Ύστερα από την ανακοίνωση των υποψήφιων βιβλίων για τα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού Διαβάζω την προηγούμενη Δευτέρα, η αγωνία για τις φετινές διακρίσεις κορυφώνεται. Ποια είναι η θέση ενός τέτοιου διαγωνισμού σε καιρό κρίσης;
Ο διευθυντής του περιοδικού Διαβάζω, Γιάννης Μπασκόζος, απαντά στο ερώτημα αυτό:
«Από πολύ παλιά, από τις αρχές του 20ού αιώνα ο θεσμός των λογοτεχνικών βραβείων είχε ως στόχο να προβάλει τα καλά βιβλία. Φυσικά τότε τα βιβλία που εκδίδονταν κάθε χρόνο ήταν πολύ λίγα. Το βραβείο είχε μια ηθική σημασία. Σήμερα με 9.000 τίτλους να εκδίδονται κάθε χρόνο το βραβείο έχει σημασία, ηθική αλλά και εμπορική. Τονώνει το ενδιαφέρον του κοινού, κλείνει το μάτι στον επισκέπτη του βιβλιοπωλείου ή στέλνει κάποιον άλλον στο βιβλιοπωλείο να το αγοράσει. Σε καιρό κρίσης πιστοποιεί ότι αξίζει κανείς να διαβάζει, όχι για να ξεφύγει αλλά για να μάθει τι του συμβαίνει. Το Λογοτεχνικό Βραβείο επιβραβεύει το συγγραφέα αλλά και το αναγνωστικό κοινό που θα τον γνωρίσει».
Μια ιδιαίτερη κατηγορία και μοναδική καινοτομία του διαγωνισμού αποτελεί το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Όπως παρατηρεί ο κύριος Μπασκόζος:
«Τα τελευταία χρόνια το να εκδώσει κάποιος ένα βιβλίο είναι σχετικά εύκολο. Πληθώρα εκδοτικών οίκων εκδίδουν νέους συγγραφείς, προσδοκώντας να κάνουν ένα μπεστ σέλερ. Το Λογοτεχνικό Βραβείο ΔΙΑΒΑΖΩ σε πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα έχει σκοπό να ενισχύσει ηθικά το συγγραφέα να συνεχίσει να γράφει και από την άλλη μεριά να συστήσει στο αναγνωστικό κοινό κάποιον που ξεχωρίζει. Είναι η κατηγορία που χρειάζεται το περισσότερο ψάξιμο και, επίσης, είναι η κατηγορία όπου η βοήθεια από τη μεριά της κριτικής βιβλίου είναι ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Δύσκολα ένα πρώτο βιβλίο γίνεται αμέσως γνωστό και ακόμα πιο δύσκολα ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να ανταγωνιστεί έργα παλαιότερων και καταξιωμένων και να ξεχωρίσει. Όλες αυτές οι δυσκολίες όμως συνιστούν και το γοητευτικά ριψοκίνδυνο ενός βραβείου πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη. Το ενθαρρυντικό είναι ότι αρκετές φορές η επιτροπή του Διαβάζω ανέλαβε το ρίσκο να ρίξει τα φώτα της σε τέτοιες νέες φωνές, και αρκετές φορές χτύπησε σε καλή φλέβα».
Από το 2007 που προστέθηκε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα μέχρι σήμερα, έχει απονεμηθεί στη Λένα Κιτσοπούλου για τη συλλογή διηγημάτων Νυχτερίδες (Κέδρος, 2006), στην Κατερίνα Ηλιοπούλου για την ποιητική συλλογή Ο κύριος Ταυ (Μελάνι, 2007), στη Σταυρούλα Σκαλίδη για τη νουβέλα Προδοσία και Εγκατάλειψη (Πόλις, 2008) και στην Κάλλια Παπαδάκη για τη συλλογή διηγημάτων Ο ήχος του ακάλυπτου (Πόλις, 2010).
