Με τη δωρεά και την υποστήριξη του Ιδρύματος Ωνάση η διαδρομή γύρω από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης στις οδούς Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου, αποκτά μια νέα φωτιστική ταυτότητα σχεδιασμένη από την Ελευθερία Ντεκώ. 125 νέοι, λιτοί ιστοί φωτισμού τοποθετήθηκαν κατά μήκος της διαδρομής, ολοκληρώνοντας έτσι έναν εξαετή κύκλο παρεμβάσεων στην καρδιά της Αθήνας. Το έργο παραδόθηκε τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου στον Δήμο Αθηναίων από τον Πρόεδρο του Ιδρύματος, Αντώνη Σ. Παπαδημητρίου σε μια εκδήλωση στα σκαλιά του Ηρωδείου.

Κατευθυνόμουν προς την είσοδο του Ηρωδείου, είχα αργήσει για την τελετή παράδοσης. Είδα το καθήμενο άγαλμα του Καβάφη δεξιά μου που με ταχύ βάδισμα το προσπέρασα. Πλάι μου όμως τουρίστες κι Αθηναίοι περπατούσαν απολαμβάνοντας τη διαδρομή. Δεν είχε νόημα να βαδίζω πια γρήγορα, τους μιμήθηκα και αμέσως θυμήθηκα. Θυμήθηκα τότε που αυτοί οι δρόμοι είχαν πεζοδρόμια και αυτοκίνητα που πλάι τους βάδιζα νεότερος. Ως και τον γύρο της Ακροπόλεως θυμήθηκα που έκανε με τον Αντωνάκη της η Ελενίτσα ως γαμήλιο ταξίδι από την ταινία Η Γυνή να φοβήται τον Άνδρα. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου και η Αποστόλου Παύλου είναι μια διαδρομή μέσα στην ιστορία της πόλης. Από τη μια της πλευρά η καθημερινότητα του καθενός από μας τους περιπατητές κι απ’ την άλλη η ιστορία αιώνων γύρω και πάνω στον βράχο της Ακροπόλεως. Ένας δημόσιος χώρος όπου αρχαίο και σύγχρονο συνυπάρχουν, μια διαδρομή αγαπημένη ως περίπατος κατοίκων και επισκεπτών. Άρχισα να παρατηρώ τους ιστούς και το φως τους, το ένιωθα πιο γλυκό στο μάτι. Κοίταγα την πλακόστρωση του δρόμου και μετά την Ακρόπολη, κι είχαν το ίδιο χρώμα. Παρατήρησα και ότι από την πλευρά του Βράχου δεν υπήρχαν ιστοί, ένιωσα τη διαδρομή πιο ομαλή, πιο ζεστή. Το φως δεν είναι θέαμα, ούτε θέμα μα έρχεται να φωτίσει για ν’ αφήσει το τοπίο να παραμείνει ο πρωταγωνιστής.

