Προσπαθώ να κατανοήσω γιατί βρήκα τόσο εθιστικό αυτό το παράξενο βιβλίο μίας νεαρής Φινλανδής συγγραφέα, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα εκτός από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα, στο οποίο παρουσιάζεται ότι εξερευνά το σημείο συνάντησης της λογοτεχνίας με την ιστορία των επιστημών και ιδιαίτερα τη ζωολογία και τη βιολογία. Δεν μπορείς παρά να παραδεχθείς ότι αυτή της η θεματολογία δεν είναι και ό,τι πιο συνηθισμένο. Κι όμως, ίσως ακριβώς γι’ αυτό, η Turpeinen μοιάζει να δημιουργεί έναν ιδιόμορφο κόσμο μέσα από τις σελίδες της, μοιάζει να παίζει μια δικιά της, ιδιαίτερη μουσική με τις προτάσεις της. Θα επιχειρήσω να περιγράψω τις βασικές παραμέτρους αυτού του βιβλίου ώστε να βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα, αλλά ομολογώ ότι ακόμα και τώρα προσπαθώ κι ο ίδιος να κατασταλάξω σχετικά με το τι ακριβώς διάβασα και γιατί με επηρέασε.

Ξεκινάμε στο έτος 1741 όταν δύο πλοία του ρωσικού ναυτικού υπό τον πλοίαρχο Μπέρινγκ (του οποίου του όνομα δόθηκε στον Βερίγγειο πορθμό) ξεκινάει από την χερσόνησο Καμτσάτκα της ανατολικής Σιβηρίας με σκοπό την εξερεύνηση και χαρτογράφηση των νήσων και της ακτογραμμής της αρκτικής Αμερικής, δηλαδή αυτό που σήμερα αποκαλούμε Αλάσκα. Στο ένα από τα δύο πλοία βρίσκεται και ένας σπουδαίος φυσιοδίφης της εποχής, ο Στέλερ, ο οποίος με αδηφάγα περιέργεια επιθυμεί να καταγράψει τη χλωρίδα και πανίδα της περιοχής, και ιδανικά να ανακαλύψει καινούρια είδη και αν μπορεί να μεταφέρει πίσω στην Αγία Πετρούπολη κάποιο κομμάτι τους.

Το εφιαλτικά δύσκολο ταξίδι καταλήγει σε ναυάγιο σε μία νησίδα που αποτελεί τμήμα από τις Αλεούτιες νήσους. Οι κακουχίες σε ένα άγνωστο τότε μέρος του κόσμου σε συνδυασμό με το δέος της ανακάλυψης φέρνει στο μυαλό το συναρπαστικό αφήγημα του Ντέιβιντ Γκραν Γουέιτζερ, (το οποίο είναι επίσης βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και εκτυλίσσεται χοντρικά την ίδια περίοδο αλλά στην άλλη άκρη της ηπείρου, τη Γη του Πυρός). Σε εκείνο λοιπόν το νησί, η μεγαλύτερη ανακάλυψη που κάνει ο Στέλερ είναι ένα θρυλικό ζώο που είχε ακουστά μόνο από περιγραφές παλιών ναυτικών και ιθαγενών: η περίφημη θαλάσσια αγελάδα, ένα καλοκάγαθο ζώο που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια των θαλάσσιων ίππων, θαλάσσιων ελεφάντων κλπ, αλλά που ζει μονάχα σε μία συγκεκριμένη περιοχή των Αλεούτιων νήσων στα παγωμένα νερά. Η συνάντηση όμως αυτή των ανθρώπων με την απομονωμένη για χιλιετίες θαλάσσια αγελάδα αποτελεί εν τέλει άσχημα νέα για το ζώο: το κρέας της είναι τρυφερό και πεντανόστιμο, το λίπος της ιδανικό για κεριά και φανούς, έτσι όταν οι επιζώντες επιστρέφουν πίσω μεταφέρουν την είδηση αυτή και νέοι κυνηγοί τις θερίζουν μέχρι εξαφάνισης σε λίγα μόλις χρόνια, ένα από τα πρώτα περιστατικά εξαφάνισης ενός έμβιου όντος λόγω του ανθρώπινου παράγοντα και της ανθρώπινης απληστίας.

Το δεύτερο μέρος μας πηγαίνει εκατό χρόνια μετά, στη ρωσική Αμερική, δηλαδή την Αλάσκα που για λίγα ακόμη χρόνια βρίσκεται υπό ρωσικό έλεγχο πριν τελικά πουληθεί στις ΗΠΑ. Ο νέος κυβερνήτης της ρωσικής αυτής περιφέρειας έχει μόλις αφιχθεί στην πρωτεύουσα της επαρχίας με τη νεαρή του σύζυγο. Ενώ η κοπέλα προσπαθεί να εγκλιματιστεί και να γεννήσει το παιδί της στο νέο αυτό κλίμα, ο κυβερνήτης προσπαθεί να βρει τρόπους που θα φέρουν προστιθέμενη αξία στην περιοχή για να κερδίσει την εύνοια της Πετρούπολης, κι αυτό διότι ο πλούτος της Αλάσκα που ήταν οι γούνες βίδρας, έχει στερέψει λόγω του υπερβολικού κυνηγιού. Έτσι, σε μία αποστολή στο νησί που είχαν ξεβραστεί πριν από έναν και πλέον αιώνα ο Μπέριγνκ με τον Στέλερ, ανακαλύπτονται τα οστά αυτού του χαμένου ζώου. Ο κυβερνήτης τα φέρνει στην πρωτεύουσα και από εκεί σκοπεύει να τα στείλει σε κάποιο μουσείο φυσικής ιστορίας στη ρωσική αυτοκρατορία.

