Ένα πάλκο που σχεδόν εξαφανίζει τη σκηνή, φωτάκια, τέσσερα όργανα, μια φωνή και η ψυχή της Σωτηρίας εκεί να μας καθοδηγεί.

«Κάποιες φορές είναι λίγο σαν λειτουργία, σαν κάτι να ξορκίζουμε όλοι μαζί, σαν κάτι να πιστεύουμε όλοι μαζί χωρίς να ξέρουμε τι είναι αυτό και ούτε χρειάζεται να το ορίσουμε… μιλάω με την έννοια του κοινού τόπου. Είναι σαν ένα κοινό αίσθημα που δεν έχει συμφωνηθεί, αλλά υπάρχει και είναι πολύ ιερό για μένα», λέει η Χριστίνα Μαξούρη για εκείνες τις στιγμές που ερμηνεύοντας «Τα τραγούδια της Σωτηρίας» ένιωσε στο κοινό τη συγκίνηση, το χαμόγελο, το τραγούδι, το χειροκρότημα, τη βαθιά σύνδεση με την «περίπτωση της Μπέλλου».

Το ταξίδι της στον κόσμο της Σωτηρίας Μπέλλου απλώθηκε στον χρόνο, έγινε προσωπικό, βυθίστηκε στις 10 ζωές που ήταν σαν να είχε ζήσει, στο απρόβλεπτό της, στη δύναμη ψυχής της. «Συγκινούμαι με το ταλέντο», τονίζει η Χριστίνα Μαξούρη καθώς ανατρέχει σε αυτή τη μεγάλη διαδρομή μαζί της, από στίχο σε στίχο, από τόπο σε τόπο και από συνθήκη σε συνθήκη, και μιλά για τη μουσική που δεν λείπει από την καθημερινότητά της, τους καλλιτέχνες που την καθόρισαν αλλά και την αλήθεια του ρεμπέτικου που φαίνεται να βρίσκει τη δική της χαραμάδα ακολουθώντας τις νεότερες γενιές.

Ξεκινώντας το 2021 το ταξίδι σου με τα «Τραγούδια της Σωτηρίας» που γεννήθηκε πάνω στην ιδέα του Δημήτρη Χαλιώτη, πίστεψες ότι αυτή η παράσταση θα βρει το κοινό της και θα κάνει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, από το Στέκι του Ηλία στο ΠΛΥΦΑ και τώρα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου;

Όχι, σε καμία περίπτωση, γιατί όταν μου το είπε ο Δημήτρης μπορεί να ήταν τέλος του ’19, γιατί αυτό ήταν να συμβεί το ’20, αλλά δεν έγινε λόγω covid. Αρχικά ξεκίνησε ως μια ανάθεση που μου έγινε, δεν ξεκίνησα σε αυτό το ταξίδι ως τόσο ενεργό μέρος αυτής της ιστορίας. Επειδή έρχομαι από μια πολύχρονη πορεία με τα «Δανεικά Παπούτσια», μια παράσταση στην οποία είχα πολύ βάρος οργάνωσης και καλλιτεχνικής παραγωγής, γιατί ήταν όλο δικό μου και αρχικά κάπως σαν να μην ήθελα να πάρω τέτοια ευθύνη με την έννοια να μπω ως ερμηνεύτρια και μόνο, αλλά δεν γινότανε. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω για όσα δεν ήξερα για εκείνη, δεν γινόταν, έγινε πολύ προσωπική υπόθεση, περάσαμε πολύ χρόνο μαζί της και συμβαδίζαμε πάντα με τον Δημήτρη. Δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ήταν τόσο μεγάλη διαδρομή. Πάντα όταν θέλεις να ετοιμάσεις κάτι, ελπίζεις ότι αυτό θα έχει κάποιους αποδέκτες. Εγώ ας πούμε πάντα σκέφτομαι και αναρωτιέμαι «ποιος θα έρθει πάλι σήμερα;».

