Ταινία τελετής έναρξης του 25ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, συμμετοχή στο επίσημο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ των Καννών, διάφορα βραβεία σε άλλα Φεστιβάλ και διάφορες υποψηφιότητες για τα Σεζάρ, πάνω από 2.500.000 θεατές στην προβολή της στη Γαλλία, «Η Ορχήστρα του Αδερφού μου» του Εμανουέλ Κουρκόλ ξεκίνησε να προβάλλεται και στην Ελλάδα με τον αέρα της καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας.
Ο Τιμπό και ο Τζίμι, δυο αδέλφια χωρισμένα. Πατέρας δεν υπήρχε στην εικόνα, η μάνα φουλ προβληματική, τα πήρε η Πρόνοια, υιοθετήθηκαν και οι δύο τους, από διαφορετικές όμως οικογένειες. Χωρίστηκαν πριν γνωρίσουν ο ένας τον άλλον, δεν γνώριζαν καν ότι έχουν αδελφό. Το μαθαίνουν στα 40 τους και στα 35 τους, όταν ένα ξαφνικό και σοβαρότατο πρόβλημα υγείας του Τιμπό μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν βρεθεί συμβατός δότης μυελού των οστών.
Ο Τζίμι πράγματι δέχεται να σώσει με τη μεταμόσχευση τη ζωή του Τιμπό, δεν του είναι τίποτα, κι όσο κι αν ίσως θα μπορούσε να τεθεί ως ένα εκ των βασικών θεμάτων της ταινίας το ζήτημα μιας ευγνωμοσύνης δίχως όρια, αυτό δεν συμβαίνει, η στάση του Τζίμι αντιμετωπίζεται ως κάπως αυτονόητη και νομίζω πολύ εύλογα κι όχι μόνο επειδή ακόμα κι αν ο Τιμπό του είναι στην πράξη ξένος, στο αίμα του είναι αδελφός· σχεδόν το ίδιο αυτονόητη θα ήταν ακόμα κι αν είχαμε να κάναμε με κάποιον με όλες τις έννοιες ξένο. Γιατί, όταν σου χτυπά την πόρτα εξειδικευμένα και προσωπικά, ως αίτημα που απευθύνεται ειδικά σε σένα, το συγκεκριμένο αίτημα να κάνεις ένα τεράστιο καλό σε έναν άλλον άνθρωπο, χωρίς ταυτόχρονα να χρειάζεται να υποστείς εσύ κάποιο ιδιαίτερο κόστος, τότε πραγματικά ποιος δεν θα το έκανε;
Δεν είμαστε οι άνθρωποι τόσο εξατομικευμένα καθάρματα. Μπορούμε δηλαδή μια χαρά να ζούμε μια ζωή αδιαφορώντας πλήρως για την τύχη των άλλων γύρω μας, μπορούμε δηλαδή μια χαρά να ζούμε εμείς καλά και οι άλλοι δίπλα μας να πεθαίνουν από φτώχεια, πολέμους ή ό,τι άλλο, αλλά έχουμε ένα διπλό άλλοθι: το ότι δεν μπορούμε εμείς «να σώσουμε τον κόσμο» και το ότι δεν έρχεται κανείς να μας ζητήσει με όρους προσωπικής ανάμιξης και βάρους να τον σώσουμε. Ενταγμένοι σε γενικότερα θεωρητικά σχήματα μπορούμε να αποστρέφουμε το κεφάλι μας μακριά από τα προβλήματα των άλλων ωσάν να μην μας αφορούν. Αλλά όταν τα προβλήματα των άλλων έρχονται να μας απευθυνθούν κατά πρόσωπο κι όταν η αναλογία του καλού που θα κάνουμε με το κόστος που θα πληρώσουμε είναι εξωφρενικά μεγάλη, τότε κοιτάζουμε κατά πρόσωπο τον άλλο, τον εαυτό μας και τη θέση μας ως όντα για τα οποία η διάκριση μεταξύ του καλού και του κακού είναι βασικότατο θεμέλιο της φύσης μας και προχωράμε στο αυτονόητο.
Οπότε μολονότι «Η Ορχήστρα του Αδερφού μου» θα εστιάσει στα δύο αδέλφια, δεν θα νιώσει την ανάγκη να αφιερώσει πολύ χρόνο στο ζήτημα της ευγνωμοσύνης. Κι ό,τι τυχόν κι αν κάνει στην πορεία ο Τιμπό για τον Τζίμι, δεν μοιάζει να προέρχεται από κάποια ανάγκη ανταπόδοσης, ανταμοιβής, αντιστοίχισης με τη δική του πράξη, δεν μοιάζει να προέρχεται από υποχρέωση, ενοχικότητα ή τυπικότητα, αλλά από τη σταδιακή δημιουργία μιας διαπροσωπικής και συναισθηματικής σύνδεσης.