Οι ίδιες οι συγγραφείς εξηγούν πώς επηρέασε τη συγγραφική τους πορεία το βραβείο αυτό. «Το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα είναι η ταυτότητά του. Με αυτό συστήνεται και εκτίθεται στον κόσμο. Με την έκδοση του βιβλίου μου αναζήτησα σύγχρονούς μου ποιητές, ανθρώπους με τους οποίους θα μπορούσα όχι απαραίτητα να συμφωνήσω αλλά να καλλιεργήσω μια διαλεκτική σχέση. Αυτό θα συνέβαινε κατά πάσα πιθανότητα και χωρίς το βραβείο. Το βραβείο όμως με σύστησε στο ευρύτερο κοινό και μου έδωσε τη χαρά της αναγνώρισης», εξηγεί η Κατερίνα Ηλιοπούλου. Η Κάλλια Παπαδάκη, με τη σειρά της, λέει: «Σ’ ένα μικρό βαθμό, σαν μια επιβράβευση. Ένα λογοτεχνικό βραβείο δεν ορίζει ούτε καθορίζει μια πορεία. Είναι ένα κλείσιμο του ματιού, ένα μικρό σπρώξιμο να συνεχίσεις. Αυτό δεν αποκλείει και την πιθανότητα να παραπατήσεις και να φας τα μούτρα σου».
Με ποιους τρόπους εξαργυρώθηκε άραγε η βράβευση αυτή;
«Είναι μία ικανοποίηση η βράβευση,» λέει η Λένα Κιτσοπούλου «είναι μία μέρα χαράς, σαν γιορτή προς τιμήν σου. Σε προσέχουν κάποιοι, σου δίνουν σημασία. Είναι σαν ένα παρατεταμένο χειροκρότημα στο θέατρο. Είναι ωραίο. Κέρδισα μία ωραία στιγμή μέσα στη ζωή μου, όπως έχω κερδίσει κι άλλες ωραίες και άλλες κακές. Αυτό μου φτάνει και με το παραπάνω. Το βραβείο είναι μέσα στο συρτάρι, όπως μία παλιά φωτογραφία. Η βράβευση εξαργυρώθηκε την ίδια μέρα που έγινε, σαν ένα πολύ καλό μεροκάματο που πήγα το βράδυ και το έφαγα όλο στα μπουζούκια». Η Κατερίνα Ηλιοπούλου επισημαίνει: «Μακάρι να υπήρχαν περισσότερα βραβεία, δηλαδή τρόποι υποστήριξης και ανάδειξης αξιόλογων έργων. Μια βράβευση εξασφαλίζει δημοσιότητα και δίνει μια οικονομική στήριξη που μπορεί να βοηθήσει στην περαιτέρω έρευνα και μελέτη που είναι απαραίτητη σε έναν καλλιτέχνη. Μετά τη βράβευση κάθε συγγραφέας έχει να δοκιμαστεί με τη δική του επιμονή και αίσθηση ευθύνης απέναντι στο έργο του για να συνεχίσει να δημιουργεί. Αυτή είναι μια μακροχρόνια και συχνά απρόβλεπτη περιπέτεια».
Στην ερώτηση αν διαβάζουν οι ίδιες πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς όλες οι βραβευθείσες απάντησαν πως τις ενδιαφέρει πολύ. «Διαβάζω οποιοδήποτε βιβλίο κεντρίζει το ενδιαφέρον μου. Με ενδιαφέρει πάντα το τι γράφεται τώρα. Θέλω να ξέρω. Ιδίως σε άλλες γωνιές του πλανήτη και μάλιστα τι γράφουν οι νέοι άνθρωποι που μόλις ξεκινούν», λέει συγκεκριμένα η Σταυρούλα Σκαλίδη. Η Κάλλια Παπαδάκη αιτιολογεί την ιδιαιτερότητα των πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων: «Μ’αρέσει να ανακαλύπτω νέους συγγραφείς. Τα “πρώτα” βιβλία έχουν πάντα κάτι φρέσκο κι αβίαστο, μια δυναμική που σε παρασύρει μαζί τους».
Eπιμέλεια αφιερώματος: Κατερίνα Κανέλλη
