Αντιγράφω -αφού, εννοείται, πήρα πρώτα την άδειά του- μια ανάρτηση φίλου:
«Aπό μεγάλες προσωπικές στιγμές επιτυχίας, πριν πολλά χρόνια τα είχα με μια κοπέλα και μια μέρα είχε δικούς της προσωπικούς λόγους να είναι στενοχωρημένη, πολύ στενοχωρημένη. Ε, και βρεθήκαμε να πάμε μια βόλτα μπας και ξαλεγράρει κάπως… Πέρασε η ώρα, νύχτωσε, αλλά δεν είχε αλλάξει κάτι, ήταν πολύ στεναχωρημένη παρ’ όλη τη βόλτα και την κουβέντα… Αφού βράδιασε και την γύρναγα σπίτι, εγώ πολύ ερωτευμένος και ελεεινά καυλωμένος -που θα λεγε κι ο Σεφέρης- με ύφος τάχα μου στενάχωρο για να είμαι στο μουντ, της πετάω το πρωτοφανές και αμίμητο και -με μια ψύχραιμη ματιά κάποιας άλλης ώρας- μάλλον ντροπιαστικό, μήπως θες της λεω να κάνουμε έρωτα να νιώσεις καλύτερα; Γύρισε και με κοίταξε, ε και ακόμα θυμάμαι το ύφος της… Ε, αυτά που λέτε…».
Είναι λίγες μέρες που έχω διαβάσει την ανάρτηση και κάπως μου έχει κολλήσει. Δεν είμαι σίγουρος για τι ακριβώς. Γράφω εδώ για να το σκεφτώ. Υπάρχει σίγουρα το προφανές, ότι έχουμε να κάνουμε με δυο διαφορετικά μήκη κύματος ως δυο διαφορετικά σύμπαντα, υπάρχει το προφανές της αιώνιας κωμωδίας των φύλων και των ερωτικών σχέσεων, αλλά τελικά υπάρχουν και τόσα ανοιχτά νοήματα, που ίσως τελικά η προσπάθεια ερμηνείας το μόνο που κάνει είναι να τα περιορίζει. Αλλά κάθε φορά που προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κάτι, από ταινία και βιβλίο ως οτιδήποτε εκτός τέχνης και εντός πραγματικής ζωής, δεν το στενεύουμε εξ ορισμού; Άλλη μία τώρα λοιπόν.
Παρά τα διαφορετικά μήκη κύματος, η αφήγηση ξεκινάει από αληθινή έγνοια και ενδιαφέρον για το πρόβλημα του άλλου. Δεν υπάρχει κάποια αδιαφορία εδώ, δεν υπάρχει κανένα δεν με νοιάζει τι έχεις. Με νοιάζει και με παρανοιάζει και για αυτό προσπαθώ να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα. Όσο υπάρχει η βόλτα, η συζήτηση κλπ, είναι η δική σου ανάγκη σε πρώτο και κυρίαρχο πλάνο, σε ένα δεύτερο όμως εξυπηρετώ ταυτόχρονα και τη δική μου ανάγκη ως συντρόφου σου να σου σταθώ. Γιατί κι αυτό ανάγκη είναι – και το στέκομαι στον σύντροφό μου δικά μου πράγματα καλύπτει. Όπως γενικότερα δικές μας ανάγκες καλύπτει κάθε αλτρουισμός, αλληλεγγύη, αυτοθυσία, χωρίς αυτό εννοείται να αναιρεί, σχετικοποιεί ή λερώνει την αυταξία τους και το πρόσημό τους.
