Φέτος το καλοκαίρι, το Σύγχρονο Θέατρο και η Εταιρεία Θεάτρου Λόγος φιλοδοξούν να σπάσουν την παράδοση που θέλει το Φεστιβάλ Αθηνών να μονοπωλεί το ενδιαφέρον των θεατρόφιλων. Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του -ήδη γνωστού ως συνιδρυτή και σκηνοθέτη της ομάδας Pequod– Δημήτρη Ξανθόπουλου, προσφέρει μια σταθερή θεατρική εστία για ολόκληρη τη θερινή σεζόν και απευθύνεται εξίσου σε ελληνόφωνους θεατές και μη. Το ελculture είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον σκηνοθέτη γι’ αυτό το εγχείρημα.
ελculture: Επιλέξατε τη σοφόκλεια Ηλέκτρα ως εναρκτήρια παράσταση της νεοϊδρυθείσας Εταιρείας Θεάτρου. Θα θέλατε να μοιραστείτε τους λόγους που οδήγησαν στη συγκεκριμένη επιλογή;
Δημήτρης Ξανθόπουλος: Χρόνια ήθελα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο έργο. Όταν λοιπόν πήρα την απόφαση να το δοκιμάσω, προσπάθησα να βρω τους ηθοποιούς που θα τους ενδιέφερε να το προσπαθήσουμε από κοινού. Ψάχναμε να βρούμε τον τρόπο να υλοποιηθεί. Στην πορεία είχαμε μια επαφή με τους ανθρώπους της Εταιρείας Θεάτρου Λόγος που τους ενδιέφερε το σχέδιο και ανέλαβαν την υποστήριξή του· οπότε δεν έχουμε τη δημιουργία μιας ομάδας με τη μορφή που συνήθως γνωρίζουμε.
ελc: Γιατί πιστεύετε ότι αφορά η Ηλέκτρα τον πολίτη του 21ου αιώνα, πέραν της δραματουργικής ακεραιότητας και της δύναμης του μύθου της;
Δ.Ξ.: Όλα αυτά τα κείμενα αφορούσαν και αφορούν ακόμα τους ανθρώπους γιατί, ακριβώς αντλώντας από τη δύναμη του μύθου, καταφέρνουν να μιλήσουν με πολύ διεισδυτικό τρόπο για πράγματα που είναι πανανθρώπινα και διαχρονικά. Είναι κείμενα πολιτικά, φιλοσοφικά, έχουν να κάνουν με τη θέση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο. Μέσα από την αντιπαράθεση των προσώπων και των αξιών που αυτά φέρουν, προκύπτει μια σύνθεση που ακόμα και σήμερα μπορεί να φωτίσει τις ζωές μας. Και όσον αφορά στη δραματουργική τους ακεραιότητα, μην την υποτιμούμε καθόλου. Σκεφτείτε πως πρόκειται για έργα με την πλέον γνωστή πλοκή και παρόλα αυτά σε μαγνητίζουν και τα παρακολουθείς με τεράστιο ενδιαφέρον.

ελc: Ποια είναι τα σημεία-κλειδιά του έργου που καθοδήγησαν τη σκηνοθετική σας εργασία;
Δ.Ξ.: Είναι μια αίσθηση που μου δημιουργούν τα πρόσωπα αυτών των έργων, μια αίσθηση αναπόδραστου, σαν κάτι να τα καταδικάζει να είναι αυτά που είναι… Επίσης με ενδιέφερε πολύ να φανεί πως αυτή η ιστορία που είναι τόσο γνωστή σε όλους έχει μια επαναληπτικότητα. Ζουν 2.500 χρόνια και θα ζουν για άλλα τόσα και εμείς φαίνεται να μη μαθαίνουμε από τις ιστορίες τους. Επίσης βρίσκω ενδιαφέρον αυτό που κάνει το ίδιο το έργο με την πρώτη σκηνή -μεταξύ Ορέστη, Παιδαγωγού και Πυλάδη-, το ότι αποκαλύπτει δηλαδή όλη του την πλοκή. Σαν το σασπένς πια να είναι το πώς θα γίνουν όσα γίνουν και όχι το τι θα γίνει. Ο Σοφοκλής διαλέγει σαν όχημα το ψέμα για να προχωρήσει την ιστορία του και έτσι είναι σαν να έχουμε μια συνθήκη θεάτρου μέσα στο θέατρο. Κι αυτό είναι κάτι που διέπει και τα πρόσωπα. Μοιάζουν να παίζουν ρόλους, ρόλους που οι πράξεις τους τους έχουν επιβάλει.
