Καθηγητής φιλοσοφίας και ψυχολογίας σε Κολέγιο της Νέας Ορλεάνης διδάσκει τους φοιτητές για τις υπαρξιακές ανταμοιβές του ζειν επικινδύνως και της εξόδου από τo comfort zone, αλλά ο ίδιος μοιάζει να ζει μέσα στην προστατευμένη του φούσκα. Τους διδάσκει επίσης και για τη φροϋδική σύγκρουση του Id (των ενορμήσεων, των ενστίκτων, των παθών), με το Υπερεγώ (των απαγορεύεται, των πρέπει, των κανόνων, των φραγμών), με τελική κατάληξη των αποτελεσμάτων της μεταξύ τους σύγκρουσης το Εγώ και την σχηματισμένη ταυτότητα του κάθε ανθρώπου.

Ζει μόνος του, με τις δυο γάτες του, την Ιd και την Ego. Γάτα βαφτισμένη «Υπερεγώ» δεν έχει, όχι γιατί το έχει εξορισμένο από τη ζωή του, κάθε άλλο, ίσως αντίθετα γιατί το έχει πάρα πολύ παρόν, ίσως γιατί δεν θέλει να το φωνάζει συνέχεια, ίσως γιατί δεν θέλει να το χαϊδεύει κι εκείνο ανταποκρινόμενο να του γουργουρίζει. Ή ίσως επειδή το «Superego» παραείναι μεγάλο για όνομα κατοικιδίου: γιατί πρέπει οι ερμηνείες όλων των κινήσεών μας να είναι ψυχαναλυτικές, γιατί να μην μας αρκούν ενίοτε κι οι πιο απλές;

 

Hit Man. Glen Powell as Gary Johnson. Cr. Brian Roedel / Courtesy of Netflix

 

Ταυτόχρονα είναι και λίγο νερντ με τα ηλεκτρονικά, με αποτέλεσμα να έχει μια ασυνήθιστη για καθηγητή παράπλευρη απασχόληση, καθώς η Αστυνομία της Νέας Ορλεάνης τον χρησιμοποιεί για να βοηθάει στην καλωδίωση των μυστικών αστυνομικών. Μπορεί έτσι, μέσα απ΄το βανάκι παρακολούθησης, να παίρνει δια αντανακλάσεως μια τζούρα από κίνδυνο, όντας ακροατής και συχνά και θεατής της δράσης. Για την ακρίβεια, του ενδεχομένου της δράσης, γιατί αυτό που βασικά κάνει το τμήμα του είναι να παγιδεύει δια συζητήσεων και ομολογιών επίδοξους ηθικούς αυτουργούς δολοφονιών, που ψάχνουν επαγγελματίες εκτελεστές για να εκτελέσουν συμβόλαια θανάτου σε καλές τιμές.

Δεν μιλάμε για συμβόλαια θανάτου εγκληματικών οργανώσεων και υποκόσμου, μιλάμε για απλούς καθημερινούς ανθρώπους, που θεωρούν ας πούμε ότι μια από τις επιλογές που τους προσφέρει η ελεύθερη ή έστω η μαύρη αγορά, αλλά ίσως και ένα θεμελιώδες συνταγματικό τους δικαίωμά ως Αμερικανοί πολίτες είναι να μπορούν να βγάλουν από τη μέση κοντινούς τους ανθρώπους. Κι επειδή αν τους σκοτώσουν αυτοπροσώπως θα είναι οι πρώτοι ύποπτοι, το αναθέτουν σε έναν εκτελεστή (χωρίς πολύ ψάξιμο, αρκεί να είναι φτηνός), ώστε να έχουν την ώρα της δολοφονίας ένα πειστικό άλλοθι. 

 

Hit Man. (L-R) Glen Powell as Gary Johnson and Bryant Carroll as Walt in Hit Man. Cr. Brian Roedel/Netflix © 2024
Hit Man. (L-R) Austin Amelio as Jasper, Sanjay Rao as Phil and Retta as Claudette in Hit Man. Cr. Brian Roedel/Netflix © 2024

 

Κι ο ήρωάς μας δεν μπορεί να μην σκεφτεί πόσο φακντ απ είναι το ότι η πρώην γυναίκα του του καταλογίζει έλλειψη πάθους ως δομικού στοιχείου του χαρακτήρα του, ενός πάθους η άλλη όψη του οποίου θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να είναι η επιθυμία να σκοτώσεις τον άνθρωπο που αγάπησες πολύ.

Μέχρι που μια μέρα καλείται τελευταία στιγμή να αντικαταστήσει τον μυστικό αστυνομικό. Πρέπει να βγει απ’ το βανάκι κι από την ασφάλεια του παρατηρητή και να παραστήσει αυτοπροσώπως τον επαγγελματία δολοφόνο. Πρέπει να πείσει έναν άνθρωπο που δεν έχει ξαναδεί ποτέ ότι είναι ψυχρός εκτελεστής, πρέπει να του αποσπάσει μια ρητή εντολή δολοφονίας και να λάβει και τη σχετική προκαταβολή, ώστε να έρθουν μετά να τον συλλάβουν. 

Κι ενώ το λογικό θα ήταν να είναι πνιγμένος στο άγχος και να τα θαλασσώσει, κολυμπάει σαν το ψάρι στο νερό. Το να υποδύεται κάποιον άλλο τον απελευθερώνει. Ανακαλύπτει πως το έχει. Και μαζί το ανακαλύπτουν και στην αστυνομία κι αρχίζουν να τον χρησιμοποιούν συχνά. Και όχι μόνο μπαίνει στον ρόλο, αλλά, ανάλογα με το προφίλ των επίδοξων ηθικών αυτουργών, μπαίνει σε πολλούς ρόλους, μεταμφιέζεται και μιλά αντίστοιχα με τις ανάγκες του κάθε ρόλου. Κι οι μεταμφιέσεις του, μαζί με τις φωτογραφίσεις των συλληφθέντων απ’ την αστυνομία, είναι και το πιο ζωντανό σκηνοθετικά και ευφρόσυνο κομμάτι της ταινίας, μιας ταινίας που κατά τα άλλα με απογοήτευσε.  