© Stephie Grape for Onassis Stegi

Έφτασα και κάθισα στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο στα σκαλιά της εισόδου του Ηρωδείου. Η Ελευθερία Ντεκώ που είχε αναλάβει και τον ανανεωμένο φωτισμό της Ακρόπολης το 2020, επέλεξε μια προσέγγιση που βασίζεται στη διακριτικότητα. Οι 125 ιστοί ύψους πέντε μέτρων έχουν λιτό σχεδιασμό. 106 τοποθετήθηκαν στις ήδη υπάρχουσες θέσεις, μόνο 19 χρειάστηκε να μπουν σε νέα σημεία. Όλοι τους βρίσκονται στην πλευρά των κτιρίων ώστε η θέα προς τον Παρθενώνα να παραμένει όσο το δυνατόν πιο καθαρή. Το δε χρώμα τους είναι μια ειδική απόχρωση της άμμου, έτσι ώστε να εντάσσονται διακριτικά στο περιβάλλον κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το βράδυ όμως το φως είναι ζεστό και η έντασή του μελετημένη ώστε να μην ανταγωνίζεται εκείνη της Ακρόπολης. Είναι ένας φωτισμός που προσπαθεί να κάνει τον δρόμο, τη διαδρομή περισσότερο φιλόξενη, ασφαλή και “ευανάγνωστη”. Η παρέμβαση δεν περιορίστηκε μόνο στους μεγάλους ιστούς, τοποθετήθηκαν χαμηλά φωτιστικά σώματα στο παράπλευρο μονοπάτι της Αρεοπαγίτου και στην οδό Θεωρίας, και προστέθηκε ήπιος φωτισμός σε σημεία που μέχρι σήμερα παρέμεναν σκοτεινά. Για πρώτη φορά φωτίζονται κι ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα, όπως η ρωμαϊκή δεξαμενή λίγο πριν από την είσοδο του Ηρωδείου. Αυτές οι μικρές παρεμβάσεις κάνουν και τη διαφορά γιατί ο περίπατος δεν είναι μόνο ο Παρθενώνας που βλέπεις από μακριά είναι και τα μικρότερα ίχνη ιστορίας που εύκολα δεν παρατηρείς, ειδικά όταν πέσει το σκοτάδι της νύχτας. Αυτοί οι φωτιστικοί ιστοί έχουν τη δυνατότητα απομακρυσμένου ελέγχου και ρύθμισης από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου, και διαθέτουν ειδικούς φακούς και εξαρτήματα που περιορίζουν τη θάμβωση και τη φωτορύπανση.

© Stephie Grape for Onassis Stegi

Στην παράδοση του έργου, ο Δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας στάθηκε στη σχέση ανάμεσα στην πόλη και την ιστορία της. Όπως είπε: «Ο περίπατος γύρω από την Ακρόπολη είναι ο τόπος όπου η σύγχρονη πόλη συναντά, σε κάθε βήμα, τη μνήμη της και γι’ αυτό ένα τέτοιο τοπόσημο χρειάζεται φως. Όχι φως που επιβάλλεται, αλλά φως που αναδεικνύει. Η σημερινή παράδοση ολοκληρώνει ένα σημαντικό κύκλο παρεμβάσεων στην ευρύτερη περιοχή της Ακρόπολης. Σε αυτό εντάσσονται η ανάπλαση της οδού Αισχύλου, βεβαίως το γλυπτό Καβάφη, έργο του Πραξιτέλη Τζανουλίνου, το οποίο το Ίδρυμα Ωνάση το δώρισε στον Δήμο Αθηναίων και τον φωτισμό του οποίου επίσης υπογράφει η Ελευθερία Ντεκώ και είναι παρεμβάσεις που συμπληρώνουν η μια την άλλη, εμπλουτίζουν η μια την άλλη, τον ιστορικό περίπατο με νέες εικόνες και σημεία αναφοράς. Κυρίως όμως αποτελούν ένα ουσιαστικό παράδειγμα τι μπορεί να πετύχει η συνεργασία Δήμου με φορείς που επενδύουν στην ιστορία, τη συνέχεια και τον πολιτισμό και βεβαίως και τον δημόσιο χώρο. Και αυτό είναι και το δικό μας όραμα για την Αθήνα. Να αντιμετωπίζουμε την ιστορία, τον πολιτισμό και κατ’ επέκταση τον δημόσιο χώρο με την προσοχή που του αρμόζει. Να επενδύουμε σε έργα με διάρκεια, ποιότητα και ουσιαστικό όφελος για τους πολίτες. Και τέλος να αναβαθμίζουμε την πόλη χωρίς να χάνουμε όσα την κάνουν μοναδική. Η Αθήνα δεν χρειάζεται το φως μας για να λάμψει. Εμείς χρειαζόμαστε το σωστό φως για να συνεχίσουμε να ανακαλύπτουμε το μεγαλείο της.

