Κείμενο: Κατερίνα Κανέλλη
Η άνοδος του υδραργύρου απαιτεί τη συντροφία σκιάς. Η αναζήτηση λοιπόν μια σκοτεινής ζώνης κάτω από το αρμυρίκι, η οποία παρεμβάλεται στην πορεία των φωτεινών ηλιακών ακτινών, φέρει σε δεύτερο στάδιο την ανάγνωση δυο θερμόαιμων τίτλων. Πρόκειται για δυο βιβλία που τα χωρίζουν πολλά στοιχεία, τα ενώνουν όμως υψηλές θερμοκρασίες. Για να γίνω πιο κατανοητή, πίνοντας ζεστό τσάι το καλοκαίρι, δροσίζομεν ουρανίσκον…
Απ’την κάψα του μεσημεριού στο δείλι όπου σαύρες παραμόνευαν με τα πέτσινα πιγούνια τους πατικωμένα στα βράχια που δρόσιζαν και φυλάγονταν απ’τον κόσμο με λεπτά χαμόγελα και μάτια σαν ραγισμένα πέτρινα πιάτα. Εικόνα γεμάτη λεξικό σφρίγος ανάμεσα σε πολλές άλλες εξίσου ζωντανές, η οποία μας ταξιδεύει σαν αστραπή στην Άγρια Δύση. Ο μοναχικός πλην τίμιος καβαλάρης Λούκυ Λουκ, αν και πυροβολεί πιο γρήγορα και από τη σκιά του, θα έπεφτε νεκρός στις πρώτες γραμμές, καθώς στις σελίδες του αμερικανού συγγραφέα Κόρμακ ΜακΚάρθυ ανατρέπονται όλες οι συμβάσεις μιας καλοσυνάτης αφήγησης. Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο θεωρείται το ‘απόλυτο γουέστερν’. Ο Ματωμένος μεσημβρινός είναι ένα επικό μυθιστόρημα για τη βία και τη φαυλότητα που ακολούθησαν την κατάκτηση του Φαρ Ουέστ. Βασισμένο σε ιστορίες σκληρές και επώδυνες που συνέβησαν στα σύνορα Τέξας-Μεξικού το 1850, αναφέρεται στις περιπέτειες του Κιντ, ενός δεκατετράχρονου αγοριού το οποίο βρίσκεται να μεγαλώνει σε έναν εφιαλτικό κόσμο, όπου οι Ινδιάνοι δολοφονούνται μαζικά και όπου η αγορά των σκαλπ τους γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο επικερδής. ‘Ένα βιβλίο για δεινούς αναγνώστες, με σφικτή αφήγηση και συγκλονιστικές στις λεπτομέρειες τους εικόνες.
Σχεδόν στη μέση της νουβέλας του Καλφόπουλου, ο φιλέλλην Γερμανός, βασικός ήρωας και αφηγητής του βιβλίου, βρίσκεται καθισμένος δίπλα σε μια femme fatale που οδηγεί με άνεση μια παλιά μαύρη Μερσεντές 180 και στο πικάπ του αυτοκινήτου παίζει το Ciao Amore, με την Δαλιδά και τον Λουίτζι Τένκο. Στο Ένα παράξενο καλοκαίρι, η ζέστη είναι αφόρητη, το Tour de France έχει ξεκινήσει και το δόντι του Γερμανού πρωταγωνιστή κουνιέται…Η νουβέλα φαίνεται σαν να συνοδοιπορεί με το καλοκαιρινό μας παρόν και τα σχόλια του ήρωα για τους Έλληνες, περίεργος λαός με έντονα μεσογειακά και βαλκανικά χαρακτηριστικά. Αυθόρμητοι, συναισθηματικοί γλεντζέδες, αλλά και ξεροκέφαλοι, φαντάζουν άκρως επίκαιρα.
Ο Γερμανός ήρωας, ο «Έλληνας φίλος» και συνέταιρός του, η σύζυγός του Έλληνα, μία όμορφη γυναίκα σαν σταρ του ασπρόμαυρου κινηματογράφου, και ένας «σύντροφος» απ’ τα παλιά, συνθέτουν ένα carré bizarre σε μία νουβέλα που εκτυλίσσεται διαδοχικά σε τρεις διαφορετικές πόλεις: στο Αμβούργο, στην Αθήνα και στο Μόναχο.
Η υπόθεση ξεκινά σαν μία φαινομενικά απλή ετάπ ενός αγώνα ποδηλασίας, για τα καταλήξει σ’ ένα ντεμαρράζ των συγκρουόμενων συμφερόντων, των ενοχών και των συναισθημάτων, όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Στην τελική σκηνή, ο ήρωας συνειδητοποιεί πώς το μόνο που του απομένει, είναι να επιστρέψει ξανά εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στην πόλη, στο ποδήλατο, στη μοναξιά του αλλά και στην επικείμενη επίσκεψη στον οδοντίατρο…La boucle est bouclée.
