Ένας κύκλος συζητήσεων με ελεύθερη είσοδο και μαρτυρίες από την περίοδο της δικτατορίας μέσα από τις ιστορίες εκείνων που τα έζησαν έχει οργανώσει ο Δήμος Αθηναίων, στο πλαίσιο του «1974 & 1944 – Η Αθήνα γιορτάζει την ελευθερία της».
Το Πάρκο Ελευθερίας δεν επιλέχθηκε τυχαία γι’ αυτές τις συζητήσεις μιας κι εκεί κάποτε έστεκε το κολαστήριο ΕΑΤ-ΕΣΑ. Το Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας που ανέκρινε, βασάνισε και διέλυσε ψυχικά και σωματικά τους επικίνδυνους και αντισυμβατικούς ανθρώπους της εποχής, οι οποίοι θέλανε δημοκρατία κι όχι δικτατορία. Σήμερα αυτός ο χώρος είναι το Μουσείο Αντιδικτατορικής και Δημοκρατικής Αντίστασης κι εκεί στο ύψωμα του Πάρκου μπροστά από το Athens Book Space στήνεται ένα τραπέζι, θέσεις για τους θεατές και μικρόφωνα.
Οι συζητήσεις έχουν ξεκινήσει είναι συνολικά τέσσερις και απομένουν άλλες δυο στις 16 Ιουλίου με τον Αντώνη Λιάκο που η δικτακτορία τον βρήκε φοιτητή στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, φυλακίστηκε 4 χρόνια και διαγράφηκε από το πανεπιστήμιο και ο οποίος συζητά με τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη και στις 23 Ιουλίου με τον Χρήστο Λάζο που συμμετείχε στο φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα και ήταν μέλος της οργανωτικής επιτροπής της κατάληψης της Νομικής και της συντονιστικής επιτροπής του Πολυτεχνείου και συζητά με την Ξένια Κουναλάκη.
Έχουν προηγηθεί ο Δημήτρης Σερεμέτης (1/7) που στο βιβλίο του «Βασανιστήρια στην ΕΣΑ» απ’ τις εκδόσεις Πόλις περιγράφει σε πρώτο πρόσωπο τι πέρασε ως φοιτητής στα χέρια των βασανιστών του και η Ρέα Γαλανάκη (8/7) που ήρθε φοιτήτρια από την Κρήτη, έζησε τα γεγονότα και κατάφερε ν’ αποφοιτήσει πάρα τις αντιξοότητες.
Όλοι τους τότε νέοι φοιτητές που προσπάθησαν ο καθένας με τον τρόπο του να αντισταθούν στη λάθος «Επανάσταση» των στρατηγών που έκανε ο Παπαδόπουλος με την παρέα του και βάλανε «τον ασθενήν εις τον γύψον». Φανταστείτε να ‘σαι φοιτητής μέσα στη δικτατορία και να διδάσκεσαι την ύλη τη λογοκριμένη, να μην μπορείς να τραγουδήσεις δυνατά τραγούδια, να μην μπορείς να ξεφύγεις από τον φόβο γύρω σου και να μην ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς. Ν’ ανοίγεις ραδιόφωνο, εφημερίδα και τηλεόραση, αν είχες, και ν’ ακούς τα λάθος καθαρευουσιάνικα ελληνικά των στρατηγών και συ να τους ανέχεσαι και να προσπαθείς να βρεις τρόπο ν’ αντισταθείς. Να φυλακίζεσαι, να βασανίζεσαι, να σε διώχνουν από το Πανεπιστήμιο να εξορίζεσαι, να κρύβεσαι. Μια ζωή που φαντάζει σαν σενάριο δυστοπικό για μας που μεγαλώσαμε στα χρόνια της «Αλλαγής».
Στις φυλακές το επισκεπτήριο επιτρέπονταν μόνο σε συγγενείς πρώτου βαθμού ανά 15 μέρες για 5, 10 άντε 15 λεπτά και τι να πρωτοπείς, πώς να κρύψεις τα σημάδια της ψυχής απ’ τα βασανιστήρια και τον πόνο για να μην τρομάξεις τη μάνα σου που έφερνε σε μια σακούλα κάποια φαγητά, τα οποία δεν φτάνανε ποτέ στα χέρια σου. Δύσκολες εποχές που έβγαλαν μεγάλους ανθρώπους, οι οποίοι προσπάθησαν και κατόρθωσαν να φέρουν την ελευθερία. Οι συζητήσεις αυτές ξεκινούν στις 20:30 και το μικρόφωνο κυκλοφορεί σε όλους τους θεατές για να κάνουν ερωτήσεις και προσωπικές τοποθετήσεις που αξίζει να παρακολουθήσεις.


