Ένας αγώνας χειραφέτησης του 19ου αιώνα που επί σκηνής ρίχνει τον προβολέα στο τώρα, στο φως, στη ζωή και εμείς σαν καλεσμένοι σε πάρτυ στο Θέατρο Θησείον φορώντας μάσκες, σαν τολστοϊκά πλάσματα να αναζητάμε αδιάκοπα το νόημα χαμένα στα υπαρξιακά «Ποιος είμαι;», «Τι κάνω σ’ αυτή τη ζωή;», «Σε τι πιστεύω;».
Η Δέσποινα Κούρτη συναντιέται με την Άννα Καρένινα, μια ηρωίδα διχασμένη, αποκλεισμένη, στα άκρα, αντιμέτωπη με μια κοινωνία διεφθαρμένη, βαθιά υποκριτική που δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή. Εξομολογείται ότι μάλλον εκείνη την κατέκτησε, την «βούτηξε» από τα μαλλιά, την «ανάγκασε» να παίξει με ανοιχτή καρδιά προς όλα και την έσυρε σε μονοπάτια ακραία.
«Το σημαντικότερο κομμάτι της ταυτότητάς της ήταν η μητρότητα. Δεν μπορεί να διανοηθεί κανείς ότι μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη στη ζωή και να κάνει τις επιλογές που κάνουν οι άντρες της εποχής της, της ηλικίας της και της κοινωνικής της θέσης. Κατά τη γνώμη μου είναι και έμφυλο και δυστυχώς δεν έχουν εξαλειφθεί αυτά εντελώς στο σήμερα… Εγώ δεν έχω παιδιά, αλλά βλέπω τι ενοχή και τι διχασμό μπορεί να βιώνει μια γυναίκα που είναι μητέρα σήμερα».
Στη δική της προσωπική αναζήτηση καταλήγει «Για μένα υπαρξιακά είναι όλα σχέσεις», ενώ μιλώντας για το θέατρο που της θυμίζει ότι «έχει αξία να ψάχνει στο εδώ και τώρα της παράστασης με παρόντες ανθρώπους που το βλέπουν και να δημιουργεί σχέση μαζί τους», συνειδητοποιεί «Γι’ αυτό πηγαίνω να παίξω και όχι επειδή κάτι έχω βρει και θέλω να το δείξω».
Πώς αποφασίσατε να καταπιαστείτε με το συγκεκριμένο έργο του Τολστόι;
Αυτό το έργο το σκεφτόταν ο Αργύρης (Ξάφης), ήθελε πριν από 12-13 περίπου χρόνια να κάνει μία διασκευή του μυθιστορήματος για δύο πρόσωπα. Οι κύριες «ράγες» του μυθιστορήματος ούτως ή άλλως είναι η Άννα Καρένινα και ο Κονσταντίν Λέβιν. Το μυθιστόρημα θα ήταν μισό, αν δεν υπήρχε η ιστορία του Λέβιν. Είναι συμπρωταγωνιστής ανεξάρτητα από το ότι το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Άννα Καρένινα» και τελικά οι περισσότερες διασκευές ασχολούνται κυρίως με αυτή.
Η Ιώ Βουλγαράκη και ο Δημήτρης Γεωργιάδης είχαν μια πολύ στενή σχέση με το μυθιστόρημα στα χρόνια των σπουδών τους, διδάσκουν στο Ωδείο Αθηνών και αφιέρωσαν με τους μαθητές τους ένα ολόκληρο ακαδημαϊκό έτος της σχολής στην Καρένινα. Ομολογώ ότι αυτή που είχε τη μικρότερη σχέση με το μυθιστόρημα ήμουν εγώ. Το είχα διαβάσει μικρή και έκτοτε ήμουν πιο πολύ ντοστογιεφσκική λόγω δουλειάς και διάβαζα ασταμάτητα. Κάναμε τον «Ηλίθιο» στην Πειραματική Σκηνή με τον Στάθη Λιβαθινό. Τον Τολστόι τον είχα διαβάσει πιο μικρή και το είχα αντιμετωπίσει με την ψυχή και τα μάτια ενός πολύ νέου κοριτσιού, σκεφτόμουν πόσο όμορφος πρέπει να ήταν πια αυτός ο Βρόνσκι για να γίνει αυτός ο χαμός. Ήταν στο μυαλό μου κυρίως η ερωτική ιστορία. Τον αγάπησα με τη μία τον Λέβιν αλλά έλεγα «εντάξει, δεν γίνεται και τίποτα τραγικό».