Το ζήτημα με τον κόσμο που θα έρθει το έχουμε βιώσει λίγο πολύ όλοι τα τελευταία χρόνια, είτε έχουμε μεγάλη ευθύνη σε κάτι είτε όχι, γιατί κατεβαίνουν παραστάσεις άμα δεν πάνε καλά και είναι ένα κλίμα μεγάλης αγωνίας, το οποίο είναι πολύ άγριο και κάπως δεν σε αφήνει να κάνεις τη δουλειά σου. Η δουλειά μας δεν είναι να φέρουμε κόσμο, αλλά να κάνουμε καλά επί σκηνής αυτό στο οποίο έχουμε εργαστεί, δεν είναι να κάνουμε 35 story και 80 ποσταρίσματα, γιατί δεν είμαστε σούπερ μάρκετ για να έχουμε ένα προϊόν σε προσφορά για να πουλήσει.

 

©Patroklos Skafidas

 

Παρακολουθώντας την παράσταση κατάλαβα ότι ανεξάρτητα από τη γενιά του καθενός η σύνδεση που δημιουργείται με την Μπέλλου είναι βαθιά και ο κόσμος έχει ανάγκη να το εκφράσει σιγοτραγουδώντας, χτυπώντας παλαμάκια σαν να την ακούνε πραγματικά στο πάλκο.

Ναι, η πλειοψηφία του κοινού έρχεται κυρίως για αυτήν. Κατά πάσα πιθανότητα τα δέκα από αυτά τα τραγούδια θα τα ακούσεις σε κάποιο μαγαζί, θα ακούσεις το «Μη μου ξαναφύγεις πια μάγκα μου», θα ακούσεις τον «Απόκληρο», θα ακούσεις το «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε». Είναι όμως διαφορετική συνθήκη. Ας πούμε ο κύριος Νταλάρας που ήρθε και μας έδωσε αυτή την πολύ μεγάλη χαρά, αυτό που μας είπε είναι ότι ένιωσε σαν να πήγε στο κατηχητικό, γιατί άκουσε ξανά αυτά τα τραγούδια που αγαπά και αγαπάμε μακριά από τον θόρυβο της νύχτας, μακριά από κάθε ηχορύπανση, καθαρά τα τραγούδια αυτά. Είναι πιο ήσυχο, πιο λυτρωτικό, μπορείς να ενωθείς με τον άλλον που είναι στη σκηνή ή δίπλα σου, σαν να μερακλώνεις χωρίς να χρειάζεται να πιεις ή να χορέψεις ή να πάει η ώρα 12.30 ή 1.

Μια παράσταση είναι έτσι και αλλιώς ένα μοίρασμα, αλλά όταν κάπου ακουμπάει και σου γυρίζει πίσω, καταλαβαίνεις ότι είναι κάτι πολύ προσωπικό. Δεν είναι δεδομένο ότι θα συμβεί. Όταν από κάτω υπάρχουν χαμόγελα, υπάρχουν φωνές που τραγουδάνε και τραγουδάνε ελεύθερα, χειροκροτούν σε μια θεατρική συνθήκη ή σχολιάζουν, είναι καταπληκτικό, γιατί σημαίνει ότι πραγματικά κάτι έχει επικοινωνηθεί και υπάρχει ανοιχτό κανάλι επικοινωνίας, μια ζεστή ατμόσφαιρα. Και δεν έχει να κάνει με το πόσο έχει δουλευτεί κάτι και το πόσο πιστοί είμαστε σε αυτό, γιατί αυτό είναι δεδομένο, ότι θα προσπαθήσουμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο γίνεται, αλλά τη στιγμή που συμβαίνει, στον ζωντανό χρόνο παίζει πολύ μεγάλο ρόλο η σύνδεση των ανθρώπων από κάτω. Κάθε φορά είναι στα αλήθεια πολύ μοναδικό. Κάποιες φορές είναι λίγο σαν λειτουργία, είναι σαν κάτι να ξορκίζουμε όλοι μαζί, σαν κάτι να πιστεύουμε πάρα πολύ όλοι μαζί χωρίς να ξέρουμε τι είναι αυτό και ούτε χρειάζεται να το ορίσουμε. Δεν μιλάω με την έννοια της θρησκείας, της θρησκευτικότητας, μιλάω με την έννοια του κοινού τόπου. Είναι σαν ένα κοινό αίσθημα που δεν έχει συμφωνηθεί, αλλά υπάρχει και είναι πολύ ιερό για μένα.

