2 Μαρτίου, 2012
Roseland Ballroom, Νέα Υόρκη
Η πρώτη ανάμνηση που έχω από εκείνη είναι να κάνει βόλτες στους δρόμους της Νέας Υόρκης, στο πίσω μέρος ενός φορτηγού και να ζητωκραυγάζει Big Time Sensuality -το τέταρτο single από το άλμπουμ της Debut. Αυτό που θυμάμαι να με είχε ενθουσιάσει και εκπλήξει τότε στην Ισλανδή Björk Guðmundsdóttir, ήταν τα τρελά κοτσιδάκια της. Ήταν 1993. Ήμουν 9 χρονών. Ήταν η εποχή που η τηλεόρασή μας έπιανε (παράνομα και τζάμπα) MTV. Ήταν η εποχή που το MTV έπαιζε ακόμα μουσική.
2012 και η Björk βρέθηκε και πάλι στη Νέα Υόρκη, αυτή τη φορά για ένα residency ενός μήνα με αφορμή την τελευταία της δουλειά. Το Biophilia, είναι ένα πρωτοποριακό project όχι μόνο μουσικά και θεματικά, αλλά και ως προς την εκτέλεση και τη διανομή του, καθώς βαφτίστηκε επίσημα το πρώτο “app album“: μία διαδραστική multimedia συλλογή αποτελούμενη από μια σειρά από εφαρμογές για το iPhone και το iPad, μέσω των οποίων ο χρήστης μπορεί να ακούσει τη μουσική, να μάθει για το άτομο και το σύμπαν, και να δημιουργήσει-αλληλεπιδράσει με τα τραγούδια, ανατρέποντας τις καθιερωμένες, συμβατικές μουσικές δομές. Η θεματολογία του Biophilia περιστρέφεται γύρω από την πρωτόγονη και αέναη σύνδεση του ανθρώπου με τη φύση (ποιος άλλος πιο κατάλληλος να μιλήσει γι’ αυτό από έναν Ισλανδό;), αλλά και γύρω από την διαρκώς εξελισσόμενη σχέση του με την τεχνολογία και, φυσικά, τον ήχο και την μουσική. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 2011, η ιδέα όμως είχε ήδη γεννηθεί από το 2008 (δύο χρόνια πριν από την κυκλοφορία του iPad). Όπως έχει δηλώσει κι η ίδια η Björk, προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο της “ανικανότητάς” της να τραγουδάει ταυτόχρονα, ενώ παίζει κιθάρα ή πιάνο, γεγονός που την οδήγησε στη χρήση των λεγόμενων lemur touch screens (συνηθισμένα εργαλεία για τη σύνθεση ηλεκτρονικής μουσικής). Αυτό, βέβαια, μέχρις ότου ο συγχωρεμένος Steve Jobs της έδωσε μια ακόμα καλύτερη εναλλακτική. Πέρα όμως από την δισκογραφική της και την Apple, η Björk εξεστράτευσε για το φιλόδοξο εγχείρημά της μια σειρά από ειδικούς: από μαθηματικούς, μουσικολόγους, επιστήμονες βιοϊατρικής, μηχανικούς ρομποτικής, μέχρι το National Geographic και τον ευγενή Sir David Attenborough (θυμήσου την ταινία της Αθηνάς Τσαγγάρη, “Attenberg”), ο οποίος ακούγεται σε ρόλο αφηγητή στην εισαγωγή του application: “Welcome to Biophilia. The love for nature in all of her manifestations… With Biophilia comes a restless curiosity, an urge to investigate and discover the elusive places where we meet nature… but much of nature is hidden from us, that we can neither see nor touch. Like the one phenomenon that can be said to move us more than any other in our daily lives: sound. Sound, harnessed by human beings, delivered with generosity and emotion, is what we call music. And just as we use music to express parts of us that would otherwise be hidden, so too can we use technology to make visible much of nature’s invisible world. In Biophilia, you will experience how the three come together: nature, music, technology. Listen, learn, and create.” – Sir David Attenborough, εισαγωγή στο Biophilia“.
Η ίδια ακριβώς εισαγωγή μας υποδέχτηκε και στο live, αφού πρώτα ένας άλλος Βρετανός βγήκε στη σκηνή και μας παρακάλεσε να αφεθούμε στην οπτικοακουστική εμπειρία του Biophilia και να την απολαύσουμε όχι μέσα από την οθόνη του κινητού μας (σε έναν αγώνα για το ποιος θα βγάλει τις καλύτερες φωτογραφίες και ποιος θα κάνει τα περισσότερα uploads στο youtube), αλλά με το να είμαστε παρόντες, όπως δηλαδή αρμόζει να βιώνει κανείς ένα οποιοδήποτε ζωντανό event. Επιπλέον, μας ενημέρωσε ότι η Björk έχει φροντίσει στην ιστοσελίδα της να υπάρχουν φωτογραφίες (τραβηγμένες από επαγγελματία φωτογράφο, παρακαλώ) διαθέσιμες για δωρεάν download. Με αυτή, λοιπόν, την επίκληση στο συναίσθημα, και πάνω από όλα τη λογική, κανείς δεν τόλμησε να σηκώσει κάμερα ψηλά στον αέρα. Άλλη μια απόδειξη του πόσο μπροστά είναι η Björk και του πόσο καλά έχει καταλάβει τους κανόνες του ψηφιακού 21ου αιώνα.