Εγώ δεν τα έζησα μα είχα γύρω μου άλλους που τα έζησαν και κατά καιρούς μοιράστηκαν μαζί μου τις ιστορίες τους. Μου ‘χαν κάνει μεγάλη εντύπωση δυο ιστορίες. Η μια είναι μια ράφτρα που ‘χε γιο φοιτητή μπλεγμένο με τον αντιδικτατορικό αγώνα. Είχε κρυμμένα βιβλία επικίνδυνα, όταν οι κρατικοί μπήκανε στο σπίτι της αναζητώντας τον γιο της, δεν φοβήθηκε, δεν πείστηκε από τα ψέματά τους: «πες μας πού είναι το παλικάρι να το σώσεις» και κατάφερε να μείνει ακίνητη πατώντας πάνω στη σανίδα του πατώματος που από κάτω είχε κρυμμένα τα βιβλία και τα κείμενα αντίστασης από το παιδί της. Στο τέλος που της είχανε κάνει άνω κάτω το σπίτι, όλα τα υφάσματα ήταν σκισμένα με τη μηχανή της την σίνγκερ πεταμένη κάτω κι ενώ την απειλούσαν κείνη τους ρώτησε άμα θα της συγυρίσουν το σπίτι φεύγοντας. Την αγριοκοίταξαν, την έβρισαν χυδαία και κλείσανε την πόρτα πίσω της σχεδόν σπάζοντάς την ενώ κείνη παρέμεινε για κάμποση ώρα όρθια παγωμένη πατώντας τη σανίδα.
Η άλλη ιστορία είναι μιας πρωτοετούς φοιτήτριας, η οποία δεν έκανε και δεν είχε σκοπό να κάνει αντίσταση γιατί παραήταν φοβισμένη ως πλάσμα. Περιμένοντας το λεωφορείο της είπαν οι συμφοιτητές της «πρέπει να πάμε στο Πολυτεχνείο κάτι γίνεται εκεί» και παρορμητικά δέχτηκε. Λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα του Πολυτεχνείου να βλέπει ένα τανκ. Έδωσε πρώτες βοήθειες σε τραυματίες, λέρωσε με αίμα την καθαρή ποδιά της κι όταν τα πράγματα αγριέψανε ήρθαν φοιτητές να φυγαδεύσουν τα κορίτσια και τους ακολούθησε σε μια πορεία θανάτου. Σφαίρες άκουγε γύρω της, έβλεπε αίμα να τρέχει και κατουρήθηκε κυριολεκτικά πάνω της ενώ έλεγε την προσευχή, όταν έχασε τους υπόλοιπους φοιτητές απ’ τα μάτια της. Έτρεξε ίσαμε την Ακρόπολη, κοιμήθηκε πάνω στον βράχο που σήμερα πίνουμε μπύρες, ξύπνησε το πρωί πέταξε την ποδιά της και επέστρεψε με φόβο στο σπίτι της. Πού ήσουν κορίτσι μου όλη νύχτα πήγαμε να πεθάνουμε, της είπε ο πατέρας της αγκαλιάζοντάς την. Κείνη ψέλλισε ανακουφισμένη: συγγνώμη μπαμπά ήμουν στο πολυτεχνείο.
Το συμπέρασμα μου απ’ αυτές τις ιστορίες είναι το ότι δεν χρειάζεται να είσαι οργανωμένος κάπου πολιτικά για να αντισταθείς, η ζωή θα σε αναγκάσει. 50 χρόνια μετράει η δημοκρατία μας και το λυπηρό του σήμερα είναι η αποχή των Ελλήνων από τις κάλπες των εκλογών. Χύθηκε αίμα γι’ αυτά τα μάρμαρα, για τη λευτεριά, για τη Δημοκρατία.


