ακριβώς έτσι. Τρομερή μαθήτρια αλλά έπρεπε να μείνει στο σπίτι και δεν σπούδασε και ήταν πάντα με τα γράμματα ο πόνος της που δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει και να γράφει. Ήταν αυτή που πήγαινε και έκανε ενέσεις σε όλο το χωριό κτλ. Ερχόντουσαν για τις συμβουλές της, με τρομερό χιούμορ, πολύ σκληρή, πολύ αυστηρή. Η καημένη η μάνα μου είχε τραβήξει τα πάνδεινα από αυτήν. Η μάνα μου, άριστη μαθήτρια από ένα χωριό, πέρασε στη Νομική Αθηνών. Ήρθε στην Αθήνα, βρήκε τον πατέρα μου, τον παντρεύτηκε. Φούρναρης ο πατέρας μου, τρελάθηκε η γιαγιά μου δεν ήθελε. Η γιαγιά μου, στα 86 της χρόνια, λίγο πριν φύγει έμαθε να διαβάζει την έμαθε ο παππούς μου μετά τον θάνατο του αγαπημένου μου θείου.
Αλήθεια είναι κάτι που θα ήθελες πολύ να κάνεις και δεν το έχεις κάνει ακόμα στη δουλειά;
Κοίταξε να δεις πιο παλιά ήθελα να κάνω πολλά, τώρα όσο μεγαλώνω δεν το ‘χω τόσο. Αλλά να σου πω την αλήθεια θα ήθελα να κάνω κινηματογράφο. Τώρα αν μου πεις κάτι που λένε για την Επίδαυρο, δεν έχω κατέβει, δεν έχω πάει ποτέ, δεν έχω παίξει.
Δεν έχεις κολλήσει ένσημα Επιδαύρου;
Όχι ποτέ δεν έχω κολλήσει αν και ξέρεις, ποτέ δεν το είχα σαν ζητούμενο αλλά από την άλλη τι να σου πω; Δεν ξέρω, είναι οικογένειες η χώρα μας, αυτό που λέμε η άγια ελληνική οικογένεια παντού.
Παντού.
Και στον επαγγελματικό χώρο η αγία ελληνική οικογένεια. Και επίσης κάτι άλλο που υπάρχει στον χώρο μας και που υπάρχει γενικά ως λαός, δεν αντέχουμε το όχι.
Ω ναι, δεν το αντέχουμε το όχι.
Δηλαδή αν μου κάνεις μια πρόταση και σου πω εγώ όχι για Χ λόγους, μετά θα μου γυρίσεις την πλάτη. Είναι τρομερό αυτό το πράγμα, πολύ κακό. Δεν οδηγεί πουθενά.
Να σου πω, είναι αυτό το κακό που κάνει και η μάνα αυτουνού. Πήγε ο άλλος να δει τη μάνα του και τον έδιωξε, δεν θέλω να προδίδω και την παράσταση, αλλά είναι ίδιον του ελληνικού λαού.
Βεβαίως, έχουμε τεράστια εγώ. Το ελληνικό εγώ αν δεις μόνο τους θεούς μας, τους κάναμε σύμφωνα με εμάς. Ο δυτικός πολιτισμός ανθρωποκεντρικός.
Πώς το χάσαμε το πλοίο της Αναγέννησης;
Έλα μου ντε. Ααα ήμασταν τετρακόσια χρόνια σκλαβωμένοι.
Αααα είσαι καλή μαθήτρια το θυμάσαι το μάθημα σου.
Αυτό αν μη τι άλλο το συγκράτησα.
Εγώ θα συγκρατήσω αυτήν την ωραία κουβέντα που είχαμε και μας εύχομαι ένα πολύ ωραίο μέλλον να έχουμε.
Όλοι μας.
Γιατί βιώνουμε το χαμηλό μα κάποια στιγμή υπάρχει και ο νόμος του εκκρεμούς. Είμαι τώρα στον πάτο μα θα ανέβω.
Θα ανέβουμε εννοείται.
Τρομάζεις λίγο με την ιδέα ότι αυτή η παράσταση μπορεί να τραβήξει και εφτά χρόνια;
Είναι και οι αντοχές εδωπέρα όχι μόνο σωματικές, ψυχικές. Κοίταξε να δεις, αυτό μπορώ να το βάζω στο μπαουλάκι μου και να το βγάζω καλά να ‘μαστε.
Καλά σ’ αυτό το μπαουλάκι σου εσύ έχεις κι άλλα δυνατά χαρτιά μέσα. Εχεις περάσει Αντιγόνη. Υπάρχει η Αντιγόνη του Λευτέρη Βογιατζή, η γνωστή του 2008 μα υπάρχει και μια λίγο άγνωστη Αντιγόνη μίλησε μου σε παρακαλώ γι’ αυτή.
