Η μουσική, παρούσα στις σκέψεις και στις πράξεις των ηρώων, φαίνεται να πρωταγωνιστεί και με έναν ανεξήγητο και υποδόριο τρόπο στο αστυνομικό μυθιστόρημα Για μια χούφτα βινύλια της Χίλντας Παπαδημητρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και στα διηγήματα με τον συλλογικό τίτλο Ποιοι ακούνε ακόμα τζάζ; του Γιάννη Μπασκόζου από τις εκδόσεις Κέδρος. Δυο βιβλία με σάουντρακ -δυστυχώς, όχι ακόμα σε ξεχωριστό c.d ή βινύλιο-, στα οποία οι ήρωες ακούνε ροκ, τζάζ, σόουλ αλλά και ρεμπέτικα και δημοτικά.

Στο Για μια χούφτα βινύλια, ένας συλλέκτης βινυλίων δολοφονείται με μια μινιατούρα της ροζ Cadillac του Έλβις. Ένας πρωτάρης ντεντέκτιβ αναλαμβάνει τη διαλεύκανση του εγκλήματος. Ένας ιδιοκτήτης δισκάδικου παλεύει με τη χρεωκοπία. Ορκισμένοι μουσικόφιλοι συνθέτουν ένα δίκτυο υπόπτων. Ανάμεσά τους κορίτσια με αδυναμίες και τάσεις φυγής. Η μυστικοπαθής Αθήνα. Το χθόνιο Πήλιο. Το σκυθρωπό Λονδίνο.

Η Χίλντα Παπαδημητρίου κατάφερε να φτιάξει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με βασικά υλικά τη μεγάλη αγάπη της για μουσικούς και μουσικές υποκουλτούρες της δεκαετίας του ’50 και του ’60, τα διδάγματα από τους μεγάλους κλασικούς του αστυνομικού μυθιστορήματος, λίγες πινελιές από την pulp παράδοση και μια ατμόσφαιρα δανεισμένη από το αμερικανικό νουάρ. Όλα αυτά με μια άψογα δομημένη πλοκή που αποζημιώνει τον αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα, καθώς η συγγραφέας με μεγάλη επιτυχία δημιουργεί το απαραίτητο σασπένς και τον παρασύρει στα δαιδαλώδη μονοπάτια της εξιχνίασης. 
Επιπλέον, η Παπαδημητρίου επιδεικνύει μια απολαυστικά εύστοχη διεισδυτικότητα στους χαρακτήρες των ηρώων και με ιδιαίτερη πειστικότητα πλάθει ένα σύνολο προσώπων που περιλαμβάνει από τον αυτάρεσκο ροκά γόη λαϊκών καταβολών μέχρι την αλαφροΐσκιωτη οικολόγο ερημίτισσα με τις μεταφυσικές αναζητήσεις και την ευνουχιστική μάνα που αρνείται να αποχωριστεί τον -σαραντάρη πλέον- γιο της.
Τέλος, δε θα μπορούσα να μην επισημάνω τον ξεχωριστό τρόπο με τον οποίο ζωντανεύει η μετολυμπιακή Αθήνα μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Από τη μια πλευρά, ο μυημένος flâneur του αθηναϊκού κέντρου εντοπίζει οικεία πρόσωπα, καταστάσεις και αστικούς μύθους, και από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης αποκτά μέσα από το μυθιστορηματικό σύμπαν έναν πρώτης τάξεως οδηγό για τις γωνιές όπου η καρδιά της πόλης χτυπά πιο δυνατά. Στους ρυθμούς του A Hard Day’s Night.

 

Η συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Μπασκόζου φέρει τον τίτλο της πρώτης από τις μικρές περίεργες ιστορίες του Ποιοι ακούνε ακόμα τζαζ; και μιλάει για αυτό το μαγικό πράγμα που λέγεται μουσική. Μουσικές πολλών ειδών γίνονται αφηγηματικό πεδίο πάνω στο οποίο κυλούν ιστορίες ανθρώπων καθημερινών. Ιστορίες που μιλούν για παράταιρες φιλίες, δύσκολες σχέσεις, ξαφνικούς, μικρούς και άλλοτε προδομένους έρωτες, μικρές κακίες, μεγάλες προσδοκίες. Ιστορίες για ανθρώπους που βγάζουν τη γλώσσα σ’ ό,τι δεν ταιριάζει με αυτούς και για άλλους, που είναι οι πιο πολλοί και υποχωρούν μπροστά σε μια κοινωνία που απλώς τους ανέχεται. Ανάμεσα στις ανθρώπινες συμπληγάδες, άλλοτε κυρίαρχη, άλλοτε συνοδευτική, ακόμα και σιωπηλή, λάμπει, πάντα, η μουσική.

Κάθε ιστορία διαθέτει τα δικά της θέλγητρα με τη μυθοπλασία και την πραγματικότητα να κονταροχτυπιούνται. Ξεχωρίζω τις ‘Στιγμές από το βίο του Πέτρου Πικρού’, τις τρεις λιλιπούτειες ιστορίες με τίτλο ‘Ιστορίες από το κόμμα’ και τον ‘Βαγγέλη’. Οι βασικοί ήρωές του Γιάννη Μπασκόζου, ως επί το πλείστον ανδρικές φιγούρες, ψάχνουν να τιθασεύσουν τις διαφυγές τους, τις ενστικτώδεις ανάγκες, και αναζητούν, όπως λέει και ο συγγραφέας τους, το «παραπέρα», που δικαιώνει τον άνθρωπο ως πολύπλοκη συναισθηματικά μονάδα.

Η συλλογή κλείνει με θραύσματα από μέιλ σε μια γκρινιάρα γυναίκα, μελαγχολικό κλείσιμο και στο i-pod παίζει Summer in the city