Γιώργος Παπαγεωργίου: «Το θέατρο είναι μια τελετουργική διαδικασία στην οποία πρέπει να πιστέψεις όπως πιστεύεις σε μία θρησκεία»

Γιώργος Παπαγεωργίου

Μια συζήτηση με τον Γιώργο Παπαγεωργίου για το «Μπαίνει η δεσποινίς Μαργαρίτα» που σκηνοθετεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, τη μαγεία και τη δύναμη του θεάτρου, αλλά και την κομβικής σημασίας έννοια της μουσικής μπάντας σε κάθε έκφανση της ζωής του

Η έννοια της μπάντας κομβική στη ζωή του. Η συνύπαρξη μουσικής και θεάτρου ριζωμένη στη σκέψη του. Για τον Γιώργο Παπαγεωργίου, «η μαγεία του θεάτρου είναι να μπορείς να ταξιδεύεις είτε ως θεατής είτε ως δημιουργός. Με το που κλείνουν τα φώτα της πλατείας μέχρι που ανάβουν να βρίσκεσαι αλλού». Πιστός στο πνεύμα του Ρομπέρτο Ατάυντε, σκηνοθετεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε μία νέα διασκευή το «Μπαίνει η δεσποινίς Μαργαρίτα» και μέσα από την ερμηνεία του Πάνου Παπαδόπουλου μας βαφτίζει μαθητές σε ένα αλλόκοτο μάθημα υπαρξιακής φύσης.

Με τους ρόλους του ηθοποιού, του σκηνοθέτη και του μουσικού να εναλλάσσονται στο ταμπλό, αυτό που τον οδηγεί είναι η ανάγκη του να νιώθει ότι λαμβάνει και δίνει υποστήριξη σε ένα σύνολο, μακριά από μονάδες. Είναι υπέρ του να τολμούν οι δημιουργοί με «όποιο κόστος, όποια αποτυχία και όποιο ρίσκο», ενώ με φόντο την κοινωνικά κομβική στιγμή στην οποία βρισκόμαστε πιστεύει ότι «δεν μπορούμε να παρακάμψουμε το τι συνέβη στον πλανήτη τα τελευταία δύο χρόνια, το πώς αυτό αποτυπώθηκε στις ψυχές των ανθρώπων, αλλά ούτε και τις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που υπάρχουν γύρω μας. Ζούμε στην εποχή που μας απασχολούν οι τόνοι όχι τα ημιτόνια».

Το «Μπαίνει η δεσποινίς Μαργαρίτα» του Ρομπέρτο Ατάυντε είναι ένα έργο που ανέβηκε πρώτη φορά σε ερμηνεία της Έλλης Λαμπέτη και από τότε έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό. Τι σου κέντρισε το ενδιαφέρον σε αυτό το έργο;

Το πρώτο έναυσμα ήταν η χημεία μου με τον Πάνο Παπαδόπουλο με τον οποίο είχαμε συνεργαστεί και στον «Επιθεωρητή». Aπό εκεί και πέρα έχει να κάνει πάρα πολύ με το πώς «αντιμετωπίσαμε» αυτό το εμβληματικό έργο, στο οποίο ο Ατάυντε μέσα από ένα σαρδόνιο χιούμορ, ασκεί μία έντονη κριτική σε σχέση με το δικτατορικό καθεστώς που υπήρχε τότε στη Βραζιλία.

Προσωπικά το χαρακτηρίζω ένα σύγχρονο-κλασικό έργο, με την έννοια ότι η Δεσποινίς Μαργαρίτα έχει αποκτήσει πια μια διαχρονικότητα και μια δική της ταυτότητα στους θεατρίνους. Αν θες τη γνώμη μου, η εμβληματική ερμηνεία της Λαμπέτη πηγαίνει μαζί με τον μύθο του έργου και του ρόλου. Εμείς κάνουμε μια δική μας εκδοχή-διασκευή. Θέλαμε να αναζητήσουμε τον λόγο που θέλαμε να ασχοληθούμε με αυτό το έργο, ειδικά σήμερα, στο τώρα που το κομμάτι εγκλεισμός, εξουσία και απωθημένα, έχει γράψει με τον τρόπο που έχει γράψει τα τελευταία δύο χρόνια.

