Η Αθηνά Χατζηαθανασίου τελείωσε το Νέο Ελληνικό Θέατρο του Γιώργου Αρμένη και το μεταπτυχιακό Σκηνοθεσία – Υποκριτική του Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Νομική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το θέατρο δεν προέκυψε ξαφνικά, ήταν πολύ συνειδητή επιλογή για την οποία χρειάστηκε να παλέψει μιας και ήταν σε ένα αρκετά «επιστημονικό» οικογενειακό περιβάλλον που δεν είχε καμία σχέση με τα καλλιτεχνικά. Μετά τη δραματική σχολή έζησε για κάποια χρόνια στο εξωτερικό, όπου δούλευε και ως αεροσυνοδός σε γνωστή εταιρία του εξωτερικού. Αυτό ίσως είναι και το πιο «βαρύ» στοιχείο στο βιογραφικό της, μιας και όπως η ίδια αναφέρει όσα διδάχτηκε από αυτή την εμπειρία για τον εαυτό της και για τον κόσμο, δεν μπορεί να τα διδάξει κανένα πανεπιστήμιο ή φορέας εκπαίδευσης: «Ατελείωτες ώρες στις οποίες γύριζα όλα τα μέρη του κόσμου μόνη. Όταν είσαι μόνος, δεν μπορείς να κρύψεις καταστάσεις κάτω από τον θόρυβο του διαλόγου. Αναγκάζεσαι να κοιτάξεις γύρω σου. Να ακούσεις τι συμβαίνει στον δρόμο, στις πλατείες, τι συμβαίνει μέσα σου. Νιώθω ότι τα τέσσερα περίπου χρόνια που δούλευα ως αεροσυνοδός ήταν ένα φιλοσοφικό ταξίδι από την Αμερική στην Ασία και στην Αφρική, ένα ταξίδι που με δυσκόλεψε πολύ, αλλά για το οποίο είμαι ευγνώμων».
Σήμερα βρίσκουμε την Αθηνά Χατζηαθανασίου στο θέατρο Αλάμπρα στην παράσταση «Αρσέν Λουπέν: Το Μυστήριο της Κούφιας Βελόνας», μία διασκευή για όλη την οικογένεια και η οποία παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την Καλλιτεχνική Εταιρεία CALD, σε διασκευή και σκηνοθεσία της ίδιας. Η Αθηνά Χατζηαθανασίου μετά την επιτυχία της παράστασης Μικρές Κυρίες, καταπιάνεται με τις αθάνατες ιστορίες του Μορίς Λεμπλάν – που αναγεννήθηκαν και μέσα από τη δημοφιλή σειρά «Λουπέν» του Netflix.

Στην υπόθεση της παράστασης, βρισκόμαστε στο Παρίσι της Μπελ Επόκ και μια μυστηριώδης διάρρηξη ξετυλίγει τον θρύλο της Κούφιας Βελόνας – ενός μυστικού που φτάνει ως την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα. Ο Αρσέν Λουπέν, με την αφοπλιστική του γοητεία, βρίσκεται ξανά αντιμέτωπος με τον αιώνιο εχθρό του, τον ακούραστο επιθεωρητή Γκανιμάρ, σε ένα ασταμάτητο παιχνίδι γάτας και ποντικιού. Και τελικά τι είναι η Κούφια Βελόνα; Ένα χαμένο αντικείμενο; Ένας θησαυρός; Ποιο είναι άραγε το κρυμμένο μυστικό; Το τέλος της παράστασης αλλάζει ανάλογα με την απόφαση των μικρών και μεγάλων θεατών μέσα από μια διαδραστική εμπειρία που φέρνει τη δύναμη της επιλογής σε πρώτο πλάνο και όπου οι πράξεις και οι συνέπειές τους γίνονται οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Έξι ηθοποιοί μπλέκονται σε ένα θεατρικό παιχνίδι γεμάτο ανατροπές· παίζουν, χορεύουν και τραγουδούν με τη συνοδεία του μυστηριακού μουσικού τοπίου που συνθέτει ο Βάιος Πράπας και την ατμοσφαιρική σκηνογραφία, δημιουργώντας μια εμπειρία που συνδυάζει το απρόσμενο του κινηματογράφου με τη μαγεία του θεάτρου.
Η Αθηνά Χατζηαθανασίου μιλάει στο ελc για τον «τέλειο “ατελή”» αντιήρωα, τον Αρσέν Λουπέν, την εμπειρία της στο παιδικό θέατρο και όσα κάνουν μία παράσταση να λειτουργεί επιτελώντας το έργο της:
Μετά τις Μικρές Κυρίες, επέλεξες μια ιστορία μυστηρίου με πρωταγωνιστή τον Αρσέν Λουπέν. Mίλησέ μας για τον λόγο αυτής της επιλογής ειδικότερα σε μία παράσταση που αφορά όλη την οικογένεια.