Είναι όμως μια πολύ σκοτεινή ιστορία, έτσι δεν είναι;
Πράγματι υπάρχει σκοτάδι στην ιστορία, γιατί υπάρχει και μια τρομερή αναζήτηση, ανάγκη εύρεσης του φωτός και αυτό είναι πυρηνικό θέμα στο μυθιστόρημα. Με το που αποφασίσαμε ως ομάδα ότι θέλουμε να το κάνουμε, ήρθα ξανά αντιμέτωπη με το έργο και ομολογώ ότι πολύ σταδιακά με κατέκτησε η Άννα. Δυσκολεύτηκα στην αρχή να την καταλάβω. Θυμάμαι ήταν ακόμα καλοκαίρι, ήμασταν στην Επίδαυρο και έλεγα στην Ιώ ότι δεν μπορώ να την πιάσω από πουθενά. Συνειδητοποίησα διαβάζοντας ξανά ότι άρχισα να την καταλαβαίνω μέσα από τον Λέβιν, δηλαδή το γεγονός ότι υπάρχουν δύο τέτοια πλάσματα που βλέπουμε τις ζωές τους παράλληλα, εμένα με βοήθησε να καταλάβω την Άννα, γιατί στην πραγματικότητα είναι και τα δύο καθαρά τολστοϊκά πλάσματα και το θέμα και των δύο είναι ακριβώς αυτή η αγωνία να ζήσουν μια ζωή με νόημα, η αγωνία εύρεσης αυτού του νοήματος της ζωής, η οποία ταυτίζεται με όλα τα υπαρξιακά ερωτήματα του «ποιος είμαι;», «τι κάνω σ’ αυτή τη ζωή;», «σε τι πιστεύω;», «πιστεύω σε κάτι ή δεν πιστεύω σε τίποτα;», «αυτό που πιστεύω το ακολουθώ στη ζωή μου ή το προδίδω;». Και μόνο από εκεί μπόρεσα να την πιάσω. Υπάρχουν πάρα πολλές ιστορίες μοιχείας, σίριαλ, ταινίες, σύγχρονες και παλιές, μυθιστορήματα επίσης πολλά. Εγώ σκεφτόμουν ότι αφού υπάρχουν τόσα πολλά, εμείς γιατί να ασχοληθούμε ξανά; Τι έχουμε να πούμε; Και στην πορεία κατάλαβα ότι δεν είναι καθόλου εκεί το θέμα, δεν είναι καθόλου στη μοιχεία, στην απιστία ή στον έρωτα. Είναι ακριβώς σε αυτή την αναζήτηση ενός βαθύτερου νοήματος και μιας ζωής, η οποία είναι συνεπής ως προς αυτό που εσύ θεωρείς βαθύτερο νόημα.
Μέσα σε αυτή την αγωνία για την ανεύρεση του νοήματος η Άννα έχει να αναμετρηθεί με την κοινωνία στην πραγματικότητα.
Ναι, και είναι η απόλυτη ρήξη. Το κάνει η ίδια ακραίο, δεν κουκουλώνει τα πράγματα, δεν κινείται διπλωματικά, δεν κάνει εκπτώσεις. Αν πρόκειται να πάει σε ρήξη για κάτι που πιστεύει, θα πάει μέχρι τέλους άφοβα. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο εδώ, το οποίο έχει σχέση με αυτό το σκοτάδι που είπες πριν, δεν είναι μόνο ότι είναι θαρραλέα και ηρωική, είναι ότι η ίδια είναι ο πιο σκληρός κριτής του εαυτού της, είναι αμείλικτη, γι’ αυτό είναι αποφασισμένη. Αυτό το προαίσθημα του θανάτου υπάρχει από πολύ νωρίς μέσα της και δεν το αρνείται, ούτε πάει να το αποφύγει. Γι’ αυτό είναι καθολική η ρήξη της χωρίς να κάνει πίσω πουθενά, είναι αποφασισμένη ότι ακόμα και αυτό μπορεί να το δεχτεί.
