Πέθανε. Στη συνέχεια, προς μεγάλη και άκρως δυσάρεστή του έκπληξη, αναστήθηκε. Πάλι εδώ; Άλλη μία; Δεν ήθελε. Είχε κουραστεί από την προηγούμενη. Αυτή τη φορά αποφάσισε να αφαιρέσει μόνος του τη ζωή του. Πέθανε ξανά. Κι αναστήθηκε ξανά. Η έκπληξη τώρα μικρότερη, η απελπισία μεγαλύτερη. Δεν είχε νόημα να δοκιμάσει οτιδήποτε απονενοημένο εκ νέου. Έπρεπε να αποδεχτεί την αναστημένη του μοίρα. Μοιρολάτρης λοιπόν. Ας ξεκινούσε από εκεί. Ας ξεκινούσε από την κατανόηση των βασικών χαρακτηριστικών του. Θα ζούσε που θα ζούσε μια δεύτερη θητεία (οκ, τεχνικά τρίτη, αν συνυπολογίσουμε και το απειροελάχιστο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της πρώτης ανάστασής του και της αυτοχειρίας του), τουλάχιστον ας μην τη ζούσε ως επανάληψη της πρώτης, τουλάχιστον ας έπαιρνε τα πράγματα αλλιώς: προσπαθώντας δηλαδή να μην κρύβεται από αυτό που στα αλήθεια είναι, προσπαθώντας ει δυνατόν και να πορευτεί βάσει αυτού που στα αλήθεια είναι.
Έλα όμως που καθόλου δεν του άρεσε αυτό που στα αλήθεια είναι. Καταλάβαινε τώρα ότι ακριβώς επειδή δεν του άρεσε είχε επιλέξει να του κρυφτεί στην πρώτη του ζωή. Πρόκειται όμως για πράγματα που ανήκουν στο παρελθόν πια. Κρίθηκαν. Είχε την πορεία που είχε ο συγκεκριμένος άνθρωπος, την ακολούθησε, έζησε, πέθανε, RIP. To από εδώ και μπρος ήταν το κρίσιμο. Τι να έκανε; Μήπως, αντί να πορευτεί βάσει αυτού που στα αλήθεια είναι, να προσπαθούσε για μια ακόμη φορά να πορευτεί αλλιώς, τώρα όμως όχι ως ξένος προς την φύση του, την κατασκευή του, τις επιθυμίες του και τους φόβους του, αλλά επιχειρώντας να αλλάξει την κατασκευή και τη φύση του, διαφορετικές επιθυμίες επιθυμώντας και διαφορετικούς φόβους φοβούμενος;
Καλό ακουγόταν, αλλάζει όμως ο άνθρωπος; Κατάλαβε ότι ήταν έτοιμος να υπεκφύγει δειλιάζοντας, κι όσο εύλογη κι αν ήταν μια τέτοια αντίδραση βάσει του χαρακτήρα του, δεν είχε πια δικαίωμα να του θέτει τέτοια ερωτήματα. Βρισκόταν δηλαδή εντός ενός πλαισίου στο οποίο ο άνθρωπος ανασταίνεται – κι όπως φαίνεται πολλαπλά. Όταν συμβαίνει το μείζον, προφανώς θα μπορεί να συμβεί και το έλασσον. Εκτός…
Εκτός κι αν η ανάσταση είχε το νόημα της τιμωρίας. Να ξανάρχεσαι διαρκώς εδώ, προκειμένου να μην μπορείς ποτέ να δραπετεύσεις απ’ την κόλαση του εαυτού σου. «Σταμάτα, μαλάκα, σταμάτα!». Νόμιζε ότι το έλεγε από μέσα του, αλλά συνειδητοποίησε ότι το είπε απ’ έξω του. Και δυνατά. Γύρισε το κεφάλι του να δει αν τον είχε ακούσει κανείς. Μόνο ο σκύλος του. Που τον κοιτούσε στα μάτια και είχε αρχίσει να γρυλίζει. Όποια κι αν ήταν τα θέματά του, το ζωντανό δεν του έφταιγε σε τίποτα. Ήταν η ώρα της βόλτας του. Έπρεπε να το βγάλει.
Στο πάρκο άρχισε να παίζει με ένα άλλο σκυλί. Στην προηγούμενη ζωή πήγαινε συνέχεια στο συγκεκριμένο πάρκο και δεν είχε ξαναδεί ποτέ εκεί ούτε το άλλο σκυλί ούτε το αφεντικό του. Έπιασαν κουβέντα. Του άρεσε η χροιά της φωνής της, το χρώμα του ελαφριού μπουφάν της και των ματιών της, ο πρόχειρος τρόπος που είχε πιάσει τα μαλλιά της, το κόκκινο κρασί που ήπιαν εκείνο το βράδυ, τα περισσότερα απ’ τα επόμενα χρόνια που πέρασαν μαζί, ο τρόπος που σε γενικές γραμμές χωρούσε και άντεχε τους φόβους του και τις επιθυμίες του μαζί της, ο τρόπος που ήλπιζε ότι κι εκείνη σε γενικές γραμμές χωρούσε και άντεχε τους φόβους της και τις επιθυμίες της μαζί του. Τα σκυλιά πέθαναν πρώτα. Ύστερα εκείνη. Αρκετά αργότερα αυτός. Αν ανασταινόταν θα την ξανάβρισκε άραγε; Ανυπομονούσε να μάθει.