Μαθαίνοντας για τη φοβερή ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου καταλαβαίνεις ότι ήταν μια τόσο γεμάτη προσωπικότητα, στο φως και στο σκοτάδι την ίδια στιγμή, με τα τραύματά της, τα λάθη που πλήρωσε, τον θαυμασμό που κέρδισε από τον κόσμο αλλά και την κριτική.

Ναι, ήταν σαν να είχε ζήσει 10 ζωές. Φυλακή είχε κάνει, στα βασανιστήρια είχε πάει, στα αυτόφωρα πήγε γιατί έπαιζε, τζόγαρε, έκανε πάρα πολλά λεφτά και τα έχανε. Πήγαινε και με άντρες, πήγαινε και με γυναίκες. Είχε αρραβωνιαστεί, τον παράτησε γιατί δεν της άρεσε. Μετά ξαναρραβωνιάστηκε και παντρεύτηκε τον Βαγγέλη, με τον οποίο χωρίσανε και μετά γίνανε φίλοι. Λέγεται, δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια, ότι τελικά είχε ένα παιδί. Την οικογένειά της μία την αγκάλιαζε, μία την έδιωχνε. Πήγαινε στη Χαλκίδα τη μία ήταν φιλόξενοι μαζί της, αλλά μετά δεν ήταν, έκανε παντού συναυλίες εκεί δεν έκανε, ήταν σαν να μην την παραδεχόταν ο ίδιος της ο τόπος. Έκανε περιοδεία και εδώ και στο εξωτερικό. Πούλαγε τις κασέτες της, την έχουν δει να πουλάει τις κασέτες της στο Μοναστηράκι. Όπου κατατρεγμένος και πονεμένος τον συνέπασχε και τον συμπονούσε. Έκανε πολύ παρέα με πρόσφυγες, με κομμουνιστές, με ομάδες ανθρώπων αποκλεισμένων, σαν να έβρισκε κάποιο κοινό με αυτούς. Μεγάλες δόξες και πολλά ξενύχτια, πολλά ταξίδια, μια ζωή πολύ έντονη.

 

©Patroklos Skafidas

 

Και πολύ μπροστά από την εποχή της.

Πολύ. Σκέψου τώρα μια γυναίκα να αρραβωνιαστεί στα 16, δηλαδή τη δεκαετία του ’30 στην επαρχία και να πετάξει τη βέρα στα μούτρα του αρραβωνιαστικού της. Σκέψου τι θάρρος έχει αυτό. Ήταν η σύστασή της τέτοια, η προσωπικότητά της τέτοια, γιατί αυτό δεν έρχεται από την οικογένεια, ήταν σε κόντρα με την οικογένεια, με τη μάνα δηλαδή κυρίως, γιατί ο πατέρας από αυτά που λέει κι εκείνη, ήταν πιο γλυκός και προσηνής, την άκουγε να τραγουδάει και καμάρωνε, αλλά δεν έλεγε κιόλας «ό,τι θέλει η Σωτηρία», που κι αυτό το ουδέτερο είναι συνενοχή σε κάποια πράγματα. Μεγάλη αγωνίστρια.