Η άλλη δεν είναι τόσο γνωστή, αλλά ήτανε νομίζω κομβική και έχει μείνει στην ιστορία του θεάτρου. Η Αντιγόνη του Λευτέρη Βογιατζή 1992-93 στην οδό Κυκλάδων, στο Θέατρο Οδού Κυκλάδων, όπου τι να σου πω τώρα; Αυτό ήταν από τα εργαστήριο αρχαίου δράματος, το οποίο είχε ξεκινήσει, ο στόχος ήταν δουλειά πάνω στην Αντιγόνη. Εγώ ήμουν τότε, τριτοετής κιόλας όταν ξεκίνησα το εργαστήρι, δεν είχα τελειώσει ακόμα τη σχολή και κάποιοι νέοι ηθοποιοί, νέα παιδιά όλοι μας και η οποία Αντιγόνη πήγε και στο εξωτερικό. Κάναμε στο εργαστήρι για να καταλάβεις Αντιγόνη από όλους τους σπουδαίους που είχαμε. Δηλαδή ο Σακκάς μας έκανε φωνητική και ο Πετράκης, τον Μαρωνίτη, είχαμε τον Χουρμουζιάδη, η Ζουζού Νικολούδη μας έκανε κίνηση. Κάναμε κανονικά το αρχαίο κείμενο μετάφραση Παναγιωτόπουλου Νίκου, του σπουδαίου ποιητή μας. Κάναμε μετάφραση κανονικά συντακτικό, σύνταξη το κείμενο της Αντιγόνης το αρχαίο. Είχαμε μάθει όλοι οι ηθοποιοί, όλο το κείμενο της Αντιγόνης, όλους τους ρόλους στα αρχαία. Έχω κάνει αυτοσχεδιασμό με το κείμενο το αρχαίο, μέχρι να γίνει και η διανομή των ρόλων. Επειδή μας βασάνισε πάρα πάρα πολύ, εγώ για να σου δώσω να καταλάβεις έχω παίξει και Κρέοντα στα αρχαία σε πρόβες, όλοι τα είχαμε περάσει όλα.
Πόναγε εκείνη η περίοδος; Είχατε επίγνωση του τι κάνετε;
Δεν το καταλαβαίνεις τότε, καταρχάς ήταν καταπληκτικό ότι δουλεύαμε με τον Βογιατζή. Ο Βογιατζής ήταν μια πάρα πολύ σπουδαία εμπειρία, τι να λέμε. Ο Βογιατζής δεν είχε κάνει τραγωδία πριν, δηλαδή μάθαινε.
Μάθαινε κι αυτός μαζί σας, δηλαδή πάνω σας έμαθε;
Βέβαια μάθαινε, μετά ήταν απίστευτο το υλικό που δόθηκε από εμάς, από τις πρόβες που γινόντουσαν. Κυριολεκτικά πέσανε κορμιά να το πω έτσι.
Βιντεοσκοπούνταν αυτές οι πρόβες, οι διαδικασίες;
Όχι, δυστυχώς. Κάποια στιγμή κάτι είχαν τραβήξει, ήθελε σαν ταινία να γίνει. Αυτό πριν κάνουμε την περιοδεία στην Ευρώπη. Αλλά εξαφανίστηκε αυτό, γιατί πραγματικά θυμάμαι που είχαμε γυρίσει κανονικά σαν σε ταινία την Αντιγόνη.
Κοίτα, μπορεί να εμφανιστούν στο μέλλον γιατί κάποιος θα έχει αυτό το υλικό.
Πραγματικά δεν ξέρω.
Και να μην βρεθούν μην σκας έτσι κι αλλιώς εσύ τηλεοπτικιά ηθοποιός είσαι.
Δεκατρία χρόνια θέατρο, κάνω τις Σάββατογεννημένες η πρώτη μου δουλειά και τυχαίνει να σκίσει. Τι να κάνουμε τώρα;
Ατυχία.
Ατυχία ναι και την λάτρεψα.
Έχεις πει και πολλά όχι σε δουλειές.
Έχω πει πολλά όχ,ι πάρα πολλά όχι και πληρώνονται αυτά τα όχι.
Α, εγώ νομίζω ότι τα όχι φτιάχνουν καριέρες;
Δεν ξέρω, δεν έχω απάντηση σε όλα, ούτε άποψη για τα πάντα, δεν θέλω να έχω κιόλας.
Ωραία, θα σε βρω την επόμενη φορά που θα έχεις μασήσει κάποια φύλλα δάφνης να μου δώσεις απάντηση σε όλα και να μου δώσεις κι ένα χρησμό. Και τώρα κλείνοντας την κουβέντα μας με την απονομή του βραβείου θέλεις να ευχαριστήσεις κάποιους;
Μου έδωσες βραβείο;
Ε φυσικά. Σου αποδίδω το βραβείο τραγωδού δωματίου. Έχω να δω τέτοιο μονόλογο καιρό. Σου παραδίδω το βραβείο καλύτερης πρωτοεμφανιζόμενης τραγωδού δωματίου και μια ανθοδέσμη δάφνες. Ευχαριστώ.
Κι εγώ σε ευχαριστώ πάρα πολύ, πραγματικά το απόλαυσα. Αισθάνθηκα κάποια στιγμή ότι ήμουν στο ραδιόφωνο οι δυο μας ξέρεις, έλεγες εσύ πέταγα κι εγώ κάναμε μια εκπομπούλα.
Ναι πρωινάδικο, αλλά ωραίο.
Ε ναι κουλτουριάρικο πρωινάδικο.
Κάτσε να κάνω μια αποφώνηση για τους τηλεθεατές μας και συνεχίζουμε εμείς. Ήμουν ο Στέλιος ο Παρρής μαζί μας ήτανε η Ράνια Σχίζα που σχίζει στη «Μάνα αυτουνού». Σας παροτρύνω να δείτε αυτή την παράσταση. Ευχαριστούμε πάρα πολύ που σας κρατήσαμε συντροφιά, τώρα μπορείτε ν’ αλλάξετε κανάλι. Στο καλό και να μας ξανάρθετε.
Info παράστασης:
Η μάνα αυτουνού…Έλλη Ζάχου Ταχτσή | Θέατρο Eν Αθήναις