Γιώργος Παπαγεωργίου - συνέντευξη

Μίλησε μας για το πώς ο Ατάυντε μέσα από ένα σύμβολο εξουσίας καταλήγει στο πανανθρώπινο ζήτημα της αγάπης.

Προσωπικά βρήκα πάρα πολύ γοητευτικό το πώς σκάβοντας κάτω από μία αυταρχικότητα και μία αυστηρότητα διαφαίνεται ένα τραύμα. Το τραύμα που έχει η Μαργαρίτα αποκαλύπτεται σταδιακά στην παράσταση με αποκορύφωμα το φινάλε. Ο τρόπος μας να συνδεθούμε με αυτή την ηρωίδα, ήταν να καταλάβουμε τον λόγο που νιώθει μόνη, να νιώσουμε τη λαχτάρα της να συνδεθεί και να αγαπηθεί, εξού και ο τελικός μονόλογος της Μαργαρίτας έχει κάποιες προσωπικές δικές μας αναφορές. Εικόνες που εμείς κολλήσαμε δίπλα στα ρήματα που εκφέρει δια στόματος της Μαργαρίτας ο ίδιος ο Ατάυντε.

Πάντα με συγκινεί όταν βλέπω την ψυχή ενός συγγραφέα και τη λαχτάρα του μέσα από μία ηρωίδα του. Το θεωρώ βαθιά θεατρικό, βαθιά ανθρώπινο και πολλές φορές είναι η αφορμή να επιλέγω τα έργα που θα ανεβάσω. H αυτοβιογραφική σύνδεση που μπορεί να έχει ένας συγγραφέας με το έργο του, είναι κάτι που εμένα προσωπικά με τραβάει σαν μαγνήτης.

Το γεγονός ότι η δεσποινίς Μαργαρίτα ερμηνεύεται από έναν άντρα, όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν από τον Γιώργο Μαρίνο, φαίνεται να μην αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο της παράστασης, σε σημείο που αν αντιληφθείς το βάθος και την ανάγκη αυτής της προσωπικότητας, το ξεχνάς. Πώς επιτυγχάνεται αυτό;

Ουσιαστικά η Μαργαρίτα μας είναι άφυλη. Εξού και το ανδρόγυνο ενδυματολογικό στυλ, εξού και ο Πάνος είναι ο Πάνος, δηλαδή δεν καμώνεται μια γυναίκα, αναφέρει τα πάντα σε θηλυκό γένος. Με έναν τρόπο είναι ένα σχόλιο για την εποχή. Υποστηρίζουμε ως δημιουργοί ότι η εποχή πρέπει να αποδεχθεί το διαφορετικό. Επιπλέον αυτά που λέει η Μαργαρίτα και σαν ρόλος δεν χαρακτηρίζονται από φύλο, γι’ αυτό και παλαιότερα ανέβηκε με τον Μαρίνο. Θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι τα λόγια που λέγονται από έναν άντρα. Η μοναξιά δεν έχει φύλο, η τρέλα δεν έχει φύλο, το παλαβό χιούμορ και η αυταρχικότητα παράλληλα δεν έχει φύλο.

Γιώργος Παπαγεωργίου - συνέντευξη

Γιώργος Παπαγεωργίου - συνέντευξη

Βασιστήκατε στην ερμηνεία του Γιώργου Μαρίνου για να προσεγγίσετε τον χαρακτήρα;

Παρότι τον εκτιμώ βαθιά ως θεατρίνο, σε ένα τέτοιου είδους έργο που έχει ανέβει τόσες φορές, νομίζω ότι πρέπει να αποφύγεις τον πειρασμό του πώς το έκαναν άλλες δημιουργίες, γιατί πολύ απλά συνέβησαν σε μία άλλη εποχή, από άλλους ανθρώπους, με άλλες ανάγκες, με άλλα κοινωνικά γεγονότα που τους έκαιγαν τότε. Εμείς τώρα είμαστε σε μια κομβική στιγμή κοινωνικά, δεν μπορούμε αυτή την αντίθεση να την παρακάμψουμε. Δεν μπορούμε να παρακάμψουμε το τι συνέβη στον πλανήτη τα τελευταία δύο χρόνια, το πώς αυτό αποτυπώθηκε στις ψυχές των ανθρώπων, αλλά ούτε και τις νέες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που υπάρχουν γύρω μας σε σχέση με τα θεάματα που επιλέγουμε να ανεβάσουμε.