Αυτό το στοιχείο που περιγράφεις, ότι το πάει μέχρι τα άκρα, αν το δεις από τη μία πλευρά δεν είναι και αξιοθαύμαστο, το ότι παλεύει και δεν συμβιβάζεται; Από την άλλη όμως και πολύ σκληρό, γιατί πορεύεται έχοντας αυτή τη γνώση του τέλους και κρίνοντας τον εαυτό της τόσο αυστηρά.
Ναι, είναι διπλό, είναι διττό. Δηλαδή όντως μπορεί να είναι αξιοθαύμαστο, αλλά συγχρόνως καταστροφικό. Και οι δύο ήρωες αποκλίνουν από το κοινωνικά αποδεκτό, ας πούμε, από την αναμενόμενη και απολύτως αποδεκτή συμπεριφορά από την κοινωνία, την κοινωνία της Πετρούπολης που ήταν διεφθαρμένη, βαθιά υποκριτική, αλλά πιστεύω ότι και η δική μας κοινωνία δεν είναι λιγότερο υποκριτική, ούτε λιγότερο διεφθαρμένη σε πολλούς τομείς και όσον αφορά δυστυχώς τις βαθιές αξίες της ζωής. Έχουν λοιπόν και οι δύο ήρωες μια απόκλιση στη συμπεριφορά τους και στη στάση τους και αυτή η ιδιορρυθμία τους μπορεί είτε να τους εξυψώσει είτε να τα κάνει όλα μαντάρα, να τους καταστρέψει. Απλώς στην ιστορία του Λέβιν ποτέ δεν φτάνουμε σε τόσο τραγικά αποτελέσματα, τα καταφέρνει. Έχει να κάνει και με το γεγονός ότι είναι άντρας. Καταρχήν έχει μια ζωή, έχει τα κτήματά του, έχει κάνει τις σπουδές του, έχει έναν κοινωνικό κύκλο, έχει τους φίλους του. Έχει μια ζωή με πολύ περισσότερες συνιστώσες και πολύ περισσότερες κατευθύνσεις από μία γυναίκα, που από μικρή τη χώσανε σ’ έναν γάμο, γιατί τη χώσανε σε αυτό τον γάμο και στον Καρένιν πήρε χρόνο να πει ότι μάλλον την αγαπάω. Το σημαντικότερο κομμάτι της ταυτότητάς της ήταν η μητρότητα. Δεν μπορεί να διανοηθεί κανείς ότι μπορεί να υπάρξει ανεξάρτητη στη ζωή και να κάνει τις επιλογές που κάνουν οι άντρες της εποχής της, της ηλικίας της και της κοινωνικής της θέσης. Κατά τη γνώμη μου είναι και έμφυλο και δυστυχώς δεν έχουν εξαλειφθεί αυτά εντελώς στο σήμερα.
Επίσης, υπάρχει και το κομμάτι όπου όλοι βλέπουν τον Τολστόι σε κάποια στοιχεία αυτού του ήρωα, γι’ αυτό εκείνος είναι περισσότερο στο φως. Περνούσε και αυτός όμως μέσα από πολύ αντιφατικές καταστάσεις, όπως στην Άννα λέμε ότι είναι δύο γυναίκες, ακριβώς το ίδιο το συναντάς στην εποχή του Τολστόι όταν γράφει την Άννα Καρένινα. Δύο αντίθετες δυνάμεις ο ηθικολόγος και ο ποιητής, ο άνθρωπος που είναι μέσα στη ζωή και μέσα στις απολαύσεις και με παιδιά, με μεγάλη οικογένεια, με κτήματα, με ζωή πλούσια και όμορφη και συγχρόνως ο αναχωρητής, αυτός που τα παρατάει όλα και φεύγει, εξαφανίζεται και πάει σε μια στέπα για να βρει, για να ψάξει τον εαυτό του.