Αυτός ο νέος φωτισμός αποτελεί τη συνέχεια μιας σειράς έργων που έχουν πραγματοποιηθεί στην περιοχή με τη στήριξη του Ιδρύματος Ωνάση. Το 2020 που η Ακρόπολη απέκτησε το νέο της φωτισμό πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις προσβασιμότητας με την εγκατάσταση στον Ιερό Βράχο του ανελκυστήρα πλαγιάς. Η απτική διαδρομή για άτομα με οπτική αναπηρία και άλλες παρεμβάσεις που αφορούν την ασφάλεια, τις υποδομές και την προστασία του χώρου. Όπως ανέφερε ο πρόεδρος του Ιδρύματος Ωνάση Αντώνης Σ. Παπαδημητρίου: «Η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς συνδέεται με την πρόσβαση και με τη δυνατότητα όλων να βιώνουν και να απολαμβάνουν τον κοινό αυτό χώρο. Ο πολιτισμός είναι ζήτημα δημοκρατίας και η πολιτιστική κληρονομιά πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλους».

© Pinelopi Gerasimou for Onassis Stegi

Η Λίνα Μενδώνη ανέφερε στην ομιλία της μεταξύ άλλων ότι «Έχω την τύχη σχεδόν την ευλογία θα έλεγα, να έχω παρακολουθήσει στενά την εξέλιξη των έργων φωτισμού της Ακρόπολης επί σχεδόν δυόμισι δεκαετίες. Τον φωτισμό που εγκαταστάθηκε πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και τη δραστική αναβάθμιση του το 2020. Σήμερα, οι παρεμβάσεις αυτές επιστεγάζονται με τον φωτισμό της διαδρομής που αγκαλιάζει το μνημείο, ο οποίος το συνδέει άρρηκτα με τη ζωή της σύγχρονης πόλης. Ο φωτισμός της περί την Ακρόπολη διαδρομής εντάσσεται σε μια σειρά παρεμβάσεων που καταδεικνύουν τι μπορεί να επιτευχθεί με τη γόνιμη συνεργασία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα όταν ο καθένας βάζει τα κριτήρια του, τους όρους του και υπάρχει σεβασμός στη μεταξύ τους συνεργασία. Από τον φωτισμό του Ιερού Βράχου και τη διαμόρφωση των διαδρόμων επ’ αυτού, για άτομα με κινητικές δυσκολίες ως τη δημιουργία των οπτικών διαδρομών για συνανθρώπους μας με προβλήματα όρασης και το έργο διευθέτησης των ομβρίων υδάτων της Ακρόπολης και της βόρειας κλιτύεως, το Ίδρυμα Ωνάση έχει σταθεί σταθερώς και ενθέρμως αρωγός μας. Και αυτό το αναγνωρίζουν όλοι, το αναγνωρίζουν πρωτίστως οι συνεργάτες μου στο Υπουργείο Πολιτισμού. Έτσι λοιπόν, οι ευχαριστίες μας για την ανέφελη αυτή συνεργασία είναι το ελάχιστο προς το Ίδρυμα και προσωπικά προς τον Πρόεδρό του. Κλείνω ανατρέχοντας τα λόγια του Αντρέ Μαρλώ με αφορμή την πρώτη φωταγώγηση του βράχου το μακρινό 1959. “Ο πρώτος παγκόσμιος πολιτισμός άρχισε μέσω αυτού του πολιτισμού και προς δόξαν του φωταγωγημένη Ακρόπολη, η οποία καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που κανείς άλλος πολιτισμός δεν έθεσε. Η Ακρόπολη όμως είναι ο μοναδικός τόπος του κόσμου που κατοικείται ταυτόχρονα από το πνεύμα και από το θάρρος. Για τον κόσμο η Ελλάδα είναι πάντα η σκεπτόμενη Αθηνά που ακουμπάει το δόρυ της και ποτέ πριν από αυτή την τέχνη δεν είχε συνενώσει το δόρυ με τη σκέψη. Δεν θα πάψουμε ποτέ να το διακηρύσσουμε ό,τι σημαίνει για μας η συγκεχυμένη λέξη παιδεία, το σύνολο των έργων της τέχνης και του πνεύματος, η Ελλάδα το μετέτρεψε προς δόξαν της, σε μείζον θέμα διαπαιδαγώγησης του ανθρώπου”. Λόγια συγκλονιστικά, λόγια επίκαιρα και σήμερα».

