Είχα γράψει σε παλιότερο άρθρο μου ότι είναι άτοπο να συγκρίνουμε μεγάλους συγγραφείς και καλλιτέχνες προκειμένου να καταλήξουμε στο ποιος είναι ο σπουδαιότερος όλων κλπ. Αυτό είναι μια συζήτηση καφενειακού επιπέδου που δεν μπορεί ποτέ να καταλήξει κάπου με σαφήνεια. Ο λόγος είναι απλός: ουδείς έχει το μονοπώλιο της αλήθειας ή της έκφρασης. Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά οράματα, πολλά και διαφορετικά ύφη έκφρασης, πολλές προσεγγίσεις. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι ο τάδε είναι κορυφαίος στο είδος του, σε έναν συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης, γλωσσικής κατάρτισης ή χρήσης ιδεολογικών ή φιλοσοφικών σχημάτων, αλλά είναι άτοπο να ισχυριστεί κάποιος ότι ένας ή μία συγγραφέας είναι ο/η κορυφαίος/α όλων.
Σε όλα αυτά που πιστεύω βαθύτατα όμως, θα κάνω μια μοναδική και προσωρινή εξαίρεση: ο Κόρμακ ΜακΚάρθι που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών ήταν, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, πράγματι ο μεγαλύτερος συγγραφέας της εποχής του. Όσο υποκειμενική και άτοπη κι αν είναι μια τέτοια εκτίμηση, θα αποπειραθώ να την τεκμηριώσω, και μέσω αυτής της τεκμηρίωσης να αποτίνω φόρο τιμής σε έναν από τους μεγαλύτερους στοχαστές του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού.
Από τους πολυάριθμους εξαιρετικούς, εξέχοντες, σπουδαίους ενίοτε, συγγραφείς που έγραψαν τον τελευταίο μισό σχεδόν αιώνα, δύσκολα μου έρχεται κάποιος στο μυαλό που μπορεί να τοποθετηθεί στο πάνθεον των διαχρονικά μεγάλων, πριν καν δώσει και περάσει το απόλυτο τεστ, το τεστ του χρόνου.
Με γλώσσα που συνδύαζε μια πλούσια ποιητική περιγραφική χροιά που όμοιά της εγώ τουλάχιστον δεν έχω ξαναδιαβάσει σε σύγχρονο συγγραφέα, μια γλώσσα που φέρνει στοιχεία από Σαίξπηρ, παλαιά διαθήκη και από τον Φώκνερ, με διάλογο που φέρνει ολίγον από τη συμπυκνωμένη λακωνικότητα του Χέμινγουεϊ, με υπαρξιακή και φιλοσοφική φόρτιση που θυμίζει την ένταση του Ντοστογιέφσκι, ο ΜακΚάρθι έχει βάλει τον πήχη τόσο ψηλά που μπορεί κανείς απλώς και μόνο να ατενίζει με δέος.
Το συγγραφικό έργο του ΜακΚάρθι βασίζεται σε τρεις κορυφές: το υπέροχο Όλα τα Όμορφα Άλογα το 1992 που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό (και το οποίο αποτέλεσε το πρώτο μυθιστόρημα από την άτυπη τριλογία Borders Trilogy μαζί με το Πέρασμα και το Πεδινές Πολιτείες, συνεπώς αν θέλει κάποιος συνυπολογίζει και τα τρία ως μία ενότητα).
Το δεύτερο ήταν ο σπαρακτικός Δρόμος του 2005, ένα δυστοπικό θρίλερ και ένας εκπληκτικός ύμνος στην πατρότητα. Όμως το κατά τη γνώμη μου σπουδαιότερο όλων ήταν το βίαιο γουέστερν Ματοβαμμένος Μεσημβρινός από το 1985, ένα έργο που αυτομάτως τοποθετείται στα κορυφαία αμερικάνικα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, μια μοναδική ελεγεία πάνω στην ανθρώπινη φύση και την ίδια την έννοια του πολιτισμού, ένα έργο σπάνιας και άγριας ομορφιάς, το οποίο όταν τελείωσα με ανάγκασε να περάσω ένα άγρυπνο βράδυ βολτάροντας νευρικά στο σαλόνι.