Αλίμονο αν ανεβάζαμε παραστάσεις όπως τις ανεβάζαμε στα 90ς, που όλα ήταν πολύ πιο τακτοποιημένα, πολύ πιο εύκολα και είχαμε την πολυτέλεια. Δεν το λέω ειρωνικά. Μακάρι να την ξαναέχουμε, να ψαχτούμε με δραματουργίες οι οποίες δεν μας απασχολούν σε ένα επίπεδο ζωής ή πυρηνικής ανάγκης για επιβίωση. Τότε είχαμε την πολυτέλεια να μας απασχολούν θέματα ημιτονίων. Ζούμε στην εποχή που μας απασχολούν οι τόνοι όχι τα ημιτόνια.

Γιώργος Παπαγεωργίου
© Πάνος Γιαννακόπουλος

Το να καταπιάνεσαι με τέτοιου είδους έργα, που έχουν παρουσιαστεί στο παρελθόν και θεωρούνται με έναν τρόπο κλασικά, σαν εγχείρημα ενέχει μία δυσκολία ή ένα ρίσκο παραπάνω;

Πάντα όταν ανεβάζεις ένα έργο το οποίο δεν κάνει πρεμιέρα μαζί σου, έχει τη δυσκολία της σύγκρισης. Παρόλα αυτά αλίμονο αν φοβόμαστε κάθε φορά τη σύγκριση με κάτι, αλλιώς τα έργα θα πέθαιναν, θα ανέβαιναν μία φορά, θα έμεναν στην ιστορία του θεάτρου, θα έμπαιναν σε ένα χρονοντούλαπο στο θεατρικό μουσείο και θα τα βλέπαμε μετά σε κασέτες ή DVD. Δεν είμαι υπέρ αυτής της άποψης. Είμαι υπέρ του να τολμούν οι δημιουργοί με όποιο κόστος, όποια αποτυχία και όποιο ρίσκο.

Προσωπικά δεν θέλω όταν ανεβάζω ένα έργο, ακόμα και όταν γίνεται μια διασκευή, να φεύγω από το πνεύμα του συγγραφέα. Το θεωρώ άτιμο να θέλω εγώ να δείξω πόσο πιο έξυπνος είμαι από τον συγγραφέα. Στη παράσταση προσπαθήσαμε με τον δικό μας τρόπο να αποτυπώσουμε το πνεύμα του συγγραφέα, το πνεύμα και την καρδιά της Μαργαρίτας. Τώρα το αν αυτό μπορεί να έχει μέσα εμβόλιμα δικό μας χιούμορ, αυτό γίνεται για λόγους εποχής. Είναι ένα έργο που δεν γράφτηκε τώρα. Πάντα όταν κάνεις κωμωδία θεωρώ ότι είναι χρήσιμο και απελευθερωτικό για τον ηθοποιό να νιώθει ότι επί σκηνής μπορεί να ξεδιπλώσει και τον δικό του κώδικα χιούμορ.

Τι χαρακτηριστικά έχουν οι ήρωες που σε γοητεύουν, είτε σκηνοθετικά είτε υποκριτικά; Είναι απαραίτητο να τους αγαπήσεις, να τους κατανοήσεις, να βρεις κοινά σημεία με αυτούς;

Νομίζω ότι όταν μπαίνω στη διαδικασία να σκηνοθετήσω έναν ηθοποιό που ερμηνεύει ένα ρόλο είναι σαν να μπαίνω στη διαδικασία να μεταφράσω αυτόν τον ρόλο, τον κάθε ρόλο του έργου ξεχωριστά, σε οικεία μου πρόσωπα. Έτσι μπορώ να τους καταλάβω. Ακόμα και αν καμιά φορά χρειάζεται να δημιουργήσω τα πρόσωπα φαντασιωσικά.