Έχω μεγάλη αγάπη στις ιστορίες μυστηρίου. Και δεν είχε τύχει να υπάρξω σε μία, ούτε ως ηθοποιός, οπότε σκέφτηκα γιατί όχι να «ενορχηστρώσω» κάτι τέτοιο; Είμαι από εκείνους που απλώς είχαν ακούσει τον Αρσέν Λουπέν των βιβλίων, αλλά τον αγάπησαν μέσα από τη σειρά του Netflix. Οι Μικρές Κυρίες ήταν βιβλίο των παιδικών μου χρόνων, μια δουλειά που ξεπήδησε από τη μνήμη. Στον κόσμο του Μoρίς Λεμπλάν μπήκα με άξονα αυτή τη δουλειά και ήταν μοναδική ευκαιρία να «βουτήξω» στα βιβλία του και να συνειδητοποιήσω για μία ακόμη φορά τη διαχρονικότητα των κλασικών συγγραφέων.

Στην παράσταση «ΑΡΣΕΝ ΛΟΥΠΕΝ: Το μυστήριο της Κούφιας Βελόνας» έχεις κάνει τη διασκευή, τη σκηνοθεσία ενώ ερμηνεύεις και ρόλο. Πώς βιώνεις αυτούς τους πολλαπλούς ρόλους;
Η αλήθεια είναι ότι έχω «συνδεθεί» με αυτή την παράσταση μέσα από όλους αυτούς τους δημιουργικούς ρόλους, κάτι που ίσως κάνει μεγαλύτερο το προσωπικό στοίχημα. Η παράσταση με αφορά περισσότερο, ίσως περισσότερο κι απ’ ό,τι πρέπει. Η απόφαση να παίξω ήρθε ύστερα από πολλή σκέψη και είχε να κάνει κυρίως με το ότι θα ήταν η συγκεκριμένη ομάδα ηθοποιών. Είχα δουλέψει με τους περισσότερους, ήξερα τη χημεία μας και ήξερα ότι θα περάσουμε καλά και αυτό θα έχει αντίκτυπο στην ποιότητα της ίδιας της παράστασης. Επίσης ο Αλέξανδρος Κεϊβανάη, ο κινησιολόγος της παράστασης, και η Άντα Κουγιά, βοηθός σκηνοθέτη και πυλώνας αυτής της παραγωγής, ήταν κλειδί γι’ αυτή την απόφαση. Είναι σημαντικό να έχεις ταλαντούχους «εξωτερικούς παρατηρητές» που εμπιστεύεσαι και έχετε κοινή αισθητική.
Ποιο είναι το μήνυμα αυτής της παράστασης που εσένα σε συγκινεί ως καλλιτέχνιδα και ως άνθρωπο;
Ο ίδιος ο χαρακτήρας του Λουπέν, από γραφής Μορίς Λεμπλάν, αμφισβητεί το κοινωνικό κατεστημένο στη ρίζα του. Είναι ένας «τίμιος» διαρρήκτης που, όπως ο Ρομπέν των Δασών, προσπαθεί να αποκαταστήσει την κοινωνική αδικία και θέτει ένα σημαντικό, αντισυμβατικό ερώτημα που με αγγίζει πολύ προσωπικά: «Ποιοι είναι οι κλέφτες τελικά;». Είναι εκείνοι με τη στενή έννοια του «κανόνα», όπως οριοθετείται από τον ποινικό κώδικα ή μήπως η πραγματική απειλή προέρχεται από εκείνους που θέτουν τους «κανόνες»; Η Κούφια Βελόνα συγκεκριμένα είναι ίσως και το πιο μεγαλειώδες από όλα τα βιβλία του Λεμπλάν με ήρωα τον Αρσέν Λουπέν, κατά τη γνώμη μου, γιατί αμφισβητεί την ακεραιότητα σχεδόν όλων των επικεφαλής της ιστορίας της Γαλλίας. Κι εγώ επέλεξα προσωπικά να το διευρύνω κι άλλο στην παράσταση, πηγαίνοντας στην παγκόσμια ιστορία, από τους γηγενείς πληθυσμούς που αντιστέκονται στη δυτική ασυδοσία για να διατηρήσουν την ταυτότητά τους και τους σκλάβους – θύματα της αποικιοκρατίας στην Αφρική. «Ποιοι είναι οι κλέφτες τελικά;» Η διαχρονικότητα και η διατοπικότητα αυτού του ερωτήματος είναι μάλλον αυτονόητη, όπως και η αναλογία του με το σήμερα, κι αυτό είναι που με αφορά περισσότερο απ’ όλα.

Στην παράσταση αυτή το κοινό αποφασίζει στο τέλος: πώς είναι αυτή η εμπειρία; Μοιράσου μαζί μας τυχόν διαπιστώσεις που σου έχουν φανεί ενδιαφέρουσες.