ελc: Αναφέρεστε σε μία σύγχρονη προσέγγιση του έργου και στην παράσταση είναι φανερή αυτή η πρόθεση ήδη από τη σκηνική όψη. Τι ακόμη σημαίνει για εσάς σύγχρονη προσέγγιση του αρχαίου δράματος;
Δ.Ξ.: Ειλικρινά δεν ξέρω. Αυτά τα έργα είναι σύγχρονα έτσι κι αλλιώς, γιατί στον πυρήνα τους θέτουν ερωτήματα που είναι διαχρονικά. Από αυτήν την άποψη, αν μια παράσταση καταφέρει να τα φέρει στην επιφάνεια, και το κοινό της συνδιαλλαγεί με κάποια έστω από αυτά, τότε είναι σύγχρονη. Ως προς την όψη τώρα, περισσότερο προσπαθήσαμε να αφαιρέσουμε τα στοιχεία που θα την τοποθετούσαν σε κάποιο συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, παρά να δώσουμε μια «σύγχρονη» εκδοχή, γιατί πιστεύω πως αυτά τα έργα είναι άχρονα.

ελc: Στην παράσταση γίνεται αντιληπτή μια διαφοροποίηση μεταξύ του Χορού και των δραματικών προσώπων. Είδαμε έναν στυλιζαρισμένο και αρκετά αποστασιοποιημένο Χορό απέναντι στη φυσική ερμηνεία των υπόλοιπων. Κάποια σχόλια γι’ αυτό;
Δ.Ξ.: Αυτό που μας οδήγησε σε αυτήν την κατεύθυνση ήταν η αίσθηση πως ο Χορός είναι σαν να ξέρει κάτι, σαν να μπορεί να δει μια μεγαλύτερη εικόνα από αυτή που τα πρόσωπα του δράματος μπορούν να έχουν. Η Ηλέκτρα, η Κλυταιμνήστρα, ο Ορέστης δεν μπορούν παρά να είναι «τυφλοί», λειτουργούν σαν εγκλωβισμένοι στους «ρόλους» τους, ενώ ο Χορός είναι εκεί, μαζί και ταυτόχρονα απέναντι, για να μεταφέρει στο κοινό κάτι άλλο, κάτι που μπορεί να είναι αντικειμενικό, ακριβώς επειδή διατηρεί αυτήν την απόσταση. Ο Χορός σαν να δείχνει τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να υπάρχουμε.
ελc: Στηρίξατε το μουσικό και ηχητικό background στη φωνητική διδασκαλία, γεγονός που έδωσε έναν μυστικιστικό τόνο στην παράσταση. Έμπνευση από τον τελετουργικό χαρακτήρα του αρχαίου δράματος ή (και) κάτι άλλο; Παραμένει μέχρι τις μέρες μας το αρχαίο δράμα, ή και το θέατρο εν γένει, ένας «ιερός» τόπος κάθαρσης και αυτογνωσίας;
Δ.Ξ.: Για μένα η χρήση της μουσικής είναι ένα πολύ ιδιαίτερο πράγμα. Ακούω όσο πιο πολύ μπορώ, η μουσική είναι παρούσα συνέχεια στη ζωή μου, όμως δεν ξέρω πώς τη χρησιμοποιείς στο θέατρο χωρίς να γίνει υπογραμμιστική. Έτσι και με τη σημαντικότατη συμβολή της Ρηνιώς Κυριαζή αποφασίσουμε να δούμε τι στοιχεία μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε που θα έχουν προκύψει από αυτούς που συμμετέχουν. Τώρα για το δεύτερο, αυτό που ξέρω είναι πως το θέατρο έχει τη φοβερή ικανότητα να αποκαλύπτει και, αν θέλεις να δεις τι σου αποκαλύπτει, τότε, μάλλον ναι, λειτουργεί ως τόπος κάθαρσης και αυτογνωσίας.