Αντίθετα η ταινία θα χρησιμοποιήσει το αρχικό γεγονός που έκανε τα δύο αδέλφια να γνωριστούν περισσότερο ως αφορμή, προκειμένου στη συνέχεια να αναρωτηθεί με τον τρόπο της για τη διαφορά που κάνει το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνεις, οι συνθήκες ανατροφής σου, οι ευκαιρίες που ανοίγονται μπροστά σου εξαιτίας τους. Ο Τιμπό είναι διεθνώς αναγνωρισμένος διευθυντής ορχήστρας και συνθέτης, ο Τζίμι είναι μάγειρας σε εργοστάσιο και ερασιτέχνης μουσικός στην τοπική ερασιτεχνική ορχήστρα. Ο Τιμπό μεγάλωσε στο Παρίσι, ο Τζίμι στη γαλλική επαρχία, εκεί που παραμένει. Ο Τιμπό μεγάλωσε σε πιο ευκατάστατη οικογένεια και με μεγαλύτερη πρόσβαση στο πολιτισμικό κεφάλαιο. Ο δρόμος ήταν εξαρχής πολύ πιο βατός για εκείνον για να ακολουθήσει την καριέρα που ακολούθησε.
Ανάμεσα στις δύο μαμάδες που τους υιοθέτησαν, ενδεχομένως η μητέρα του Τζίμι είναι η πιο ζεστή. Και λέει ότι αν της είχε τεθεί ποτέ εκείνης το δίλημμα, θα τα είχε υιοθετήσει και τα δύο αδέλφια. Αλλά έτσι είναι γενικά οι φτωχότεροι άνθρωποι, μοιράζονται πιο εύκολα την έλλειψη υλικών αγαθών τους, παραδόξως δεν κάνει τόσο μεγάλη διαφορά στη γενικότερη οικονομική κατάστασή τους ένα στόμα ακόμα, πάνε με το συναίσθημα και λένε ναι σε μια ψυχή ακόμα. Κι ενώ θα περίμενε κανείς να ισχύει το αντίστροφο, είναι οι άνθρωποι που έχουν μάθει να ζουν καλύτερα από πλευράς οικονομικής εκείνοι που σκέφτονται ότι μια απόφαση για ένα παιδί ακόμα δεν μπορεί ποτέ να έχει κάτι το αψήφιστο, ότι ένα παιδί ακόμα θα σημαίνει ίσως λιγότερη προσοχή, λιγότερες ευκαιρίες, λιγότερα μέσα για τα υπάρχοντα.
Η τύχη λοιπόν και η ατυχία. Αυτό που είμαστε, αυτό που γινόμαστε μεγαλώνοντας, συνήθως το αποδίδουμε πάρα πολύ στον εαυτό μας, επαινώντας τον, κατηγορώντας τον ή δικαιολογώντας τον, παίρνοντας αρκετά ή πολύ ως δεδομένα όλα τα γύρω – γύρω, το περιβάλλον, τις συνθήκες, τον τόπο, την εποχή ακόμα ακόμα. Εδώ η κατάσταση λειτουργεί ως καθρέφτης για τα αδέλφια, όπως ίσως θα έπρεπε να λειτουργεί για όλους μας: εσύ έγινες μεγάλος και τρανός στη δική σου ζωή, εγώ τίποτα το σπουδαίο στη δική μου, αλλά τι θα είχε άραγε συμβεί αν είχαμε υιοθετηθεί αντίστροφα; Θα είχαμε αξιοποιήσει αλλιώς τις δυνατότητές μας, θα ήταν η πορεία της ζωής μας διαφορετική, θα ήταν αντίστροφοι οι ρόλοι; Ο Τζίμι έχει εντελώς μουσικό αυτί -τα γονίδια μάλλον- κι ο Τιμπό διακρίνει στο πρόσωπό του ένα αυθεντικό ταλέντο.
Από την άλλη, όλα αρχίζουν και τελειώνουν στο πώς μεγάλωσες; Φυσικά και όχι. Η μητέρα του Τζίμι λέει στον Τιμπό, ότι όπως τον κόβει, αν τον είχε υιοθετήσει κι αυτόν, ακόμα κι αν δεν γινόταν διευθυντής ορχήστρας, θα γινόταν «διευθυντής σε κάτι». Επίσης η τύχη που χάρισε στον Τιμπό την ευκαιρία να γίνει ό,τι έγινε, τον υποχρέωσε ταυτόχρονα να έχει περάσει τη ζωή του διαβάζοντας και δουλεύοντας με εξαντλητικούς ρυθμούς. Μαζί με την ευκαιρία, του απένειμε και την υποχρέωση μιας αφοσίωσης κι ενός τρόπου ζωής, στην οποία κλήθηκε και καλείται καθημερινά να ανταποκριθεί.