Με προβλημάτιζε λίγο στην αρχή η άμεση συμμετοχή του κοινού, κυρίως γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να «σπάσει» ο ρυθμός της παράστασης, με κάτι μη ελεγχόμενο, όπως είναι κάθε φορά οι θεατές. Παρ’ όλα αυτά ήθελα να έρθουν πραγματικά αντιμέτωποι με το ηθικό δίλημμα και να χρειαστεί να πάρουν ευθέως θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν. Σίγουρα δεν το έχω μετανιώσει. Η απόφαση των θεατών παραμένει η ίδια σε όλες τις παραστάσεις. Ψηφίζουν ένα συγκεκριμένο τέλος – δεν θα σας πω ποιο φυσικά. Από τη μία χαίρομαι γιατί η δραματουργία του έργου έχει πετύχει τον σκοπό της και δημιουργεί μία «ενιαία γραμμή» απέναντι στα θέματα που αναδεικνύει η παράσταση, από την άλλη, ως ηθοποιός, αλλά και ως δραματουργός, θα ήθελα να ψηφιστεί και το άλλο τέλος κάποια στιγμή για να δούμε το αποτύπωμα που αφήνει.
Ποια είναι η εμπειρία σου με το παιδικό θέατρο. Τι αγαπάς και τι σε δυσκολεύει σε αυτό;
Το παιδικό θέατρο είναι δύσκολη υπόθεση. Αν το πάρεις αψήφιστα, θα βρεθείς στον τοίχο. Τα παιδιά δεν αστειεύονται. Λένε τα πράγματα με το όνομά τους, δεν κρύβονται πίσω από ευγένειες, ούτε εκλογικεύουν το καλλιτεχνικό έργο, ψάχνοντας να βρουν νόημα μερικές φορές εκεί που δεν υπάρχει. Τα παιδιά νιώθουν. Περνάνε καλά ή όχι. Ταυτίζονται με τους χαρακτήρες ή και όχι. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο «κατανοητό» και στο «απλοϊκό» είναι καμιά φορά δυσδιάκριτος. Και το «απλοϊκό» τα παιδιά το σιχαίνονται, βαριούνται, σηκώνονται από τη θέση τους, μπορεί να φωνάξουν «θέλω να φύγω». Δεν σκέφτομαι διαφορετικά όταν γράφω ή σκηνοθετώ μία παιδική παράσταση. Δεν ψάχνω να βρω απλά λόγια να περιγράψω κάτι. Τα παιδιά είναι πιο έξυπνα από εμάς, έχουν περισσότερες προσλαμβάνουσες. Μία άγνωστη λέξη δεν θα τους σταματήσει: τα περισσότερα θα την προσπεράσουν, κάποια θα την «πιάσουν» από τα συμφραζόμενα, κάποια θα ρωτήσουν «τι είναι αυτό;», κάποια θα την γκουγκλάρουν. Οφείλει ένα κείμενο που απευθύνεται σε παιδιά να έχει άγνωστες λέξεις. Οφείλει να τα βάζει σε «χωράφια» άγνωστα και μυστηριώδη. Τότε μόνο θα ενδιαφερθούν. Αλλιώς θα το θεωρήσουν υποδεέστερο.
Αυτό που μπορώ να πω ότι φιλτράρω περισσότερο σε μία παιδική παράσταση είναι κάποια θέματα, τα οποία είναι κάπως ευαίσθητα όταν απευθύνεσαι σε τρυφερές ηλικίες. Όταν παίζεις «κλέφτες και αστυνόμους» στην Μπελ Επόκ, όπως είναι ο Αρσέν Λουπέν από γραφής Λεμπλάν, δεν μπορείς να αποφύγεις τη χρήση όπλων. Και σίγουρα σε έναν κόσμο με videogames όπου τα όπλα είναι βασικό εργαλείο, σε έναν κόσμο όπου τα παιδιά ντύνονται τις Απόκριες αστυνόμοι και οπλοφορούν, τα όπλα έχουν γίνει, δυστυχώς, κάτι αρκετά συνηθισμένο για τα παιδιά. Παρ’ όλα αυτά, η χρήση των όπλων είναι κάτι που μου δημιουργεί αποστροφή ακόμη και ως ενήλικη. Η ευκολία με την οποία πατάς ένα κουμπί και αφαιρείς μια ζωή ή τραυματίζεις κάποιον είναι κάτι που αρνούμαι να κατανοήσω και να αποδεχτώ. Και είναι σίγουρα κάτι που στην παράσταση δεν ήθελα να δώσω ως αυτονόητη πρακτική. Οπότε συνειδητά επέλεξα ο πρωταγωνιστής μου να μην χρησιμοποιεί ποτέ όπλο, να λοιδορεί τη χρήση τους με κωμικό τρόπο και να καταλήγει αυτό το εύρημα σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα: «Όταν ένα χέρι οπλίζει, γίνεται επικίνδυνο και οι ζωές των άλλων δε μας ανήκουν». Αυτή η συλλογιστική ήταν κάτι που με απασχόλησε κυρίως επειδή η παράσταση απευθύνεται σε παιδιά. Αν ήταν μια παράσταση αποκλειστικά για ενήλικες μπορεί να το είχα προσπεράσει. Επομένως, μπορώ να πω, το μόνο που αλλάζει για μένα στη δημιουργία μιας παιδικής παράστασης είναι το εύρος της ευθύνης που έχω για όσα λέω και κάνω. Για τις τρυφερές συνειδήσεις που είναι υπό διαμόρφωση και μπορεί να επηρεάσω ανεπανόρθωτα.

Μοιράσου μαζί μας μία αγαπημένη φράση από το έργο ή κάποια σκηνή που σε αγγίζει πιο έντονα;
«Σα μικροί, άδειοι τάφοι δεν είναι;» Spoiler Alert! Αλλά θα το πω: στην Κούφια Βελόνα, ο Λουπέν ανακαλύπτει πως τα περισσότερα από τα κουτιά του θησαυρού είναι άδεια. Χρήματα και είδη αξίας τα οποία καταξόδεψαν οι εξουσιάζοντες τη Γαλλία ανά τους αιώνες. Και λέει στον Γκανιμάρ: «Σα μικροί άδειοι τάφοι δεν είναι;». Η φράση αυτή, για μένα, περικλείει όλη τη ματαιότητα του υλισμού. Αυτή την αντίθεση ανάμεσα σε ένα αστραφτερό σεντούκι γεμάτο χρήματα και σε κάτι απόλυτα άδειο, που κατασπαταλήθηκε με βία για μια προσωρινή ζωή, από ανθρώπους που τυχοδιωκτικά κυνηγούσαν μία θνησιγενή λάμψη. Και τι είναι αυτό που έμεινε τελικά;
Ποια πράγματα θεωρείς σημαντικά και τι χρειάζεται για να λειτουργεί μία παράσταση ομαλά και η ομάδα των ανθρώπων της να επιτελεί το έργο της.
Καλή διάθεση και εμπιστοσύνη νομίζω. Εμπιστοσύνη τόσο από τους ηθοποιούς και συντελεστές προς τον/τη σκηνοθέτη/τρια αλλά και το αντίστροφο. Μου αρέσει να νιώθω ότι «κλέβω» το ταλέντο των συνεργατών μου. Και σε αυτή την παράσταση έχω «κλέψει» αρκετό. Στο θέατρο δουλεύει μία μεγάλη ομάδα ανθρώπων, πολλά «μυαλά» που πρέπει να συνεργαστούν για έναν κοινό σκοπό. Ο σκηνοθέτης δείχνει έναν δρόμο, έναν κόσμο που έχει φανταστεί. Από κει και πέρα, έρχονται όλοι εκείνοι οι συνεργάτες που ζωντανεύουν αυτόν τον κόσμο. Ο Αλέξανδρος Κεϊβανάη μπήκε στο μυαλό μου και έφτιαξε έναν κόσμο κίνησης καλύτερο απ’ ό,τι τον είχα φανταστεί, δίνοντας ιδέες και πέρα από το αμιγώς κινησιολογικό κομμάτι, ο Βάιος Πράπας έφτιαξε ένα πολύχρωμο ηχητικό και μουσικό σύμπαν τόσο σύγχρονο που ξεπέρασε κάθε μου προσδοκία, η Ματίνα Μέγκλα έφτιαξε ένα σκηνικό «παζλ» που είναι από μόνο του ένας γρίφος και η Άντα Κουγιά που έτρεχε για όλους και για όλα και έκανε όλες τις δυσκολίες «εύκολες». Και κυρίως, οι ηθοποιοί (Θοδωρής Ανθόπουλος, Χρήστος Ζαν Μπατίστ, Αλέξανδρος Καναβός, Γιώργος Λιάκος, Κωνσταντίνος Ρόδης). Οι ηθοποιοί ζωντάνεψαν ένα σκαρίφημα χαρακτήρων που είχα στο κεφάλι μου. Έδωσαν χρώμα, κίνηση, μορφή σε πρόσωπα θολά, έβαλαν το δικό τους προσωπικό χιούμορ κι έτσι ένας φανταστικός κόσμος ζει και αναπνέει μέσα από τη δική τους δημιουργικότητα. Κι ένα καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που «αναπνέει», χτίζεται μόνο μέσα από την αμφίδρομη εμπιστοσύνη και από το ότι περνάμε καλά και πίσω από την κουίντα.