Το τρίτο μέρος έχει να κάνει με τους ανθρώπους που στοιχειοθετούν και καταγράφουν ζώα, φυτά, οστά σε μουσεία και ερευνητικά κέντρα. Τα οστά της αγελάδας καταλήγουν στο Ελσίνκι (που τότε υπαγόταν ακόμη στη ρωσική αυτοκρατορία), όπου πρέπει κάπου να καταγραφούν, να σχεδιαστούν και να τυπωθούν σε βιβλία και κατόπιν να αποτελέσουν ένα διάσημο έκθεμα. Οι άνθρωποι που αναλαμβάνουν αυτό το δύσκολο έργο αποτελούν το βασικό θέμα αυτού του τρίτου μέρους του βιβλίου.

Τι είναι λοιπόν το βιβλίο της Turpeinen; Για ποιο πράγμα τελικά μιλάει; Ακολουθώντας την τελευταία τάση από επιτυχημένους συγγραφείς όπως ο Γκραν, ο Λαμπατούτ και τόσοι άλλοι, η Φινλανδή ακολουθεί ως ένα βαθμό την ίδια συνταγή: μία ιστορική έρευνα που γεμίζει τα κενά με μυθοπλασία. Το πιο ενδιαφέρον εδώ όμως είναι η επιλογή του θέματος και η τεχνοτροπία της γραφής της. Το θέμα λοιπόν εκ πρώτης όψεως είναι η αλληλεπίδραση ανθρώπου και φύσης με αμφίρροπα αποτελέσματα: αφενός τον πολύτιμο εμπλουτισμό της ανθρώπινης γνώσης και της εξέλιξης της επιστήμης λόγω της αυταπάρνησης και ερευνητικής περιέργειας σημαντικών επιστημόνων και φυσιοδιφών. Αφετέρου όμως την καταστροφική απληστία του κέρδους που αυτές οι ανακαλύψεις συχνά συνεπάγονται, με πιο χειροπιαστό αποτέλεσμα όλων την εξαφάνιση ολόκληρων ειδών.

Αλλά η Turpeinen δεν περιορίζεται σε αυτό το θέμα μόνο, αφού αφιερώνει πολλές σελίδες και (ίσως υπερβολικά) πολλές λεπτομέρειες γύρω από τη ζωή και το έργο διαφόρων χαρακτήρων που σχετίζονται έστω και περιφερειακά γύρω από τον συνδετικό κρίκο της θαλάσσιας αγελάδας. Συνδέει έτσι και τον άνθρωπο στην ευρύτερη ζωϊκή αλυσίδα του κόσμου, τονίζει ότι και η δική του υπόσταση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του βασιλείου των έμβιων όντων και υπόκειται στους ίδιους νόμους.

Όμως ένα στοιχείο που προσδίδει αμεσότητα στην αφήγηση είναι η χρήση του ενεστώτα από την Turpeinen, αντί για έναν πιο συνηθισμένο παρελθοντικό χρόνο. Βεβαίως, και ο ενεστώτας δεν είναι κάτι το σπάνιο σαν αφηγηματικός χρόνος, όμως γίνεται πολύ πιο σπάνιος και ιδιαίτερος αν αναλογιστεί κάποιος ότι έχουμε να κάνουμε με ένα υβρίδιο ιστορικής μελέτης και ιστορικού μυθιστορήματος. Υπό αυτή την οπτική γωνία, η επιλογή του ενεστώτα από την Turpeinen για να περιγράψει γεγονότα και ενδόμυχες σκέψεις χαρακτήρων που έλαβαν χώρα πριν από αιώνες, φορτίζει πολύ την αναγνωστική εμπειρία, είναι σαν να σπρώχνει τον αναγνώστη μέσα στην πλοκή.  

Η Turpeinen λοιπόν έχει δημιουργήσει ένα αλλόκοτο όσο και όμορφο βιβλίο με τη δική του μελαγχολική ευαισθησία, ένα βιβλίο που αφενός θαμπώνει τον αναγνώστη με την περιπέτεια των εξωτικών ταξιδιών και τις ανακαλύψεις νέων τόπων και αφετέρου τον βάζει να αναλογιστεί τη θέση του στο ευρύτερο βασίλειο της ζωής που είναι ο πλανήτης μας. Θίγει ζητήματα της επιστημονικής εξέλιξης, της οικολογίας, της ακόρεστης λαιμαργίας του ανθρώπου για τα πάντα: τόσο για τις ανακαλύψεις όσο και για τον πλούτο. Είναι ένα βιβλίο απρόσμενα ιδιαίτερο.