Θα γίνει ταινία όλο αυτό. Μπορεί να είναι επικεντρωμένο στον Τζίμι Κίμελ και σε δεύτερο ρόλο να πέφτουν τα φώτα στον Στίβεν Κολμπέρ. Μπορεί το αντίστροφο. Μπορεί να είναι πιο ευρύ και να τους δείχνει όλους κάπως, ένα γκρουπ παρουσιαστών δημοφιλέστατων νυχτερινών εκπομπών που τα έβαλαν ανεπιτυχώς με τον Τραμπ και στη συνέχεια ο Τραμπ τα έβαλε πολύ αποτελεσματικότερα μαζί τους, έχοντας μέσα και τον Τζον Στιούαρτ και τους υπόλοιπους που δεν έχουν προλάβει να φάνε ακόμα το κάνσελ το κυριολεκτικό. Απ΄ τον μακαρθισμό ως το Watergate όλες οι τόσο μελανές σελίδες της πολιτικής της ιστορίας γίνονται εκ των υστέρων ταινίες, η Αμερική ξεπλένεται απ’ τις αμαρτίες της, εμείς την καταβρίσκουμε ως θεατές, κάθε κατεργάρης έχει πάει στον ιστορικό του πάγκο, το παγκάρι στα ταμεία γεμίζει, τα ράφια των συντελεστών γεμίζουν βραβεία, όλοι περνάμε καλά. Εκτός βέβαια κι αν έχουμε αλλάξει τόσο σελίδα πια, ώστε περάσαμε σε ένα νέο αμερικάνικο βιβλίο, με την παλιά Αμερική να πέθανε και να ενταφιάστηκε μαζί με ένα από τα χρυσά αγόρια της χρυσής της εποχής, τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Η Γάζα πάλι, αρκετά δυσκολότερο να γίνει ταινία αμερικάνικη. Ίσως πολύ πιο μελλοντικά, όταν η Ιστορία θα ξαναγραφτεί, για όλα θα φταίει ο Νετανιάχου κι οι ακροδεξιοί υπουργοί του και η ντροπή και το έγκλημα δεν θα αφορά οτιδήποτε ευρύτερο από τη δράκα τους, αλίμονο δηλαδή τέτοια συλλογική ευθύνη. Σε κάθε περίπτωση, πάντα ο μελλοντικός αναστοχασμός βοηθά. Κάναμε κι εμείς κάποια λάθη, έγιναν κάποιες υπερβολές, το αναγνωρίζουμε με οδύνη, δεν διστάζουμε να το παραδεχτούμε δημόσια, αυτό είναι που μας κάνει και ξεχωριστούς, δοξάστε μας, ή μάλλον όχι, μην μας δοξάσετε, ας σκάψουμε βαθιά να δούμε τι κακό κάναμε πρώτα απ’ όλα στον ίδιο μας τον εαυτό, πώς παρασυρθήκαμε τόσο, πώς χάσαμε τόσο το μέτρο και μαζί του ένα μικρό κομμάτι της ψυχής μας, για το οποίο πρώτοι εμείς πενθούμε, δικό μας είναι άλλωστε. Όχι, δεν μας άξιζε να γίνουμε έτσι.
Στους τελευταίους μήνες του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα οι αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες μοιάζουν ολοένα και περισσότερο αδύναμες να ανταποκριθούν στις ανάγκες της εποχής. Σαν να επιτέλεσαν τον ιστορικό τους ρόλο. Σαν σχέσεις που ό,τι είχαν να δώσουν το έδωσαν. Ευχαριστούμε για τις αναμνήσεις, αλλά τώρα άλλα έχουμε ανάγκη. Πανίσχυρους ηγέτες στα τιμόνια. Που δεν θα αμφισβητούνται από κανέναν εσωτερικά. Που θα εξουδετερώνουν τον εσωτερικό αντίλογο με κάθε θεσμικό, παραθεσμικό ή εξωθεσμικό τρόπο. Μέχρι να αρχίσει να θεωρείται σκανδαλώδης στο μυαλό των ανθρώπων και η ίδια η ιδέα του αντιλόγου απέναντι στους ηγέτες.
Στην εποχή της ωμής δύναμης όλα σε καλούν να υποταχθείς. Να εσωτερικεύσεις ότι αν τολμήσεις να μιλήσεις και να αντισταθείς θα σε λιώσουν. Φυσικά και θα το κάνουν. Όσο όμως είσαι μόνος σου, όσο η δύναμή σου είναι ατομική και μεμονωμένη. Αν κάτι λείπει δραματικά, δραματικότερα κι από την ίδια την επιβολή της ωμής δύναμης, είναι ένα συλλογικό και παγκόσμιο όραμα, το οποίο θα κινητοποιούσε τις τρομαγμένες και τις ναρκωμένες μάζες των ανθρώπων, κάνοντάς τες να πιστέψουν ότι μπορούν να αντισταθούν, ότι όποιο κι αν είναι το κόστος η κινητοποίησή τους θα έχει αποτέλεσμα, ότι είναι εντελώς ρεαλιστική και όχι ουτοπική η εκδοχή ενός λιγότερο απολυταρχικού και σκοτεινού κόσμου, ενός κόσμου που δεν θα επιτρέπει γενοκτονίες, φασιστικές πρακτικές και άνευ όρων παράδοση της ιδιότητάς μας ως πολιτών και ως ανθρώπων σε εκείνους που θέλουν να μας εξουσιάζουν άνευ όρων.
