Hertz 2010: Νέο φεστιβάλ, νέος για τα δεδομένα της συγκεκριμένης μουσικής χώρος διεξαγωγής, δύο ονόματα σταθμοί για ξεχωριστούς το καθένα λόγους, προσιτό εισιτήριο. Απρόσμενη επιτυχία και σχεδιασμός για ένα ακόμα καλύτερο Hertz το 2011.

Παρασκευή 28/1/11

Την πρώτη μέρα είδαμε την Hild Sofie Tafjord, με βάση το γαλλικό κόρνο να αναπτύσσει πολλαπλά στρώματα ήχου – κυρίως θορυβικού – τα οποία συνδύαζε  με ηλεκτρονικές πηγές ήχου από το Laptop της. Αεικίνητη στη σκηνή, έδινε την εντύπωση της μουσικού που παρουσιάζει μια ενδοσκόπηση στο φάσμα του προσωπικού της ήχου με ξεκάθαρη αρχή, μέση και τέλος. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα μετάκληση του φετινού φεστιβάλ.

Με άξονα το Sax και μερικά πετάλια ο Chessex παρέδωσε ένα μάθημα θυμού και θορύβου. 80’s ήχος, στεγνός και βίαιος σε τέτοιο βαθμό που οι σοβάδες της αίθουσας έπεσαν στην σκηνή. Ο Chessex ήταν, εξ ορισμού, το αουτσάιντερ του φετινού Hertz αφού έχει το μικρότερο κοινό σε σχέση με τους υπόλοιπους και μια non-touch αισθητική.

“Headliner”, o  αγαπημένος του ελληνικού κοινού και έτερον ήμισυ των Panasonic, έπαιξε όπως ακριβώς θα περίμενε ένας πιστός ακροατής του. Μετρημένος στην σκηνή, με χειρουργική ακρίβεια και συνεχείς εναλλαγές στον ήχο, κράτησε το κοινό σε εγρήγορση και εισέπραξε το ανάλογο χειροκρότημα. Ο Mika Vainio  αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα επαγγελματία μουσικού που έχει απόλυτο έλεγχο των μηχανών πάνω στην σκηνή και αυτό περνάει και στο κοινό του. Συνδύασε αριστοτεχνικά το άμετρο μπιτ με τις συχνότητες και κατάφερε να ζεστάνει την ατμόσφαιρα στον Παρνασσό.  

Σάββατο 29/1/11

Τα συγχαρητήρια όμως στο Hertz αξίζουν την δεύτερη ημέρα για την εξαιρετική του πρωτοβουλία να παρουσιάσει το Staalplaat Soundsystem Kids Performance. Μια ομάδα παιδιών, έξι έως δώδεκα χρονών, τροφοδοτούνται με οικιακές συσκευές τις οποίες καλούνται να χρησιμοποιήσουν με βάση την φαντασία τους. Στην πραγματικότητα αναφερόμαστε στην αναδόμηση της αντίληψης μιας ηλεκτρικής σκούπας, η οποία μετατρέπεται σε πνευστό όργανο με την προσθήκη φλογέρας στο τέλος του σωλήνα κλπ. Φτάνοντας στη σκηνή, ο καθοδηγητής της ομάδας έδωσε στα παιδιά την ευκαιρία να ερευνήσουν την σχέση με το πρώην αντικείμενο, νυν όργανο παράγοντας ήχο. Ένα απόσπασμα υπάρχει εδώ.

Το μουσικό μέρος άνοιξε ο Jacob Kirkegraard. Αμφιλεγόμενη η εμφάνιση του, με αποτέλεσμα στο διάλειμμα που ακολούθησε, οι περισσότεροι να έχουν ακόμη τα δάχτυλα στα αυτιά τους λόγω των υψηλών συχνοτήτων στο πείραμα που παρουσίασε.  

Στη συνέχεια ο BJ Nilsen παρουσίασε ένα αμιγώς ηλεκτρονικό σετ βασισμένο στα δύο τελευταία άλμπουμ του στην ετικέτα της Touch. Χλιαρός και μονότονος δεν κέρδισε τις εντυπώσεις επ’ ουδενί. Αν και έπαιξε σε τετραφωνία, το αποτέλεσμα άφησε ασυγκίνητο το κοινό που μάλλον περίμενε κάτι πιο περιπετειώδες.

Τέλος, ο Novi_Sad, που αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του Hertz μιας και είναι ο εμπνευστής & καλλιτεχνικός διευθυντής του, έκλεισε το φεστιβάλ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Παρουσίασε ένα σετ με ένταση στον ήχο, διακύμανση στα χρώματα και κράτησε για φινάλε μια πεντάλεπτη λούπα από έγχορδα που έδειξε να τραβάει το ενδιαφέρον του καθήμενου ακροατή. Η μουσική του Καπρούλια καθίσταται σημείο τριβής για την «ιντελιγκέντσια» της Ελληνικής ανεξάρτητης σκηνής καθώς μερικοί την αποθεώνουν ενώ άλλοι την θεωρούν κοινότοπη.

Το φετινό Hertz ήταν πράγματι ένα πιο ολοκληρωμένο φεστιβάλ. Ο ήχος του Παρνασσού ήταν πολύ καλός, οι προβολές δεν ήταν αδιάφορες, το παιδικό εργαστήρι άξιζε. Η πρώτη μέρα αντιπροσώπευε την ροκ μεριά του φεγγαριού με υπερβολική ένταση ενώ η δεύτερη ήταν ασφαλώς πιο ambient. To μόνο που απουσίαζε ήταν το -μεγάλο- κοινό.