Είμαι στο καράβι για το νησί. Η είδηση του θανάτου του αξέχαστου Μίκη Θεοδωράκη μονοπωλεί το ενδιαφέρον μου. Τα μάτια μου κουρασμένα από την ανάγνωση στην οθόνη του κινητού μου κραυγάζουν για λίγη ξεκούραση.

Σηκώνω το βλέμμα μου και το περιφέρω δίχως σκοπό. Κάποιοι διαβάζουν, κάποιοι ακούνε μουσική, κάποιοι με κλειστά μάτια ελπίζω να ονειρεύονται, κάποιοι κοιμίζουν στην αγκαλιά τους μικρά μωρά. Σηκώνω το βλέμμα στη μικρή οθόνη πάνω από το κεφάλι μου. Μερικοί αθλητές, 4 για την ακρίβεια, με κλειστά τα μάτια τους, φορώντας την αθλητική τους περιβολή μπαίνουν στο γήπεδο. Ίσως αν τα μάτια τους δεν ήταν κλειστά, ίσως αν αυτές οι μάσκες που φοράνε στο πρόσωπό τους σα να παίζουν τυφλόμυγα ήταν απούσες, να απέστρεφα και πάλι τη ματιά μου και να συνέχιζα για άλλη περισσότερο ξεκούραστη αναζήτηση. Δίπλα τους σχεδόν κολλημένοι πάνω τους οι συνοδοί τους. Δεν το ξέρω αλλά το διαβάζω. Και τότε είναι που καταλαβαίνω αυτό βλέπω.

Alessio Soggetti

Το χέρι του ακουμπάει στο σημείο έναρξης. Του το κατευθύνει ο συνοδός. Στο χέρι του μια κορδέλα. Δεμένη σε κόμπο με την κορδέλα του συνοδού του. Έχει και αυτός την ίδια. Έναρξη και ξεκινούν. Τρέχουν σαν τον άνεμο. Δεν το ξέρω. Δεν είμαι εκεί για να αντιληφθώ την ταχύτητα του ανέμου αλλά το νιώθω. Η καρδιά μου χτυπάει. Τρέχουν με πάθος, τρέχουν για όνειρο. Του ενός. Αλλά τρέχουν μαζί. «Δεμένοι». Σε μια κορδέλα ορατή αλλά με μια αόρατη δύναμη. Ο δρόμος χαράσσεται στα πόδια του Γκαβέλα από την κορδέλα. Νιώθει το βήμα τους. Νιώθει τον αέρα και τη βροχή που εκείνη την ώρα πέφτει από τον ουρανό του Τόκυο. Αφουγκράζεται, συμπορεύεται, δίπλα δίπλα. Δύο σώματα, μια ανάσα. Δύο μάτια, τέσσερα πόδια. Ο Γκαβέλας δεν βλέπει. Είναι τυφλός από τα 10 του. Και το δικό μου μυαλό τρέχει.

Τον φαντάζομαι όταν αρχίζει να θολώνει η ματιά του διαβάζοντας το μάθημά του. Τον φαντάζομαι τη στιγμή που ακούει τη διάγνωση για τη νόσο του Stargardt. Τον φαντάζομαι εκείνα τα πρώτα χρόνια να παλεύει να ξαναβρεί τα πατήματά μου σε έναν κόσμο που βλέπει αλλά δεν φαντάζεται, που ακούει αλλά εν συναισθάνεται, που περπατάει αλλά δεν συμπορεύεται.

Ένας Έλληνας ανάμεσά τους. Θανάσης Γκαβέλας. Τρέχει και κόβει την κορδέλα. Κόβει μια άλλη κορδέλα. Εκείνη του τερματισμού. Και γίνεται το θαύμα.  Όχι μικρό αλλά τεράστιο. Τυλιγμένο σε μια κορδέλα που μοιάζει με το μεγαλύτερο δώρο. Όχι για μένα. Όχι μόνο για εκείνο τον υπέροχο αθλητή και το συνοδό του. Αλλά για όλους μας. Ο Θανάσης Γκαβέλας στον τελικό των 100 μέτρων Τ11 στον στίβο όπου στον τελικό τερμάτισε σε χρόνο 10.82 που είναι παγκόσμιο ρεκόρ!

Κοιτάζω γύρω μου. Το ίδιο ένιωσε και κάποιος άλλος παιδιά αυτό ή με έχουν γελάσει τα μάτια μου; Μα όχι, όλοι σκυφτοί συνεχίζουν αυτό που έκαναν. Μόνο ένα ζευγάρι γλυκά μάτια δίπλα μου, είναι καρφωμένα πάνω μου. «Μαμά, ντρέπομαι για όλα τα δε μπορώ που έχω ξεστομίσει» θα μου πει.

Cover photo: ©andrewslifkin, Unsplash