Δίπλα στους δύο βασικούς άξονες γύρω από τους οποίους κινείται η ταινία (τύχη – ατυχία και nurture vs nature), έρχεται εκ των πραγμάτων να προστεθεί κι ένας τρίτος: η διαφορά μεταξύ επαγγελματιών και κορυφών στο είδος τους από τη μια και ερασιτεχνών από την άλλη. Και είναι προς τιμήν της, ότι ενώ θα σταθεί φουλ υμνητικά στους ερασιτέχνες και χομπίστες δημιουργικούς ανθρώπους, ότι ενώ θα τους κοιτάξει με άνευ όρων αγάπη και θαυμασμό, δεν θα αρνηθεί τη διάκριση, τη διαφορά, το χάσμα ικανοτήτων και επιπέδου, αφενός όμως αποδίδοντάς την ακριβώς στα χρόνια και την ένταση της ενασχόλησης και τελειοποίησης των ικανοτήτων και αφετέρου δεχόμενη ότι αυτή η διαφορά μπορεί υπό εντελώς συγκεκριμένες περιστάσεις και συγκυρίες να οδηγήσει κατ’ εξαίρεση σε εντελώς συγκινητικές και εμπνευστικές ενώσεις.
Ο Εμανουέλ Κουρκόλ δεν φτιάχνει σινεμά που θέλει να μας δείξει κάτι αληθινά ξεβολευτικό, ούτε σινεμά που θέλει να ψάξει επώδυνα και επίμονα στα σκοτάδια. Παίζει με τα κλισέ, άλλοτε τους αντιστέκεται, ακολουθώντας κάποιες μη προβλέψιμες κατευθύνσεις κι έχοντας παίξει και με τις προσδοκίες μας, κι άλλοτε επιστρέφει στην αγκαλιά τους. Σινεμά για τον πολύ κόσμο, σινεμά λαϊκό, ανθρωποκεντρικό, στέρεα αφηγηματικό, δεν αντιμετωπίζει τους θεατές αφ΄ υψηλού και με τουπέ, έρχεται και τους προσεγγίζει ακριβώς από το δικό τους ύψος, κι ακόμα και δεν επιχειρεί να τους συγκινήσει μέσα από πολύπλοκες και πρωτοποριακές διαδρομές, αλλά με έναν παραδοσιακό, δοκιμασμένο κι ίσως και αβανταδόρικο τρόπο, σημασία έχει ότι το κατορθώνει τίμια και χωρίς να παριστάνει ότι πρόκειται για ένα έργο στο οποίο οι άγγελοι και οι μούσες συνομίλησαν απευθείας με τον καλλιτέχνη και εν συνεχεία συνευρέθηκαν μαζί του, με τελικό αποτέλεσμα την κυοφορία ενός μυστικιστικά σπουδαίου έργου τέχνης. Με δυο λέξεις σινεμά ίσως όχι μεγάλο, πάντως σινεμά αναμφίβολα και κατηγορηματικά καλό. Ο Μπενζαμέν Λαβέρν και ο Πιερ Λοτέν δίνουν πρόσωπο, σώμα, ύφος και αλήθεια στον Τιμπό και τον Τζίμι, και κάτι στο βλέμμα και τη φωνή και των δύο ανεβάζει τελικά μια ακόμα σκάλα το συναίσθημα και τη συγκίνηση της «Ορχήστρας του Αδερφού μου».
Κλείνοντας, αν θα έπρεπε να αναφερθώ σε ένα ακόμα ζήτημα, θα ήταν ένα πιο περιφερειακό, αλλά πάντως σημαντικό για την ταινία. Το ζήτημα της αποβιομηχάνισης, απολιγνιτοποίησης, των εργοστασίων που κλείνουν, των θέσεων εργασίας που χάνονται, των ανθρώπων που μένουν πίσω. Πρόκειται όμως για ζήτημα που αφενός σηκώνει ξεχωριστή συζήτηση και που ίσως μέσα στην περιφερειακότητά του, παρά τις προθέσεις του Κουρκόλ, μπορεί να αδικείται κι από την ίδια την ταινία που θέλει να το αναδείξει.
Οπότε επιλέγω να σταθώ σε μια εντελώς δευτερεύουσα σκηνή, η οποία δεν έχει και τίποτα το καθοριστικό για την πλοκή: ένα βράδυ ο Τιμπό και ο Τζίμι έχουν πιει. Ο Τιμπό κάθεται στο τιμόνι με τον Τζίμι δίπλα του, όχι απλά φουλ μεθυσμένος, αλλά και χωρίς δίπλωμα. Δεν ξέρει να οδηγεί. Πόσο ανεύθυνο, ε; Εννοείται, εγκληματικά ανεύθυνο και επικίνδυνο. Πιάνω και τον εαυτό μου να τσινάει. Ε, τι μας δείχνεις εκεί, δεν είναι σωστό, δεν είναι σωστά πρότυπα αυτά, οφείλεις να καταδικάσεις, κύριε Κουρκόλ. Σε μια εποχή που έχουμε παρά πόδα μέσα μας τον εσωτερικό λογοκριτή, δάσκαλο, αρχιερέα και ηθικολόγο, έτοιμο να οπλίσει και να πυροβολήσει οποιοδήποτε λανθασμένο μήνυμα δίνεται, είναι λυτρωτικό η τέχνη να προβαίνει σε τέτοιου είδους μικρές παραβάσεις και να απεικονίζει όχι καταδικαστικά τέτοιου είδους συμπεριφορές που κανονικά κανείς δεν θα έπρεπε να δικαιολογεί. Ανάσα δηλαδή κάπως και ελευθερία.