Πολλές φορές όταν μπορώ να κάνω αναφορές σε πρόσωπα της ζωής μου και όχι απαραίτητα της καθημερινότητάς μου, δηλαδή στα πρόσωπα που έχω συναντήσει στα 40 μου χρόνια, με αυτόν τον τρόπο μπορώ να νιώθω ότι με αφορά πιο πολύ αυτός ο χαρακτήρας. Για παράδειγμα πίσω από τη Μαργαρίτα, που είναι ένα πολυσύνθετο ον, βλέπω από καθηγητές μου στο σχολείο, μέχρι φίλους μου που δεν μιλάμε πια, μέχρι τη γιαγιά μου. Είναι ένα κράμα αναφορών η Μαργαρίτα.

Ένας άλλος ήρωας σου είναι ο Αρίστος, που «ζει» στη σκηνή του Θεάτρου Πορεία. Είναι μια παράσταση – σταθμός για σένα;

Απόλυτα. «Ο Αρίστος» είναι μια παράσταση που με ενηλικίωσε, μια δουλειά που με άλλαξε συθέμελα. Χωρίζω τη ζωή μου στο πριν και μετά τον «Αρίστο» και ως άνθρωπος, όχι μόνο ως επαγγελματίας. Αρχικά ήταν ένα προσωπικό στοίχημα να κάνω γνωστή την ιστορία του Αριστείδη Παγκρατίδη, όπως αποτυπώνεται μέσα στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη. Στη συνέχεια όμως, με αφορμή την παράσταση, βγήκε ένας άνθρωπος και έκανε μια εξομολόγηση, ότι γνωρίζει τον πραγματικό Δράκο του Σέιχ Σου. Υπήρξε ένα συνολικό ενδιαφέρον σε σχέση με αυτό το Φάντασμα της Θεσσαλονίκης και τη δικαστική πλάνη που συνέβη πριν από 50 χρόνια.

Εκεί ένιωσα πραγματικά ότι το θέατρο και η τέχνη μπορούν ουσιαστικά να αλλάξουν κάτι, όχι μόνο σε επίπεδο συγκίνησης ή σύνδεσης, αλλά ακόμα και να λειτουργήσουν σαν μοχλός πίεσης, όπως στην περίπτωση του Παγκρατίδη, στο να βγει ένας άνθρωπος μετά από 60 χρόνια να γράψει ένα βιβλίο και να εξομολογηθεί την αλήθεια του σε σχέση με το ότι ο Αριστείδης Παγκρατίδης καταδικάστηκε άδικα και ο πραγματικός Δράκος ήταν άλλος. Το λέω γιατί στη συνέντευξη του υποστράτηγου που έγραψε αυτό το βιβλίο δηλώνει ότι, το γεγονός ότι αναθερμάνθηκε η ιστορία μέσω της παράστασης του «Αρίστου», τον κινητοποίησε, λειτούργησε ενισχυτικά στο να αναθερμανθεί και η ανάγκη του να εξομολογηθεί αυτό που είχε μέσα του ανομολόγητο τόσα χρόνια.

Γιώργος Παπαγεωργίου - συνέντευξη

Και κάπου εκεί κρύβεται η μαγεία του θεάτρου;

Η μαγεία του θεάτρου είναι σε πιο απλά πράγματα για μένα. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο καταλαβαίνεις τη δύναμη του θεάτρου. Η μαγεία του θεάτρου είναι να μπορείς να ταξιδεύεις είτε ως θεατής είτε ως δημιουργός. Να μπορείς μέσω μιας παράστασης να κάνεις ένα ταξίδι. Με το που κλείνουν τα φώτα της πλατείας μέχρι που ανάβουν να βρίσκεσαι αλλού. Το θέατρο είναι μια τελετουργική διαδικασία, στην οποία πρέπει να πιστέψεις, όπως πιστεύεις σε μία θρησκεία, όπως πιστεύεις σε ένα θεό και προσεύχεσαι και το κάνεις με πίστη, δεν το κάνεις μηχανικά. Πρέπει να μπορείς να πιστέψεις σε αυτό που συμβαίνει επί σκηνής, στους χαρακτήρες, σε αυτό το ταξίδι. Για να μπεις όμως σε αυτή την τελετουργική διαδικασία χρειάζεται μια δική σου συγκέντρωση, μια δική σου θέση στα πράγματα. Δεν μπορείς να το κάνεις όταν παράλληλα σκέφτεσαι αν έχω κλείσει το θερμοσίφωνο, ποιος μου έστειλε ένα μήνυμα, να τσεκάρω ένα μέιλ και τι ώρα θα βάλω τα παιδιά για ύπνο. Είναι μια διαδικασία 1 – 1,5 ώρας που είναι σαν να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου.