© Stephie Grape for Onassis Stegi

Θα κλείσω με τα λόγια της ίδιας της σχεδιάστριας του φωτισμού, Ελευθερία Ντεκώ και την παραίνεσή μου να κάνετε τη βόλτα σας μια νύχτα πλάι στην Ακρόπολη και να βγάλατε τα δικά σας οπτικά συμπεράσματα:

«Απέναντι από την Πύλη του Αδριανού άρχισε απόψε η διαδρομή μας. Εκεί όπου η αρχαία πόλη συστήνεται στη σύγχρονη με μια απλή επιγραφή, αν την έχετε προσέξει. Χαραγμένη στο μάρμαρο αψιδωτά στη μια της όψη γράφει: Εδώ είναι η Αθήνα του Θησέα. Ενώ στην άλλη, εδώ είναι η πόλη του Αδριανού, όχι του Θησέα. Από την άλλη όψη λοιπόν, από την πρώτη. Εκεί ξεκινάει η διαδρομή μας αυτή και κλείνει στο Θησείο, στις γραμμές του τρένου. Σημείο που η αρχαία πόλη και η σημερινή περπατούν για λίγο ακόμα μαζί. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου, μια διαδρομή αγκαλιά θα λέγαμε, γύρω απ’ την Ακρόπολη ξανοίγεται σαν μια αργή, μακρόσυρτη ανάσα της πόλης που αγκαλιάζει τον Ιερό Βράχο. Ο δρόμος αυτός ακολουθεί σχεδόν βήμα προς βήμα μια πορεία 2.500 ετών και πιστεύω πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος όμοιός του. Θελήσαμε να φωτίσουμε αυτόν τον βηματισμό με τον σεβασμό που του πρέπει και κύριο μέλημά μας ήταν να μην παρεμβάλλουν στοιχεία περιττά, πράγμα δύσκολο. Με φως τέτοιο ώστε να μην ανταγωνίζεται αυτό της Ακρόπολης και των μνημείων της ευχάριστο και επαρκές, που να μην εμποδίζει τη βραδινή περισυλλογή κάποιου, ούτε την ανέμελη βόλτα μιας παρέας. Ο φωτισμός επιτυγχάνεται με φωτιστικά στοιχεία πάνω σε ιστούς των πέντε μέτρων λιτού σχεδιασμού για να είναι διαχρονικά και σε ειδικό χρώμα, αυτό της άμμου για να είναι διακριτικό και διακριτικοί ιστοί και τις πρωινές ώρες.

Σε αυτή τη διαδρομή υπάρχουν φωτισμένες στιγμές. Μία από αυτές, το άγαλμα του Κωνσταντίνου Καβάφη, το φωτίσαμε έμμεσα και με φωτοσκιάσεις, σαν το φως να περνάει ανάμεσα από τις φυλλωσιές των δέντρων, όπως το πρωί και να μας προσκαλεί να καθίσουμε δίπλα του και να αφουγκραστούμε τους ήχους των περαστικών. Πιο κάτω, πάλι στα δεξιά μας, το άγαλμα του Μακρυγιάννη, φωτισμένο με πιο κλασικό τρόπο, θυμίζοντας πως το μέρος αυτό δεν είναι μόνο αρχαιότητα, αλλά και μνήμη πιο πρόσφατου αιώνα. Προσπερνάμε στα αριστερά το Μουσείο της Ακρόπολης, ο φωτισμός του δρόμου εδώ ακολουθεί τον ρυθμό της οικιστικής πλευράς. Χρησιμοποιούνται και εδώ οι ίδιοι ιστοί, που όμως έχουν διπλή φωτοδότηση, φωτίζουν και προς τον πεζόδρομο και προς τις κατοικίες. Το θερμό φως που εκπέμπουν είναι ανάλογο με αυτό των τειχών της Ακρόπολης και αρκετά διαφορετικό χρωματικά από των υπολοίπων δρόμων της πόλης μας. Και αυτό ώστε να πλαισιώνει τον Βράχο απαλά και να δίνει την αίσθηση ότι είναι συνέχειά του.