 

©Patroklos Skafidas

 

Ποιο ήταν το μεγαλύτερο στήριγμά της;

Σίγουρα οι αδερφές της και η Γεωργία τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Έλεγε ωραία πράγματα και για τον Μητσιά, τον Μικρούτσικο, μετά την βοήθησε η Τσανακλίδου, όταν ήταν στη νοσηλεία της και τη Σοφία Αδαμίδου που έγραψε το βιβλίο, στο τέλος φάνηκε να την εμπιστεύτηκε και να είχαν μια καλή σχέση και πιο προσωπική, όχι μόνο ως δημοσιογράφος που της έπαιρνε συνέντευξη.

Πιστεύεις ότι τέτοιες προσωπικότητες σαν την Μπέλλου, λαμβάνουν ποτέ την εκτίμηση που τους αξίζει στην εποχή τους;

Στην περίπτωση της Μπέλλου, αυτό που όλοι παραδέχονταν, πέρα από το αν την έκαναν στην άκρη, ήταν η φωνή της, για τον τρόπο που τραγουδούσε, όσο κι αν κάποιους τους δυσκόλευε στη συναναστροφή, γιατί δεν ήταν εύκολη περίπτωση. Επίσης είχε και το κομμάτι της μανιοκατάθλιψης, δηλαδή ήταν μια περίπτωση που νοσούσε και ψυχικά κατά διαστήματα, που επίσης είναι μια συνθήκη που μπορεί να δυσκολέψει τον άλλο. Ήταν σύνθετη, one of a kind και πήγαινε μαζί η προσωπικότητα και ο τρόπος ζωής της με αυτό που τραγουδούσε. Δεν ήταν περίπτωση όμως που έλεγαν δεν θέλω να μπλέξω επειδή είναι κακός άνθρωπος. Έλεγαν υποθέτω ότι δεν θέλω πολλά πολλά, επειδή ήταν απρόβλεπτη, κι αν φερόταν απότομα ή δύσθυμα, ήταν επειδή ήταν βασανισμένη και φυσικά «διαταραγμένη».

Εδώ σήμερα και να μη νοσούμε οι άνθρωποι γινόμαστε απρόβλεπτοι, σκέψου εκείνη την περίοδο με αυτά τα ωράρια που δούλευαν, με αυτές τις συνθήκες σε μια ανδροκρατούμενη δουλειά, με τα πολλά ξενύχτια, τα πολλά λεφτά. Γενικά φαντάζομαι πως ήταν μια συνθήκη πολύ νεφελώδης, δεν ήταν ένα τακτοποιημένο πλαίσιο για κανέναν. Πόσο μάλλον αν είσαι και η Μπέλλου με αυτή την προσωπικότητα και αυτή τη δύναμη ψυχής. Έκανε ό,τι ήθελε αυτό το πλήρωσε αλλά έκανε ό,τι ήθελε…

Οι πιο κοντινοί της και οι συνάδελφοι της έλεγαν ότι από τη μια ήταν σαν ένα μικρό παιδί, έσκαγε ένα χαμόγελο, έκανε καλαμπούρι, ήταν πολύ συμπονετική και βοηθούσε πάντα όταν της έλεγε κάποιος ότι χρειαζόταν χρήματα, αυτή μπορεί να έμενε απένταρη για να βοηθήσει. Ταυτόχρονα μπορεί να μούτρωνε για κάτι και να μην σου μιλούσε για μια βδομάδα.

 

©Patroklos Skafidas

 

Ως άνθρωπος που αγαπά τη μουσική, σε αφορά η προσωπικότητα του καλλιτέχνη που θα επιλέξεις να ακούσεις, που θα θαυμάσεις;

Ναι, με αφορά. Δενν θα ψάξω έναν άνθρωπο για να τσεκάρω αν θα πάω να τον δω άπαξ και με έχει συγκινήσει αλλά άμα μάθω κάτι ακραίο για αυτόν μετά θα δυσκολευτώ. Τώρα αν ένας άνθρωπος που θαυμάζω πολύ μάθω ότι είναι φασίστας, δεν υπάρχει περίπτωση να τον ακούσω ποτέ ξανά, δηλαδή εκεί είναι το κόκκινο πανί για μένα, πέρα από την κακοποίηση που δεν το συζητάμε καν ότι είναι κόκκινο πανί. Βέβαια, αυτό έχει να κάνει και με τη φάση που σε βρίσκει. Καταλαβαίνω πως ό,τι έχει γραφτεί σε μικρότερη ηλικία, είναι ακόμα πιο δύσκολο να ανατραπεί, γιατί η συγκίνηση είναι ακόμη πιο μεγάλη, η σύνδεση είναι ακόμα πιο μεγάλη. Για παράδειγμα οι Κατσιμιχαίοι, ο Αλκίνοος, ο Παπακωνσταντίνου, η Αλεξίου, ο Ξυδάκης, μιλάω για κάποιες περιπτώσεις που μεγάλωσα με αυτές, μια γενιά που εμένα κάπως με διαμόρφωσε και θα κλονιζόμουν πάρα πολύ αν μάθαινα κάτι για εκείνους, γιατί έχουμε ο καθένας κάτι προσωπικό μας που τους αφορά χωρίς να τους αφορά, ερήμην τους, γιατί ακριβώς έχουμε συνδέσει κάτι, μια στιγμή, μια περίοδο, μια φάση, έναν έρωτα, μια αγάπη, μια φιλία, έναν χωρισμό, κάτι.

Και τι συμβαίνει με τα ρεμπέτικα; Ποια είναι τα συστατικά που τα κάνουν να κυλούν μέσα μας ακόμα, να είναι καταγεγραμμένα στη μνήμη μας ακόμα και αν δεν έχουμε ζήσει το πάλκο εκείνης της εποχής;

Δεν έχουμε αναμνήσεις στην πραγματικότητα. Μεγαλώνοντας άρχισα να ακούω και να πηγαίνω σε τέτοια μέρη. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Μάλλον η δύναμη που έχουν τα ίδια τα τραγούδια από τότε που γράφτηκαν, που παραμένουν στον χρόνο από στόμα σε στόμα, από μουσικό σε μουσικό, είναι σαν να είναι η σύγχρονη λαϊκή κληρονομιά μας. Κουβαλάνε μια αλήθεια που φαίνεται να την έχουμε ανάγκη χωρίς να σημαίνει ότι μόνο εκεί υπάρχει αυτή η αλήθεια ή αυτό το αίσθημα. Κάτι έχουν που μας ενώνει, μας συγκινεί, μας ευθυγραμμίζει. Είναι κάποιοι που δεν θέλουν να ακούσουν ρεμπέτικα, αλλά γι’ αυτούς που μπορούμε και μας αρέσει να τα ακούμε και να τα λέμε, υπάρχει κάτι πολύ ίδιο, πολύ κοινό, νομίζω ότι ευθυγραμμιζόμαστε, γίνεται μια κάθαρση.

 

©Patroklos Skafidas
©Patroklos Skafidas

 

Την ίδια στιγμή είναι βαθιά υπαρξιακά.

Ναι, και αυτό έχει να κάνει με το πλαίσιο στο οποίο γράφτηκαν, λίγο πριν τον πόλεμο, μέσα στον πόλεμο, μετά τον πόλεμο. Τραγούδια που γράφτηκαν σε χρόνια της χώρας πάρα πολύ κρίσιμα, γραμμένα από ανάγκη και από ανθρώπους οι περισσότεροι του περιθωρίου.

 

©Patroklos Skafidas

 

Άρα πιστεύεις ότι θα ακολουθούν και τις νεότερες γενιές;

Ήδη τις ακολουθούν. Πέρυσι στο ΠΛΥΦΑ ήρθαν παιδιά από το Μουσικό Σχολείο των Χανίων, τους πρότειναν οι καθηγητές τους κάποιες παραστάσεις και εκείνα διάλεξαν αυτήν. Δεν ξέρω γιατί. Ε λοιπόν, τα παιδιά αυτά τραγουδούσαν στη μισή παράσταση. Φυσικά παίζει ρόλο το ότι ήταν σε μουσικό σχολείο, αλλά δεν ακούνε νύχτα μέρα Βαμβακάρη. Ακούνε Θανάση Παπακωνσταντίνου, ακούνε Ορέστη Ντάντο, ακούνε βυζαντινή, και ξένα, Billie Eilish, Lady Gaga. Οπότε κάπως υπάρχει ένα παραθυράκι, που αυτά τρυπώνουν είτε από έναν πατέρα, έναν παππού, από μια γιαγιά, μια μαμά, από ένα ραδιόφωνο, από έναν δάσκαλο. Η μουσική τού τώρα δεν μπορεί να ‘ναι έτσι, γιατί δεν είναι η εποχή έτσι, φτιάχνεται με άλλα υλικά και από άλλη ανάγκη, που είναι και αυτό φανταστικό.

Ποιοι καλλιτέχνες σε καθόρισαν μουσικά;

Στη μικρή μου ηλικία άκουγα πάρα πολύ Λιλιπούπολη, όλη αυτή η αισθητική των Χατζιδάκι, Κυπουργού, Πλάτωνος, Σαβίνας Γιαννάτου. Στα σχολικά χρόνια ήρθε το κεφάλαιο Χατζιδάκις-Θεοδωράκης και παράλληλα επειδή άρχισα να ακούω ραδιόφωνο ακατάπαυστα, Μελωδία και Δεύτερο πρόγραμμα, που τότε έπαιζαν πολύ Μάλαμα, Παπακωνσταντίνου, Κατσιμιχαίους, Αλκίνοο, Χαρούλα, Γαλάνη, δηλαδή όλα αυτά που λέμε και σήμερα ότι είναι το ελληνικό τραγούδι. Ξαρχάκος πάρα πολύ, που μετά καταλάβαμε ότι αυτά που ακούγαμε στις ταινίες ως παιδάκια είναι Ξαρχάκος, Ζαμπέτας, Μητσάκης, Χιώτης, Μουζάκης. Αργότερα ήρθε ο Φοίβος, ο Ξυδάκης που αρκετά μεγαλύτερη τον άκουσα αλλά του έχω πολύ μεγάλη αδυναμία. Οπότε πολύ ελληνική μουσική. Πέρασα και τη φάση του πολύ ποπ, με πολλά βιντεοκλίπ από Queen, Μαντόνα, Doors αλλά ακούγοντας και βλέποντάς τα λες «Ουάου!», δεν θα με συγκινήσουν τόσο. Ο Freddie Mercury με συγκινεί έτσι και αλλιώς, όπως με συγκινεί η Κάλλας και ο Bobby McFerrin, γιατί μιλάμε για κάτι υπεράνθρωπα πλάσματα που δεν υπάρχουν, δεν είναι άνθρωποι με ταλέντο, είναι κάτι άλλο. Καταλαβαίνω όμως, με τα χρόνια ότι έχω μια εμμονή με τον λόγο που πάει κάπως μαζί με τη μουσική, οπότε αναγκαστικά με την ελληνική μουσική συνδέομαι πιο πολύ. Επίσης για κάποιο περίεργο λόγο συνδέομαι με την μπαρόκ, μπορώ να ακούω ατελείωτες ώρες.

Συγκινούμαι πολύ, όμως με το ταλέντο, όχι μόνο με το ότι παίζει ο Καβάκος ένα έργο του Μπαχ, αλλά και το πώς το παίζει ο Καβάκος. Όταν βλέπεις τον Κουρεντζή να διευθύνει τον Γκουστάβο Ντουνταμέλ, σκέφτεσαι ότι μπορεί αυτός ο κόσμος να γίνει λίγο ομορφότερος. Υπάρχει κάτι πολύ υπερβατικό σε αυτό που αποτελείται όμως από ανθρώπους, δηλαδή αποτελείται από κάποιους που γράψαμε τη μουσική, κάποιους που την κατέγραψαν, κάποιους που την ερμηνεύουν, κάποιους που διευθύνουν, είναι άνθρωποι και όμως κάνουν κάτι πέρα από το ανθρώπινο.