ελc: Η παράσταση διακρίνεται από χαρακτηριστική λιτότητα, όπως δηλώνει το σκηνικό, ο διμελής Χορός ακόμη και η απουσία μουσικής. Ποιες προθέσεις σας οδήγησαν σε αυτή την επιλογή; Ξαναγίνεται ο ηθοποιός το κέντρο και ο φορέας της σκηνικής δράσης;
Δ.Ξ.: Μόνο ο ηθοποιός μπορεί να είναι το κέντρο και ο φορέας της σκηνικής δράσης. Όλα τα άλλα είναι εργαλεία για να βοηθήσουν να συμβεί αυτό. Έχω μάλιστα την αίσθηση ότι κείμενα σαν αυτά των αρχαίων τραγωδιών το ζητάνε ακόμα πιο πολύ. Πρέπει ο ηθοποιός να μπορεί να σηκώσει αυτόν το Λόγο, να έχει πέραν των υποκριτικών ικανοτήτων και την προσωπικότητα να φιλοξενήσει αυτόν το Λόγο. Επίτηδες χρησιμοποιώ κεφαλαία. Τα έργα αυτά γράφτηκαν σε μια περίοδο που Λόγος και Πράξη ήταν συνυφασμένα, κάτι που δυστυχώς πολύ δύσκολα συμβαίνει τις μέρες μας. Η λιτότητα είναι εκεί, μέσα στο κείμενο. Δεν υπάρχουν περιττά. Είναι όλα σπουδαία.

ελc: Με τον υπερτιτλισμό της παράστασης σε πέντε γλώσσες απευθύνεστε και στο ξένο κοινό, κατοίκους της πρωτεύουσας ή τουρίστες. Τι δηλώνει αυτό το άνοιγμα και τι προσδοκάτε από αυτό;
Δ.Ξ.: Είναι μια προσπάθεια να προσελκύσουμε ένα κοινό που υπάρχει και μας ενδιαφέρει. Δίνει τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν τη δουλειά μας, καταργώντας ένα εμπόδιο που είναι η κατανόηση του κειμένου. Επίσης είναι προκλητικό να μπορείς να απευθυνθείς και να δείξεις τη δουλειά σου σε όλους αυτούς τους ανθρώπους. Ένα ενδιαφέρον σχόλιο που άκουσα από Έλληνα θεατή ήταν πως η ύπαρξη των υπέρτιτλων τον συγκίνησε με έναν παράξενο τρόπο. Σαν να του έδινε μια αίσθηση παγκοσμιότητας, ότι δεν είναι μόνο δική μας κληρονομιά, ότι, ναι, αυτά τα κείμενα είναι πανανθρώπινα.
ελc: Ο πολιτισμός είναι, εκτός των άλλων, ένα σημαντικό τουριστικό εργαλείο;
Δ.Ξ.: Θα μπορούσε να είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν και παράγουν ενδιαφέρουσες δουλειές στην Ελλάδα σήμερα. Γιατί να μην έχουν την ευκαιρία να δείξουν τη δουλειά τους και να αποτελέσουν ένα σύγχρονο πρόσωπο μιας Ελλάδας που μπορεί να μην είναι αρνητικός πρωταγωνιστής αλλά ισότιμος συνομιλητής. Δεν ακούμε παντού, άλλωστε, για μια Ελλάδα εξωστρεφή;
ελc: Σας ευχαριστώ πολύ!
Δ.Ξ.: Και εγώ.
«Ηλέκτρα» Σοφοκλή | 15 Μαΐου έως 28 Σεπτεμβρίου 2014 | Σύγχρονο Θέατρο-Εταιρεία Θεάτρου