Και κάπου εκεί έρχεται στο φως μια ανάγκη μου πολύ πιο ξεκάθαρα εγωιστική από την προηγούμενη, η επιθυμία μου να κάνουμε έρωτα, η οποία όμως -κι αυτό κάνει τελικά την ανάρτηση απολαυστική και αποκαλυπτική- δεν κρύβει από πίσω της τερματισμό του ενδιαφέροντος για τον άλλο, ούτε προβάλλει στο μυαλό μου με όρους αρκετά ασχοληθήκαμε με το πρόβλημά σου, σειρά μου τώρα κι εμένα να κοιτάξω την πάρτη μου. Αντίθετα το σκεπτικό -το δηλωμένο και το αδήλωτο- είναι πως αφού το θέλω τόσο εγώ και αφού είναι τόσο ωραίο στο μυαλό μου, και προφανώς και γενικά είναι τόσο ωραίο, γιατί να μην είναι ωραίο και τώρα, γιατί να μην σου κάνει κι εσένα καλό τώρα; Και γυρνάει και τον κοιτάει με το ύφος που γύρισε και τον κοίταξε. Και εκ των υστέρων σκέφτεται κι ο ίδιος τι πήγε και της είπε εκείνη την ώρα.
Έφταιγε λοιπόν εκείνος που δεν μπορούσε να συντονιστεί μαζί της; Έφταιγε μήπως κι εκείνη που δεν του επέτρεψε να βρει την ακριβή της συχνότητα; Μήπως πολύ πιο απλά δεν έφταιγε κανείς; Η περιβόητη διαφορά μεταξύ του πονώ και του συμπονώ, του αισθάνομαι και του συναισθάνομαι. Ο πόνος του άλλου δεν μπορεί ποτέ να είναι δικός μας. Ο πόνος του και το συναίσθημά του είναι δικά του και μόνο. Κι αντίστοιχα ο δικός μας πόνος και το δικό μας συναίσθημα είναι δικά μας και μόνο. Οι άλλοι μπορεί να νοιάζονται, να στεναχωριούνται, να συμπονούν, αλλά όχι να πονούν τον δικό μας πόνο ή να αισθάνονται αυτό ακριβώς που αισθανόμαστε. Ακόμα και η πρόταση να της κάνει έρωτα δεν ήταν εξ ορισμού ό,τι να ΄ναι. Αν εκτός από το να της συμπαραστέκεται και εκτός απ’ το να ξέρει ότι είναι χάλια, είχε έναν τρόπο να ξέρει και τι ακριβώς συνεπάγεται μέσα της -και μάλιστα όχι γενικά και αφηρημένα αλλά ειδικά και συγκεκριμένα- εκείνη τη στιγμή το χάλια της, δεν θα της το πρότεινε ποτέ.
Δεν είχε όμως τρόπο να ξέρει. Γιατί ο κάθε άνθρωπος είναι ένα ξεχωριστό σύμπαν. Είμαστε κατασκευασμένοι έτσι ώστε αυτό που παίζει στο μυαλό μας να μην βγαίνει προς τα έξω. Η ασταμάτητη μετάδοση γίνεται σε κλειστό εσωτερικό κύκλωμα. Κάπως έτσι, ενδεχομένως ακόμη και οι πιο αρμονικές σχέσεις ζευγαριών ή φίλων μιας ζωής, να μην βασίζονται τόσο πολύ στο ότι ο ένας άνθρωπος έχει μπει μέσα στα άδυτα του εσωτερικού κόσμου του άλλου και τον έχει καταλάβει βαθιά, αλλά σε μια αμοιβαία παρανόηση και ψευδαίσθηση του σε ξέρω πλήρως και με ξέρεις πλήρως.
Δεν είναι απαραίτητα απαισιόδοξα ή κυνικά όλα αυτά. Υπάρχει άνθρωπος που θα ήθελε πραγματικά να μπορεί ο οποιοσδήποτε άλλος να έχει πρόσβαση σε κάθε σκέψη του, σε κάθε φόβο του, σε κάθε επιθυμία του, σε κάθε αδιαφορία του; Ή μήπως έχουμε όντως πρόσβαση εμείς οι ίδιοι; Ή μήπως στις διάφορες ψυχοθεραπείες καταλήγουμε ποτέ σε ένα σημείο συνειδητοποιήσεων που επιφέρουν ριζικές μεταβολές; Αυτό πάλι σημαίνει ότι δεν πρέπει να προσπαθούμε; Όχι. Και να σκάβουμε τα μέσα μας πρέπει και να προσπαθούμε να κάνουμε τους άλλους να νιώσουν καλύτερα. Αλλά κάπου μάλλον υπάρχουν όρια. Το όριο της ψυχοθεραπείας. Το όριο της επικοινωνίας. Το όριο της συμπόνιας. Το όριο του νοιαξίματος. Το όριο της επίδρασης. Το όριο της ίδιας της αγάπης. Σε ένα θεωρητικό επίπεδο θα θέλαμε να είναι όλοι καλά στον κόσμο. Σε ένα πολύ πιο πρακτικό, σίγουρα θα θέλαμε να είναι καλά τουλάχιστον οι δικοί μας άνθρωποι. Δεν μπορούμε όμως να κάνουμε καλά τους άλλους. Μπορούμε ίσως παραδόξως να τους κάνουμε πιο εύκολα κακό από καλό, αλλά ακόμα κι αυτό έχει ευτυχώς το δικό του όριο.
Ειδικότερα πάντως στα ζευγάρια, το θέλω να είναι ο άλλος καλά, είναι επίσης εντελώς εγωιστικό. Θέλω να είναι καλά, γιατί αν δεν είναι, κάτι δεν κάνω εγώ καλά, κάπου δεν είμαι εγώ αρκετός. Θέλω να είναι καλά, γιατί στην τελική ζευγάρι είμαστε, και, τι διάολο, οφείλει να είναι καλά, είναι μέρος του συνολικού ντιλ, δεν τον διάλεξα για να μην είναι καλά, ποιος θέλει να είναι με κάποιον που δεν είναι καλά ή που δεν μπορεί να τον κάνει ο ίδιος να είναι καλά;
Αυτός όμως ο απέραντος και μαζί υποκριτικός εγωισμός του έρωτα, δεν είναι τίποτα άλλο από μια υποκατηγορία του απέραντου και μαζί υποκριτικού εγωισμού μας στα πάντα. Δηλαδή στις υπόλοιπες σχέσεις εξετάζουμε τα πράγματα έξω από τον άξονά μας, βγάζοντάς μας απ’ την εικόνα και ενδιαφερόμενοι αποκλειστικά για τον άλλο; Ας πάρουμε την πιο υπεράνω υποψίας σχέση, τη σχέση μας με τα παιδιά μας, όσοι έχουμε. Αναφορικά με τα θέλω μας για εκείνα, έχει φύγει από τη μέση το εγώ μας; Θέλουμε ας πούμε να πάνε καλά στο σχολείο και τις εξετάσεις και τελικά στη ζωή τους για το δικό τους καλό και μόνο; Οι επιτυχίες τους, οι διακρίσεις τους, ή η έλλειψή τους, δεν αντανακλούν πάνω μας; Θέλουμε απλά να είναι καλά; Μακάρι να θέλουμε μόνο αυτό. Γιατί αν η κτητικότητα στον έρωτα είναι ένα πράγμα, η κτητικότητα στις σχέσεις με τα παιδιά είναι πιο αυτονόητη και άρα και πιο αχαλίνωτη. Ένα παιδί δεν μπορεί ποτέ να μετατραπεί στο πρώην σου παιδί. Η κτητική αντωνυμία θα είναι πάντα παρούσα. Κι εσύ ο νυν γονιός του. Όσο για τον δικό του ψυχικό κόσμο, ό,τι κι αν λέμε, ό,τι κι αν νομίζουμε, όσο κι αν βαυκαλιζόμαστε, αυτός κι αν είναι άγνωστη χώρα, κι ίσως αυτόν θα προσπαθούν και τα ίδια μια μέρα να εξηγήσουν στους ψυχοθεραπευτές του μέλλοντός τους, ψάχνοντας τότε να δουν σε ποιον βαθμό ευθύνονται οι γονείς τους που είναι όπως είναι, με μια αγωνία, λες και αυτή θα είναι τότε η κρίσιμη υπό διαμόρφωση σχέση και όχι η άλλη, η άλλη που την ίδια ώρα θα διαμορφώνεται με τα δικά τους παιδιά.
Δεν μπορούμε ποτέ να μπούμε μέσα στο μυαλό των άλλων. Θέλοντας όμως και μη, μπαίνουμε στο μυαλό των παιδιών μας, γράφοντας ανεξίτηλα μέσα τους γραφές, που εκείνα θα μεγαλώσουν θεωρώντας τες δικές τους.