Η συγκεκριμένη βραδιά ήταν μία από τις 10 live εμφανίσεις της Björk στη Νέα Υόρκη – 6 στο μουσείο επιστήμης και τεχνολογίας New York Music Hall of Science, στο Queens και 4 στο μουσικό venue Roseland Ballroom στο Μανχάτταν, όπου και παρευρεθήκαμε. Στον μικρό και οικείο συναυλιακό χώρο, οι θεατές είχαμε συγκεντρωθεί από νωρίς αγκαλιάζοντας ασφυκτικά την κυκλική σκηνή. Εκεί μπορούσε να εντοπίσει κανείς μια άρπα (Zeena Parkins), διάφορα κρουστά (Manu Delagu), πλήκτρα (Max Weisel), δύο γιγαντιαία πηνία του Τέσλα και μια σειρά από ειδικά εμπνευσμένα μουσικά όργανα: ένα εκκλησιαστικό όργανο, το οποίο λειτουργούσε μέσω ενός MIDI controller, ένα επίμηκες εκκρεμές, το οποίο στην ταλάντωσή του παρήγαγε νότες, ένα τύπου γραμμόφωνο εν ονόματι “Sharpsichord”, ένα αιωρούμενο κρουστό, το “Hang”, καθώς και το “Gameleste” – ένα υβρίδιο τσελέστα και Ινδονησιακού gamelan. Φυσικά δεν έλειπε το iPad. Από ψηλά, 8 βιντεοοθόνες διπλής όψεως προέβαλαν συναρπαστικό και πολύχρωμο οπτικό υλικό, το οποίο διηγιόταν ιστορίες για τη μουσική, το ανθρώπινο σώμα, την γενετική, τη γεωλογία, τους πλανήτες, το διάστημα και το πώς όλα αυτά τελικά συνδέονται, αλληλεπιδρούν και συμπληρώνουν το ένα το άλλο.
Φορώντας ένα μεταλλικό μπλε, πλαστικό, μίνι φόρεμα, με επιπρόσθετους κονστρουκτιβιστικούς τονισμούς σε στήθος και γοφούς, πλατφόρμες και μια περούκα πορφυρή και νεφελώδες φουντωτή, η Björk έκανε δυναμική έναρξη με το Thunderbolt παιρνόντας ξεκάθαρα το μήνυμα ότι αυτή δεν θα είναι μια συναυλία σαν όλες τις άλλες. Για τα επόμενα 90 λεπτά μας χόρεψε – μεταξύ άλλων – στους ρυθμούς του Crystaline, αφιέρωσε το Volcano στο Eyjafjallajökull, μας πήγε πίσω στο χρόνο με το Hidden Place και το αγαπημένο Possibly Maybe, ενώ για φινάλε μας προέτρεψε να σηκώσουμε τη σημαία μας όλο και πιο ψηλά με το Declare Independence. Όλα αυτά φυσικά δεν τα έκανε μόνη της, αλλά υπό τη συνοδεία της 24-μελούς γυναικείας Ισλανδικής χορωδίας, Graduale Nobili, η οποία όχι μόνο συμπλήρωνε φωνητικά, αλλά προσέθετε και στην γενικότερη σκηνική παρουσία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας, η Björk και οι γυναίκες της πάλλονταν σε συνεχόμενες ρυθμικές κινήσεις, ενώ στριφογύριζαν φυσικά και οργανικά σε 360° – ακριβώς όπως η γη – δημιουργώντας διάφορους σχηματισμούς κι αντικρίζοντας το κοινό από όλες τις πιθανές κατευθύνσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα ονειρικό εικαστικό και μουσικό περιβάλλον, το οποίο μαγνήτιζε και απορροφούσε τον θεατή χωρίς δεύτερη σκέψη. Η Björk, με την πάντα αξεπέραστη και μοναδικά ηχηρή φωνή της, απέδειξε ότι ξέρει καλά τι εστί καλλιτέχνης: να μην επαναπαύεσαι στην οποιαδήποτε ζώνη ασφαλείας σου, ούτε να αναμασάς το ίδιο τετριμμένο υλικό, αλλά αντίθετα να είσαι ευέλικτος, να προσαρμόζεσαι στους καιρούς που αλλάζουν, να διαθέτεις μια ανεξάντλητη περιέργεια για ό,τι καινούριο και να προκαλείς πρώτα τον εαυτό σου και μετά του άλλους.
Και ναι. Είκοσι χρόνια μετά το ίδιο τολμηρό και απρόβλεπτα εκκεντρικό τρελοκόριτσο με τα κοτσιδάκια συνεχίζει να (με) εκπλήσσει και να (με) ενθουσιάζει.
*Εκτός από τις συναυλίες, η Björk είχε επιπλέον οργανώσει ένα εκπαιδευτικό εργαστήριο διάρκειας 3 εβδομάδων, αποκλειστικά για παιδιά, προκειμένου να εντρυφήσουν στα φυσικά φαινόμενα και να εξερευνήσουν τις διάφορες μουσικές κι επιστημονικές έννοιες. (Δείτε εδώ http://vimeo.com/33938841 βίντεο από την Ισλανδική εκδοχή του).
** To Biophilia έκανε πρεμιέρα το καλοκαίρι του 2011 στο Διεθνές Φεστιβάλ του Manchester (MIF). Η επόμενη πόλη που θα ακολουθήσει τη Νέα Υόρκη είναι το Buenos Aires.