Ο ΜακΚάρθι είχε πει σε μια συνέντευξή του ότι αν δεν σκοπεύεις να τίθεσαι αντιμέτωπος με τα διαχρονικά ζητήματα της ίδιας της ύπαρξης, τότε ποιο είναι το νόημα να γράφεις. Είχε προχωρήσει στην (κατά τη γνώμη μου) λανθασμένη εκτίμηση ότι δεν καταλαβαίνει καθόλου συγγραφείς όπως ο Χένρι Τζέιμς που ανατέμνουν τις λεπτές αποχρώσεις κοινωνικών συμπεριφορών στα διάφορα σαλόνια (είπαμε, ουδείς έχει το μονοπώλιο στην έκφραση και την αλήθεια, ο Χένρι Τζέιμς και ο μυθοπλαστικός του κόσμος ήταν κάτι που ο ΜακΚάρθι δεν μπορούσε και δεν ήθελε να κατανοήσει). Το λέω αυτό για να υπογραμμίσω ότι ο ΜακΚάρθι είναι βαθιά φιλοσοφικός συγγραφέας και γι’ αυτό άλλωστε το ιδανικό πεδίο για τα έργα του είναι οι αχανείς εκτάσεις των νοτιοδυτικών πολιτειών των ΗΠΑ, όπου η ηθική καταρρέει μακριά από τον πολιτισμό, όπου η ίδια η φύση, αγέρωχη αλλά και αδιάφορη, υποβάλλει τους ανθρώπους σε σκληρές δοκιμασίες που απογυμνώνουν το είναι τους. Αλλά είναι σε τέτοιες συνθήκες που η ανθρώπινη φύση αποκαλύπτεται, και το θέαμα δεν είναι πάντα ευχάριστο.
Το ύφος του ΜακΚάρθι ήταν μεν εκπληκτικό αλλά ταυτόχρονα και μονοκόμματο, ποτέ δεν το άλλαξε, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για κάτι πιο ελαφρύ, πιο παιχνιδιάρικο. Αυτό εγκυμονεί κινδύνους, με τον βασικότερο όλων να είναι το ότι προσφέρεται για παρωδία. Άλλωστε πολλοί μεγάλοι συγγραφείς κατέληξαν παρωδίες του ίδιου τους του εαυτού. Ελάχιστα λιγότερο ταλέντο και η γραφή του ΜακΚάρθι μπορεί εύκολα να γίνει κακόγουστη ή και δήθεν. Όμως στα βασικά του μυθιστορήματα τουλάχιστον, ποτέ δεν υπέπεσε σε αυτό το λάθος. Το επίπεδο του ήταν πάντα υψηλό, το ταλέντο του τόσο πληθωρικό, ώστε μέχρι και στα πιο αδύναμα κείμενά του να τα πλημμυρίζει και να ακτινοβολεί.
Με ελάχιστες δημόσιες εμφανίσεις, ο ΜακΚάρθι βρισκόταν συνειδητά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, μακριά από τους επιφανειακούς πειρασμούς, ζώντας στο αγαπημένο του Νιου Μέξικο, τον τόπο που είχε κάνει από επιλογή πατρίδα του. (Είχε αναγκαστεί να εμφανιστεί στην εκπομπή της Όπρα κατόπιν πιέσεων από τον εκδότη του και να ενδώσει σε μια σειρά από ανόητες και κοινότοπες ερωτήσεις, κάτι που ουδέποτε επανέλαβε). Αυτό του είχε προσδώσει τη φήμη του ερημίτη, έχοντας αρχίσει να τροφοδοτεί ένα μύθο ανάλογο με εκείνον του Σάλιντζερ ή του Πίντσον. Όμως ούτε αυτό ήταν προτεραιότητα. Προτεραιότητα ήταν το γράψιμο και η σκέψη.
Μέχρι τέλους ο ΜακΚάρθι έψαχνε να βρει νόημα, κώδικα, ένα σύστημα. Έψαχνε ουσιαστικά να βρει τον Θεό. Όμως όσο κι αν τον αναζητούσε δεν μπορούσε να τον βρει, κάτι κλωτσούσε στο τέλος και ο ίδιος ποτέ δεν επρόκειτο να επιλέξει αυταπάτες προκειμένου να αισθάνεται ήσυχος με τον εαυτό του, αλλά πάντοτε επέλεγε να κοιτάει το τέρας κατάματα, με τρόμο αλλά και με μεγαλειώδες θάρρος. Δεν ξέρω αν τώρα που πλέον έφυγε από κοντά μας, κατάφερε επιτέλους να το ανακαλύψει. Του το εύχομαι ολόψυχα και τον ευχαριστώ για τις μοναδικές στιγμές υπαρξιακής αναζήτησης αλλά και εκπληκτικής ομορφιάς που προσέφερε σε όλους μας.