 

Hit Man. Glen Powell as Gary Johnson in Hit Man. Cr. Netflix © 2024
Hit Man. (L-R) Glen Powell as Gary Johnson and Jo-Ann Robinson as Society Lady in Hit Man. Cr. Brian Roedel/Netflix © 2024

 

Δεν θέλω να αποθαρρύνω κανέναν να τη δει, άλλωστε παγκοσμίως η κριτική αποδοχή του “Hit Man” είναι παραπάνω από θετική, και μπορώ να φανταστώ ότι τόσο για τα θερινά σινεμά όσο και για το Netflix που θα ακολουθήσει, είναι μια ταινία με την οποία οι περισσότεροι θεατές θα περάσουν καλά την ώρα τους. Προσωπικά πάντως τη βρήκα και φτωχή και εύκολη και αναληθοφανή.

Δεν αναφέρομαι τόσο στην αναληθοφάνεια όσων συμβαίνουν (είναι άλλωστε μέχρι ένα σημείο βασισμένα σε αληθινή ιστορία), όσο στο ότι τελικά δεν συναντιέσαι με την αλήθεια των δύο βασικών ηρώων, στο ότι όταν έρθει η ώρα ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ να την κοιτάξει κατάματα και να την αντιμετωπίσει, μάλλον προσπαθεί να της ξεφύγει με τη δικαιολογία ότι εδώ έχουμε ταινία είδους. Στο μυαλό έρχονται παραπλήσιας προβληματικής ταινίες του Γούντι Άλεν, άλλες πολύ επιτυχημένες, άλλες πάρα πολύ λιγότερο, όπου πάντως ακόμα και στις λιγότερο επιτυχημένες το διακύβευμα είναι περισσότερο παρόν, οι ηθικές συνέπειες των πράξεων περισσότερο παρούσες. 

Βλέπω επίσης στα ονόματα των παραγωγών αυτό του Τζέισον Μπέιτμαν και δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι το “Οzark”, όσο κι αν είχε άλλο ύφος και άνηκε όχι μόνο σε άλλο genre αλλά και σε άλλη κατηγορία (αφού ήταν σειρά πολλών κύκλων και όχι ταινία με διάρκεια μικρότερη του δίωρου), πάντως κινήθηκε στο πεδίο της παραπλήσιας προβληματικής με τρόπο που μένει, που στέκει, που κάτι σου αφήνει πίσω. Το κύριο κατ’ εμέ πρόβλημα του “Hit Man” δεν είναι ότι δεν μπορείς να το πάρεις πολύ στα σοβαρά, αλλά ότι δεν μπορείς να το πάρεις πολύ ούτε στα ελαφρά, ότι αυτός ο συνδυασμός ελαφρότητας και σοβαρότητας δεν λειτουργεί, ότι ούτε σαρδόνια και κυνικά λειτουργεί, ούτε ως νουάρ κομεντί λειτουργεί τόσο ψυχαγωγικά.  

 

Hit Man. Glen Powell as Gary Johnson in Hit Man. Cr. Matt Lankes / Netflix © 2024
Hit Man. (L to R) Glen Powell as Gary Johnson and Adria Arjona as Madison Master. Cr. Brian Roedel / Courtesy of Netflix

 

Γράφαμε πρόσφατα για τις «Ιστορίες Καλοσύνης», ότι υπάρχει μια στιγμή στην πρώτη ιστορία, όπου ο Γουίλεμ Νταφόε είναι σαν να σκηνοθετεί τον Τζέσε Πλέμονς, ζητώντας του να κάνουν διάφορες λήψεις μιας σημαντικής ανακοίνωσης. Κάπως αντίστοιχα εδώ το πρωταγωνιστικό ζευγάρι των Γκλεν Πάουελ και της Άντρια Αρχόνα βρίσκονται σε μια σκηνή να δίνουν εντελώς παράσταση, να υποδύονται και οι δύο ρόλους σαν να είναι ηθοποιοί. To οποίο -όχι τόσο στην εν λόγω σκηνή, όσο γενικότερα- είναι και το κέντρο εκείνων για τα οποία θέλει να μιλήσει η ταινία: για τη ρευστότητα της ταυτότητάς μας, για το κατά πόσο είναι δυνατό αν αρχίσουμε να υποδυόμαστε ένα ρόλο να γίνουμε σιγά σιγά αυτός ο ρόλος, για το κατά πόσο μπορούμε έτσι να γίνουμε κάποιοι άλλοι. Είναι άρα υπ’ αυτή την έννοια και η ηθική ένας ηθοποιός; 

Πιο ενδιαφέρον βρίσκω -πάντα μέσα απ’ την ίδια την ταινία- το εξής: τις ηθικές επιλογές μας δεν τις ορίζουν μόνο οι ρόλοι και ο εαυτός που έχουμε φορέσει, αλλά ενίοτε και οι συνθήκες που μας φέρνουν ενώπιον επιτακτικών διλημμάτων. Κι όταν το δίλημμα ορθώνεται αμείλικτο μπροστά μας, ενδεχομένως να κάνουμε αυτό που μας βολεύει, μας συμφέρει, μας εξυπηρετεί, ακόμα κι αν στη θεωρία θα μας φαινόταν εντελώς αδιανόητο.  

 

Hit Man. (L to R) Adria Arjona as Madison Masters and Glen Powell as Gary Johnson.