Ποιες είναι οι δύο γυναίκες που συναντάμε στο πρόσωπο της Καρένινα;
Η γυναίκα που θέλει να είναι τίμια απέναντι σε αυτό που ζει, τίμια απέναντι στον εαυτό της από τη στιγμή που υπάρχει αυτό που υπάρχει με τον Βρόνσκι, το οποίο είναι πολύ μεγάλο, γιατί και εκείνος κάνει πολλές θυσίες για να είναι μαζί της, είναι συνάντηση, είναι ο ένας για τον άλλον. Αυτή η γυναίκα που θέλει να ζήσει αληθινά σύμφωνα με την καρδιά της, είναι και η μητέρα που εξαιτίας της κοινωνίας δεν μπορεί να είναι με το παιδί της και να ακολουθήσει τον έρωτά της, λένε ότι δεν πάνε μαζί αυτά τα δύο. Θα μπορούσαμε όμως να το δούμε και αλλιώς, η γυναίκα που θέλει να ζήσει καθαρά και ακέραια και με στόχο την αγάπη και την αλήθεια, σε μία συνθήκη όπου οι φίλες της, ας πούμε, θα μπορούσαν να τα συνδυάσουν πολύ διπλωματικά και να έχουν έναν εραστή και συγχρόνως όμως να εμφανίζονται με τον άντρα τους και να υποκρίνονται ότι είναι όλα καλά. Έρχεται σε σύγκρουση με αυτό και στον ίδιο τον Καρένιν λέει «δεν θέλω άλλα προσχήματα, δεν αντέχω άλλα ψέματα». Ζει με μια βαθιά επίγνωση ότι αυτό προκαλεί πόνο και μπορεί να προκαλέσει και καταστροφή. Αλλά η ίδια πρώτα για τον εαυτό της έχει δεχτεί ότι αν ο θάνατός της μπορεί να λυτρώσει τους πάντες, θα πάει εκεί.
Αποφάσισε λοιπόν ο Αργύρης να ανοίξει την ιστορία της Άννας με μία σεκάνς τεσσάρων απανωτών ονείρων, όπου ξυπνάει από το πρώτο, μέσα στο δεύτερο και είναι εφιαλτικό, νομίζει ότι ξυπνάει και είναι στην πραγματικότητα αλλά δεν είναι, είναι στο επόμενο όνειρο και μετά ξυπνάει ξανά και είναι στο επόμενο όνειρο. Εγώ το θεωρώ ευφυές αυτό. Καταρχήν ανοίγει μια πόρτα στο ασυνείδητο. Δηλαδή λέει στην παράσταση ότι θα ασχοληθούμε με το ασυνείδητο και έτσι δίνει μια ευκαιρία να γίνει μια κάπως πιο τολμηρή και πιο ακραία ακτινογραφία της ψυχής της, το οποίο ομολογώ ότι είναι πολύ δύσκολο. Ήταν δύσκολο και σκηνοθετικά να πάρουμε αποφάσεις ως προς το πώς θα γίνει. Η Ιώ ήταν πολύ θαρραλέα, αλλά και η Αλεξάνδρα Καζάζου που κάνει την κίνηση ήταν πάρα πολύ εμπνευστική γιατί όντως έπρεπε να βρεθεί μια γλώσσα ποιητική.
Πότε ένιωσες ότι την κατάλαβες, ότι την κατέκτησες αυτή την ηρωίδα;
Δεν νομίζω ότι την κατέκτησα εγώ, νομίζω ότι με κατέκτησε αυτή. Ξέρω ότι με έχει βουτήξει από τα μαλλιά και με πάει προς κατευθύνσεις, οι οποίες είναι ακραίες. Ειδικά στο δύσκολο κομμάτι των ονείρων και σε αυτές τις υπερβατικές συναντήσεις με τον Λέβιν, που είναι σ’ έναν χώρο του υποσυνειδήτου, εκεί κλονίστηκα και το είπα στα παιδιά. Αυτές τις σκηνές τις έχει φτιάξει ο Αργύρης με αφορμή τη μορφίνη που παίρνει. Αυτή όντως παίρνει μορφίνη και το παρατηρήσαμε στη δεύτερη, τρίτη ανάγνωση του έργου του Τολστόι. Έχει ξεκινήσει από τη γέννα όπου της έδωσαν οι γιατροί και στη συνέχεια έγινε ένας μικρός εθισμός.