© Stephie Grape for Onassis Stegi
© Stephie Grape for Onassis Stegi

Λίγο πιο πέρα, χαμηλά και σχεδόν αθόρυβα, διακρίνονται στο φως τα ίχνη της οικίας του Πρόκλου, του τελευταίου μεγάλου νεοπλατωνικού φιλοσόφου που επέλεξε να ζήσει εδώ όσο πιο κοντά στους θεούς που λάτρευε. Στα σκαλιά εδώ δεξιά, στην είσοδο προς το Ηρώδειο, φωτίζονται για πρώτη φορά τα ερείπια της ρωμαϊκής δεξαμενής, ενώ απέναντι, στο πάρκο ανάμεσα στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και στη Ροβέρτου Γκάλη, φωτίζεται και αυτό για πρώτη φορά. Διακριτικά όμως, για να μην ενοχλήσουμε τον βραδινό ύπνο των πουλιών, αλλά κάποιος να μπορεί να τον διασχίσει με ασφάλεια. Κατηφορίζοντας προς το Θησείο, στα αριστερά, ο λόφος της Πνύκας κρατά την ηχώ του Θεμιστοκλή, του Περικλή, του Δημοσθένη και αργότερα του Κολοκοτρώνη, που μίλησε εδώ σε νέους για μια πατρίδα που δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Είναι αυτός ο λόφος και αυτός ο Ιερός Βράχος της Ακρόπολης απέναντί του, που για τον Κωστή Παλαμά υπήρξαν το σύμβολο μιας συνέχειας που ένωνε στα μάτια του την αρχαία δόξα με τη νεότερη ελληνική συνείδηση. Ο δρόμος εδώ αλλάζει όνομα, Αποστόλου Παύλου, αλλά όχι διάθεση. Ο φωτισμός ακολουθεί τις ίδιες αρχές. Λιτός, ζεστός, ρυθμικός, διακριτικός, χωρίς να παρεμβαίνει και χωρίς να ενοχλεί τη θέαση προς την Ακρόπολη.

Κάπου εδώ, λένε, υπήρχε ένα καφενείο παλιά, όπου ο Γεώργιος Δροσίνης έγραφε τους στίχους του. Πεπεισμένος πως κανένα άλλο καφενείο στον κόσμο δεν είχε τέτοια θέα. Θα συμφωνήσω. Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος δρόμος στον κόσμο με τέτοια θέα που να έχει συγκινήσει ποιητές και απλούς περιπατητές όσο αυτός εδώ. Και ενώ οι ποιητές μιλούν για το φυσικό φως, μιας και κάποτε δεν υπήρχε άλλο, εμείς τολμήσαμε με τεχνητό φως να υπαινιχθούμε στη βραδινή εικόνα αυτό το συναίσθημα που περιγράφουν. Με σεβασμό και λιτότητα όχι μόνο στα μνημεία, όπως κάναμε το 2020, αλλά και τώρα, στη διαδρομή που τα περικλείει, που τα αγκαλιάζει με τρόπο που να μην εμποδίζει τη σύνδεση με το αρχαίο παρελθόν, αλλά να τα φέρνει πιο κοντά στο παρόν».

Διονυσίου Αρεοπαγίτου © Giagkos Papadopoulos