Τις ημέρες που δεν ερμηνεύεις τα «Τραγούδια της Σωτηρίας» είσαι στη νέα παράσταση του Γιάννη Καλαβριανού στο Θέατρο του Νέου Κόσμου «Η Πύλη της Κόλασης». Με τον Γιάννη Καλαβριανό μετράτε αρκετά χρόνια συνεργασίας. Τι προϋποθέτει για σένα μια συνεργασία τόσων χρόνων;

Αν βάλουμε και τα μουσικά είναι η 10η συνεργασία. Σημαίνει αλληλοεκτίμηση, αλληλοσεβασμός, αγάπη. Στη θεατρική συνθήκη που περνάς δύο και δυόμιση μήνες κάθε μέρα δοκιμάζοντας κάτι που τις περισσότερες φορές λανθάνει, γιατί αυτή είναι η διαδικασία της πρόβας, ψάχνεις να βρεις κάτι, δεν γίνεται να έχεις έναν επικεφαλής που να μην τον εμπιστεύεσαι, να μην τον εκτιμάς, να μην σε συγκινεί, να μην σε εμπνέει. Γίνεται αλλά δεν θα έπρεπε για εμένα. Είμαι τυχερή ως προς αυτό, οι περιπτώσεις που μου έχουν τύχει είναι ελάχιστες έως καμία. Οπότε με τον Γιάννη Καλαβριανό συμβαίνει αυτό σε μεγάλο βαθμό, με εμπιστεύεται, τον εμπιστεύομαι, με εκτιμάει, τον εκτιμώ, είναι αμφίδρομη σχέση. Επίσης, κάθε φορά αυτό που θέλει να φτιάξει και να πει είναι πάντα πολύ καλά συντονισμένο, δεν πάει να πει κάτι τεράστιο επειδή κάποτε το φαντάστηκε, ενώ μπορεί να μην ταιριάζει με το τώρα. Δεν μεγαλοπιάνεται, που θα μπορούσε, όλοι μας δηλαδή, πόσο μάλλον ένας σκηνοθέτης που έχει παράξει πράγματα που είχαν λάβει και πολύ χώρο και διάρκεια και μεγάλη αποδοχή.

 

©Ελίνα Γιουνανλή

 

Η παράσταση ξεκινά από δύο ερωτικές ιστορίες, αυτή του Αύγουστου Ροντέν με την Καμίγ Κλοντέλ και του Πάολο με την Φραντσέσκα. Με ποιες θεματικές καταπιάνεται αυτό το νέο έργο;

Είναι ιστορίες αγάπης, αλλά δεν είναι αυτό το πλαίσιο. Στην ουσία μιλάει πολύ για τον χρόνο, πάρα πολύ και για το πόσο η τέχνη μπορεί να αψηφήσει τον χρόνο. Ειδικά στο κομμάτι Ροντέν – Καμίγ υπάρχει μεγάλη επιχειρηματολογία και αναζήτηση σε σχέση με αυτό, μεγάλος προβληματισμός και για την ανθρώπινη ύπαρξη, γιατί κάπως η ανθρώπινη ύπαρξη ορίζεται πάρα πολύ από τον χρόνο, τον έρωτα και το ταλέντο αν υπάρχει, αν και όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα ταλέντο σε κάτι. Μιλάμε όντως για πολύ πυρηνικά θέματα.

 

©Ελίνα Γιουνανλή

 

Info

Τα τραγούδια της Σωτηρίας & Η Πύλη της Κόλασης | Θέατρο του Νέου Κόσμου