Πάντως αυτό νιώθω, ότι αυτό το πλάσμα με έχει βουτήξει, με βουτάει από την καρδιά, εκεί είναι το κέντρο για μένα και έτσι το δουλέψαμε κιόλας και αυτό το χρωστάω στην Αλεξάνδρα Καζάζου. Μου άνοιξε έναν κόσμο μέσα από τη δική της παιδεία που έχει να κάνει με αυτό, σωματική καθαρά, και πρέπει να την παίζω συνέχεια με πολύ ανοιχτή καρδιά προς όλα, προς τον χώρο, προς τον κόσμο, το κοινό φυσικά, τους παρτενέρ μου. Αυτό είναι το νούμερο ένα, υπάρχει τρομερή ανοιχτωσιά και γενναιοδωρία εκεί. Και αυτό είναι διττό, γιατί το άνοιγμα μπορεί να σε γεμίσει ενέργεια, αλλά σε κάνει και ευάλωτο, μπορεί να πληγωθείς.
Αυτό το νόημα που όλοι αναζητούμε, αυτό το τόσο υπαρξιακό κομμάτι που για την Άννα κρύβεται στην αλήθεια, στην καθαρότητα, για σένα έχει να κάνει με αυτά ή κρύβεται κάπου αλλού;
Δεν ξέρω τι είναι, δεν ξέρω πού το βρίσκεις. Για μένα προσωπικά νομίζω ότι έχει να κάνει και με τον Θεό και με την αγάπη. Και για την Άννα έχει να κάνει με την αγάπη. Δηλαδή η λέξη που χρησιμοποιεί προς το τέλος δεν είναι έρωτας, είναι αγάπη. Δεν μπορώ να πω ότι το έχω βρει, δεν μπορώ να πω ότι μπορώ να το ονομάσω και να πω αυτό είναι, δηλαδή ακόμα και το να μιλάς για Θεό είναι μεγάλο πράγμα. Είναι μια αναζήτηση και δική μου. Αυτό που έχει αξία είναι να αναρωτιέσαι. Το θέατρο με έχει βοηθήσει πάρα πολύ σε όλα αυτά γιατί και σε ό,τι παίζουμε δεν έχω πει ποτέ «το βρήκαμε εντάξει, τώρα έγινε η ερμηνεία». Ξέρω ότι έχει αξία να το ψάχνω στο εδώ και τώρα της παράστασης με παρόντες ανθρώπους που το βλέπουν και δημιουργώντας μια σχέση μαζί τους. Γι’ αυτό πηγαίνω στο θέατρο να παίξω και όχι επειδή κάτι έχω βρει και θέλω να το δείξω. Θεωρώ ότι ο τρόπος λειτουργίας του ότι είναι πολύ κοντά σε όλα αυτά γιατί αυτό που προσπαθείς να δημιουργήσεις είναι σχέση, με τον παρτενέρ σου, με τον ήρωα που πρέπει να παίξεις, με το κείμενο, με τον εαυτό σου, με το που θα συναντιέσαι με αυτόν τον ήρωα που έχεις να παίξεις, με το κοινό. Για μένα υπαρξιακά, φιλοσοφικά είναι όλα σχέσεις.
Μέσα σε όλο αυτό έχετε εντάξει και τη συνθήκη του πάρτι με τους θεατές να μεταμορφώνονται σε καλεσμένους που φορούν μάσκες. Αυτό πώς προέκυψε σαν ιδέα;
Αρχικά υπήρχε η επιθυμία με κάποιον τρόπο να συνομιλήσουμε με όλο το θέατρο, με τον χώρο, γιατί στην πραγματικότητα είναι η πρώτη δουλειά των ΠΥΡ που γίνεται για το Θησείο. Η προηγούμενή μας δουλειά, η «Αρκουδοράχη» είχε παιχτεί στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, οπότε θέλαμε να εκμεταλλευτούμε όλο τον χώρο, να παίξουμε παντού, κάπως να επαναπροσδιορίσουμε τη σχέση μας με το κοινό.
Παράλληλα υπάρχει αυτή η συνθήκη του «τι είναι θέατρο», «τι είναι αλήθεια;». Θα μπει και ο θεατής μέσα στο παιχνίδι, θα γίνει λίγο και αυτός ήρωας τολστοϊκός. Υπάρχει συνέχεια αυτό το παιχνίδι, το οποίο είναι γοητευτικό, έχει να κάνει και με το θέατρο αυτό καθεαυτό, είναι γιορτινό, το οποίο μ’ αρέσει πάρα πολύ γιατί έτσι πρέπει. Όταν ανοίγει το θέατρο και έρχεται ο κόσμος, ο οποίος έχει πληρώσει, έχει ετοιμαστεί, έχει συναντήσει τους φίλους του για να ρθει, είναι μια μικρή γιορτή.
Η πορεία σου θεατρικά μέσα στα χρόνια με την ομάδα ΠΥΡ φαίνεται να δικαιώνει με έναν τρόπο αυτή την πεποίθησή σου.
Για μένα η ομάδα είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να ισχύει ως συνθήκη στο θέατρο. Έτσι έχουμε μεγαλώσει, με το καλημέρα σας στο θέατρο ήμασταν σε ομάδες. Ακόμα και η πρώτη μου δουλειά που ήταν με τον Γιώργο Μιχαηλίδη με παιδιά από τη σχολή και μετά ήταν το Αμόρε που λειτουργούσε σε μια συνθήκη ομάδας, η Πειραματική με τον Στάθη Λιβαθινό. Και με τους ΠΥΡ τώρα κάνουμε και άλλες δουλειές και το θεωρούμε πολύ υγιές και αναγκαστικό πρακτικά – οικονομικά. Έχω υπάρξει και σε άλλους θιάσους αλλά το χρειάζομαι αυτό στη ζωή μου, να υπάρχει σαν μια βάση.
Το να υπάρχεις σε μια ομάδα πάνω από 12 χρόνια πέρα από ένα πλαίσιο «ασφάλειας», αποτελεί και δέσμευση – ευθύνη στο πλαίσιο ενός κοινού οράματος;
Αισθάνομαι ότι στη συγκεκριμένη ομάδα δεν μας είναι καθόλου δύσκολο αυτό. Υπάρχει κοινή αναζήτηση, υπάρχει κοινό γούστο, ήθος, κοινά ερωτηματικά σε σχέση με τον κόσμο, κοινά βάσανα. Πάντα υπάρχει ένας πολύ ανοιχτός διάλογος και χώρος για τον καθένα. Με τον Αργύρη είμαστε μαζί και στη ζωή και τον θαυμάζω, συμφωνούμε πάρα πολύ σε σχέση με το τι κατεύθυνση θα θέλαμε να έχει η ομάδα, το ρεπερτόριο, τι μας αφορά κάθε στιγμή, όπως και με την Ιώ. Για να συντηρηθεί αυτό, το καταλαβαίνω ότι είναι σαν γάμος, έχει ευθραυστότητα, τρομερές ισορροπίες, αλλά υπάρχει ανοιχτωσιά, κατανόηση και μια αίσθηση ελευθερίας. Είμαστε τυχεροί σ’ αυτό και στο ότι έχουμε πάει καλά ως ομάδα αλλά δεν υπάρχει ασφάλεια. Όσα έχουμε τρέξει μέχρι στιγμής ήταν επιχορηγούμενες παραστάσεις και καταφέρναμε να κάνουμε τις παραγωγές με μικρές αμοιβές, δίκαια προς όλους και σε κάποιες περιπτώσεις να υπάρχει κάποιο κέρδος από τα εισιτήρια. Φέτος είναι η πρώτη φορά που υποστηρίζει την παραγωγή ανεξάρτητος παραγωγός γιατί συνέβησαν κάποια πράγματα με τις επιχορηγήσεις, τα οποία δεν είναι καθόλου τιμητικά. Για μένα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό, έχω αγωνία και θέλω να πάνε όλα καλά.
Επιλέγετε να κλείσετε την ιστορία της Καρένινα επί σκηνής με έναν συγκινητικό τρόπο, χωρίς να αναφερθείτε πολύ στην αυτοκτονία, ρίχνοντας όμως τον προβολέα στο τώρα. Ποια ήταν η σκέψη πίσω από αυτό;
Υπήρχε ένα κράτημα απέναντι στην αυτοκτονία. Θυμάμαι το διαβάζαμε και λέγαμε πόσο στενάχωρο είναι και πόσο κρίμα να καταλήξει εκεί, σαν να υπήρχε μια κρυφή επιθυμία να το αφηγηθούμε μεν, γιατί έχουμε κρατήσει και προς τιμήν του Τολστόι τις τελευταίες λέξεις, αλλά μέχρι εκεί. Είναι πολύ σημαντικό, γιατί την τελευταία στιγμή είπε «τι κάνω;». Και πάλι διχασμένη αυτή η ηρωίδα. Είχαμε την ανάγκη όμως να το ανατρέψουμε κατά κάποιο τρόπο και κάπως έτσι ήρθε η ιδέα της ανοιχτής πόρτας προς την αληθινή ζωή. Αφού έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε θέατρο και με τη φαντασία μας να φτιάχνουμε κόσμους, σαν να λέμε «δεν θα δείτε άλλο αίμα, η ζωή είναι ωραία».