Τηλεοπτικά πρωταγωνιστείς στη «Σκοτεινή θάλασσα», όπου υποδύεσαι έναν άνθρωπο που πάσχει από διπολική διαταραχή. Τι διαδικασία ακολούθησες για να μπεις στον σύνθετο κόσμο αυτού του ρόλου;

Στην αρχή έγιναν πολλές πρόβες με τον σκηνοθέτη και τους σεναριογράφους της σειράς. Πρόκειται για μια συγκεκριμένη διπολική διαταραχή, διπολική διαταραχή τύπου 2, που έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οπότε μπήκαμε σε μια ειδική διαδικασία έρευνας σε σχέση με το πώς αποτυπώνεται η πάθηση του Χρήστου. Τι σημαίνει ότι ένας άνθρωπος κάνει ένα μανιακό επεισόδιο; Τι σημαίνει όταν ένας άνθρωπος είναι σε αγωγή άρα έχει μια ισορροπία μέσα του; Πότε αυτή η ισορροπία διαταράσσεται, μέσω του αλκοόλ για παράδειγμα ή μέσω ναρκωτικών ουσιών; Και εντέλει τι σημαίνει ερμηνεύω συνολικά ένα διπολικό άνθρωπο; Αυτό που με βοήθησε πάρα πολύ στην έρευνά μου ήταν η συνάντησή μου με έναν άνθρωπο που πάσχει από διπολική διαταραχή, ο οποίος μου εξήγησε κάποια συγκεκριμένα κλειδιά, τα οποία μετά ακολούθησα σε επίπεδο ερμηνευτικό για να μπορεί να αποδοθεί πιο πιστά ο χαρακτήρας.

Συνολικά είναι μία δουλειά για την οποία είμαστε όλοι πολύ περήφανοι. Είναι από τις δουλειές που έχει μια άλλου είδους ποιότητα και προσέγγιση, πολύ πιο κινηματογραφική. Είναι πολύ πιο κοντά σε αυτό που εμείς οι καλλιτέχνες ονειρευόμαστε να παίξουμε, αλλά και σε αυτό που σημαίνει σειρά μιας πλατφόρμας.

Γιώργος Παπαγεωργίου - συνέντευξη
© Πάνος Γιαννακόπουλος

Στις παραστάσεις σου, όπως και στο «Μπαίνει η Δεσποινίς Μαργαρίτα», επιλέγεις να υπάρχει ζωντανή μουσική. Η συνομιλία θεάτρου – μουσικής είναι αναγκαίο συστατικό στις σκηνοθεσίες σου;

Πάντα όταν διαβάζω ένα έργο σκέφτομαι παράλληλα και μουσικά. Επειδή έχω μια εμπλοκή με τα μουσικά τα τελευταία 7-8 χρόνια με τους Polkar, είναι κάτι που δεν μπορώ να κόψω από πάνω μου. Εγώ είμαι αυτός ο οποίος διαβάζει ένα έργο και μετά μπαίνει σε μία πρόβα, ο οποίος τυχαίνει να είναι frontman μιας balkan μπάντας, ο οποίος τυχαίνει να είναι και ηθοποιός παράλληλα. Οπότε λειτουργώ συνολικά στην πρόβα. Παίρνω πάντα τον ρόλο του σκηνοθέτη με την αυστηρότητα που απαιτείται από αυτόν τον ρόλο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι κλείνομαι στο καβούκι μου, χωρίς να συμμετέχω ενεργά ακόμα και σε συμβουλευτικό επίπεδο σε όλα τα κομμάτια μιας παράστασης. Όσον αφορά στη μουσική μέχρι στιγμής είναι θέμα γούστου και τρόπου που επιλέγεις να κάνεις τη δουλειά σου, όπως εσύ το θες.