Άλλο αίμα γυναίκας κιόλας…
Ακριβώς. Της το χρωστάγαμε στο τέλος. Η ιστορία αυτή έχει τέτοια χαρακτηριστικά, δηλαδή είναι ένας αγώνας χειραφέτησης τον 19ο αιώνα. Δηλαδή φαντάσου πόσο όλο αυτό αποτυγχάνει και καταλήγει στην απώλεια της ζωής, γιατί στο τέλος εχθροί είναι όλη η κοινωνία.
Άρα νιώθεις ότι τελικά αυτή η κοινωνία έδωσε με έναν τρόπο τέλος στη ζωή της;
Ναι, νομίζω ότι με αυτό είχε να παλέψει με τον τρόπο που ήταν δομημένες οι συμβάσεις αυτής της κοινωνίας και οι απαιτήσεις της απέναντι σε μία γυναίκα και απέναντι στον τρόπο που θα μπορούσε να κουκουλώσει μια χαρά και την ενδεχόμενη απιστία της και να ζει όπως όλες οι άλλες. Εκεί είναι η βαθιά ρήξη. Ήταν αποκλεισμένη, ήταν αποδιοπομπαίος τράγος, ήταν για να απομονωθεί, να μην βλέπει άνθρωπο. Εκεί την οδηγούσαν.
Μιλάμε για την ιστορία ενός μυθιστορήματος, αλλά αυτές οι εικόνες, όσο βγαλμένες κι αν είναι από μια άλλη εποχή, είναι φοβερό το πόσες ομοιότητες βρίσκουμε με το τώρα.
Εγώ πιστεύω ότι το θέμα μιας γυναίκας, η οποία μπορεί να διαλύσει τον γάμο της για έναν άλλον άντρα άρα και να προκαλέσει και ενός είδους «ταραχή» στη σχέση με το παιδί της, ειδικά όταν υπάρχει παιδί, είναι θέμα ταμπού και σήμερα. Νομίζω ότι και σήμερα την απιστία της γυναίκας μάνας την αντιμετωπίζουμε διαφορετικά από την απιστία του άντρα. Και δεν αντιλέγω ότι όντως το μεγάλο βουνό που κρύβεται πίσω από όλα αυτά λέγεται μητρότητα. Και δεν αντιλέγω ότι η μητρότητα είναι πιο βεβαρημένη από την πατρότητα. Δηλαδή όλοι καταλαβαίνουμε ότι εκεί σαν να υπάρχει μια μεγαλύτερη ευθύνη, μια μεγαλύτερη προϋπόθεση αυτοθυσίας. Όλοι τα σκεφτόμαστε αυτά και όλοι στην αρχή αν μας πουν «τα παράτησε όλα και έφυγε, και το παιδί έμεινε με τον πατέρα του για ένα μήνα και δεν ήξερε μετά αν θα πάρει διαζύγιο». Όλοι θα πούμε «Ωχ και άφησε το παιδί;».
Εγώ δεν έχω παιδιά, δεν έχω αυτή την εμπειρία, αλλά βλέπω γύρω μου έναν τρομερό αγώνα που κάνουν οι γυναίκες που έχουν παιδιά. Τι ενοχή και τι διχασμό μπορεί να βιώνει μια γυναίκα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο και δεν υπάρχει βοήθεια. Όλοι θέλουν να κάνεις τη δουλειά σου, να είσαι αποτελεσματική, να μην λείπεις, να είναι το μυαλό σου εκεί. Ο καπιταλισμός είναι πολύ σκληρός, δεν καταλαβαίνει από τέτοια, έχει καταπατήσει την ανθρωπιά.