Ωστόσο η μουσική προϋπήρχε στη ζωή σου της υποκριτικής και της σκηνοθεσίας. Πώς εξελίχθηκε η ενασχόλησή σου με αυτή μέσα στα χρόνια;

Η μουσική υπάρχει στη ζωή μου ουσιαστικά από την εφηβεία μου. Είχα συγκροτήματα από το σχολείο, παίζαμε τότε Nirvana, Rage Against the Machine… μιμητικά γινόμασταν ένας μικρός Κurt Cobain, ένας μικρός Γιάννης Αγγελάκας… Όταν έφτασα 18, 19 αποφάσισα να το αφήσω, να «σοβαρευτώ» και να σπουδάσω marketing. Όταν είδα ότι αυτό δεν με ενδιαφέρει καθόλου, κατάλαβα ότι το θέλω μου το βαθύ ήταν να γίνω ηθοποιός. Σπούδασα στο Εθνικό, αλλά από το πρώτο έτος της σχολής ακόμα μου έλειπε αυτό που υπάρχει μέσα σε μια καλή μπάντα. Η ομαδικότητα, η συνεργατικότητα, η αγάπη, η παρέα, όλο αυτό το αλισβερίσι που υπάρχει. Ήθελα να ξαναβάλω την έννοια της μπάντας στη ζωή μου, για αυτό και δεν πήγα να γίνω σόλο τραγουδιστής ή κάτι τέτοιο.

Παράλληλα είναι κάτι που λέω στους ηθοποιούς από την πρώτη μέρα, έτσι έκανα και τώρα στις πρόβες για τον «Αυτόχειρα» στο Εθνικό: «Παιδιά, εμείς τώρα θέλω να γίνουμε μια καλοκουρδισμένη jazz μπάντα, όπου ο ένας υπάρχει εκεί για τον άλλον. Ο καθένας έχει το δικαίωμα του αυτοσχεδιασμού έχοντας παράλληλα την υποστήριξη της ομάδας». Για μένα λοιπόν η έννοια αυτή είναι σημαντική και σε επίπεδο υπαρξιακό αλλά και σε επίπεδο δουλειάς. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να υπάρχει σε μία δουλειά λειτουργώντας ως μονάδα ή νιώθοντας ότι δεν έχω υποστήριξη ή δεν δίνω υποστήριξη σε ένα σύνολο.

Η μουσική είναι βασικά το απωθημένο που μεγάλωνε χρόνια με τα χρόνια. Γυρνούσα θυμάμαι από θεατρικές παραστάσεις σπίτι μου, είχα υπερένταση και έπαιρνα ένα τηλεκοντρόλ το έκανα μικρόφωνο, έβαζα στα ακουστικά Coldplay και Mumford & Sons και έκανα ότι κάνω συναυλίες. Όταν πάτησα τα 30 και μετά είπα «λοιπόν τέρμα τα απωθημένα, θα φτιάξω ένα συγκρότημα». Τυχαία τότε είχα πάρει και ένα γιουκαλίλι και μάθαινα. Ξεπήδησαν κάποια τραγούδια, είχα κάπως το μικρόβιο της σύνθεσης από πιτσιρικάς. Στη συνέχεια τα έδειξα στον φίλο μου Γιάννη Κυρατσό και μετέπειτα κιθαρίστα των Polkar και κάπως έτσι μέσα σε ένα μήνα δημιουργήθηκε η μπάντα. Πλέον υπάρχουμε περίπου 7 χρόνια.

Kλείνοντας μουσικά, μπορείς να μου πεις έναν στίχο που αγγίζει πολύ το δικό σου τώρα;

Υπάρχει ένας στίχος των Στέρεο Νόβα που λέει «Μην αφήσεις τη ζωή να σε πάρει από κάτω, τους φόβους που σε θρέφουν, να τους κάνεις κάτι άλλο, κάνε τους ποίηση ή μηχανήματα σπουδαία». Αυτός ο στίχος είναι που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό τον τελευταίο καιρό.

Info παραστάσεων:

«Μπαίνει η δεσποινίς Μαργαρίτα» | Θέατρο του Νέου Κόσμου

«Αρίστος» | Θέατρο Πορεία

Αυτόχειρ! | Εθνικό Θέατρο

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας