Δεν έχω γνωρίσει τη Σαντορίνη, όταν ήταν αλλιώς από αυτό που είναι σήμερα, όμως στην τωρινή μου επίσκεψη συνέχεια άκουγα ανθρώπους που αναπολούσαν ή μιλούσαν για το πώς ήταν κάποτε σε σχέση με το τώρα. Εδώ στο τώρα, ο λόγος για το ταξίδι μου στο νησί ήταν γιατί η Σαντορίνη φιλοξενεί την 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα. Χωρίς λοιπόν μνήμες και εικόνες από παλιά επισκέφθηκα σαν πρωτάρα το μέρος που φιλοξενεί τόσους πολλούς τουρίστες, διαθέτει πλέον πολλά ξενοδοχεία με πισίνα και τα «μπαλκόνια» της γίνονται το κατάλληλο ειδυλλιακό μέρος για γάμους, ανθρώπινες στιγμές και φωτογραφίσεις καθώς δύει ο ήλιος.
Εμένα όμως η πρώτη μου μέρα στο νησί ήταν εντελώς διαφορετική, γιατί επισκέφθηκα το Ακρωτήρι της Σαντορίνης, τη δική μας ας μου επιτραπεί Πομπηία, εκεί που συντελέστηκε πριν 3.700 χρόνια η μεγάλη «Μινωική έκρηξη» και η πόλη στο Ακρωτήρι θάφτηκε κάτω από τα ηφαιστειακά της υλικά. Λόγω και αυτής της ηφαιστειακής έκρηξης «σώθηκε» και μπορούμε να περιηγηθούμε στο Ακρωτήρι σήμερα, αφού τα ευρήματα επειδή καταχώθηκαν από ηφαιστειακά στρώματα κατάφεραν να διατηρηθούν και μάλιστα βρέθηκαν ακόμα και οργανικά αντικείμενα που συνήθως δεν αναδύονται σε ανασκαφές, όπως καλάθια και κουτιά από ξύλο.
Οι σεισμοί που προηγούνται της μεγάλης έκρηξης δικαιολογούν και το γεγονός ότι δεν έχουν βρεθεί στα ανασκαφικά ευρήματα ανθρώπινοι σκελετοί (σε αντίθεση με την Πομπηία) άρα και πιθανότατα οι άνθρωποι πνίγηκαν καθώς τους πέτυχε στο φευγιό για να πάρουν τα καράβια, ενώ μετά την έκρηξη ακολούθησε 25 έως 30 μέτρα τσουνάμι. Αυτός λοιπόν ο εντυπωσιακός προϊστορικός οικισμός αποτελεί την κύρια σύνδεση και πηγή έμπνευσης για την 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα με τίτλο «Πηλού Αντηχήσεις: Μέσα Από Κρυμμένες Αφηγήσεις».


Η Λουκία Θωμοπούλου, η διοργανώτρια και το πρόσωπο – ψυχή της Μπιενάλε μοιράζεται για το πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα:
«Ερωτεύτηκα το Ακρωτήρι. Σε μια επίσκεψή μου στον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηρίου περιπλανήθηκα στο εσωτερικό μονοπάτι που περνάει ανάμεσα από τα κτήρια, την τριγωνική πλατεία της προϊστορικής πόλης, και κάπως μαγικά μεταφέρθηκα πίσω στον χρόνο, οραματιζόμενη τη ζωή και την καθημερινότητα των πολιτών της. Στις επόμενες επισκέψεις μου και μέσα από τα βιβλία του Καθηγητή Αρχαιολόγου κου. Χρίστου Ντούμα, μάθαινα όλο και περισσότερα για αυτόν τον πολιτισμό και ένιωθα όλο και μεγαλύτερο δέσιμο. Πάνω από 5.000 κεραμικά αντικείμενα έχουν βρεθεί εκεί, πιθάρια, αγγεία, σφραγίδες, μέτρα και σταθμά, εργαλεία, τελετουργικά αντικείμενα, οικοσκευές και έπιπλα που μοιάζουν σύγχρονα. Μια οργανωμένη πόλη με πολυώροφα κτήρια, τέχνη, εμπόριο και ναυτιλία, του 17ου π.Χ. αιώνα που λόγω της έκρηξης του ηφαιστείου, χάθηκε ξαφνικά. Κάπως έτσι σκέφτηκα τη Σαντορίνη ως πρώτο προορισμό της Μπιενάλε.
Το γεγονός δε, ότι οι περισσότεροι ξένοι επισκέπτες της Σαντορίνης έρχονται για την καλντέρα και το ηλιοβασίλεμά της, χωρίς να γνωρίζουν ότι το νησί άνθισε πολύ πριν από την Ακρόπολη, με έκανε να σκεφτώ πως ίσως μια τέτοια διοργάνωση θα μπορούσε να μιλήσει μέσα από τα έργα των νέων καλλιτεχνών για τον πολιτισμό της, και παράλληλα να λειτουργήσει σαν ένας τρόπος προώθησης της σύγχρονης ελληνικής κεραμικής τέχνης».

Κατά την περιήγηση στον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηρίου όσο περνάει η ώρα είναι σαν να χρειάζεται ο χρόνος για να συλλάβεις τι είχε γίνει και τι είναι αυτό που βλέπεις τώρα. Όσο ξεναγούμαστε από την αρχαιολόγο Φραγκούλα Γεώρμα, ακούω πληροφορίες για κτήρια, υποθέσεις κι ενδείξεις: την Ξεστή 3 – ένα από τα μεγαλύτερα κτήρια (τριώροφου) του οικισμού αφιερωμένου σε τελετές, τη δυτική κατοικία που το εικονογραφικό της πρόγραμμα υποδηλώνει πως πρόκειται για κατοικία ναυτικού, μάλλον πλοιοκτήτη με εμπορική δραστηριότητα. Άλλωστε από τη θέση του Ακρωτηρίου ήταν συχνά ορατή η Κρήτη κάτι που αποτελούσε κίνητρο για στενές εμπορικές σχέσεις με τη «μεγαλόνησο».
Έμαθα για τις τοιχογραφίες κυκλαδικής νοοτροπίας (με επίδραση μεν από τη μινωική Κρήτη που κρατάνε δε τον χαρακτήρα και την αυτονομία τους) και οι οποίες έμπαιναν στον πρώτο όροφο των κτηρίων, ενώ στο ισόγειο συνήθιζαν να έχουν τα εργαστήρια. Άκουσα για ηφαιστιακές βόμβες ενώ περπατούσα σε ένα μέρος που εκτός από τους επισκέπτες και τους αρχαιολόγους, βρίσκεσαι στα ερείπια ενός οικισμού που αναδύεται σε σημεία και που από το βάθος τους ήταν πολύ περίεργη η αίσθηση όταν εντόπισα τους τωρινούς ζωντανούς «κατοίκους» της: μία σαύρα και αράχνες που υφαίνουν τον ιστό τους.


Τελικά ο νους μου κάπως χάθηκε στον οικισμό και έμεινα με ένα δέος και μία περιέργεια για όσα δεν είναι εκεί και όπως μας ενημέρωσε η αρχαιολόγος βρίσκονται στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας, σαν ένα παζλ που πρέπει να συμπληρώσω με ό,τι υπάρχει κι έχει απομείνει από το Ακρωτήρι κι έχουμε τη δυνατότητα να το δούμε. Έτσι η περιπλάνηση στο Ακρωτήρι έχει χαραχτεί στη μνήμη μου, καθώς έχεις στα πόδια σου ένα θαμμένο οικισμό που αναδύεται ανατριχιαστικά σε σημεία, ενώ σε άλλα απροσπέλαστα χάνεται εντελώς ο νους σου καθώς περιπλανιέσαι: σκύβεις προσπαθώντας να δεις ό,τι δεν φαίνεται και να συλλάβεις ό,τι έχει αφήσει πίσω της αυτή η έκρηξη, ελαφρόπετρα και τέφρα. Ακριβώς στα χνάρια αυτών έρχεται η ώρα να ξεκινήσει κι επίσημα το «ταξίδι» στην 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης, ανάμεσα στα εντυπωσιακά ευρήματα του Μουσείου Προϊστορικής Θήρας, εκεί που φιλοξενεί αυτή την περίοδο τα είκοσι πρωτότυπα έργα των είκοσι καλλιτεχνών από την Ελλάδα και το εξωτερικό της Μπιενάλε.
Αυτά επιλέχθηκαν μέσω ανοικτής πρόσκλησης από διεθνή επιτροπή ειδικών και μάλιστα με εντυπωσιακή ανταπόκριση προτάσεων με πάνω από 200 αιτήσεις απ’ όλα τα σημεία του κόσμου. Οι καλλιτέχνες κλήθηκαν να εμπνευστούν από τα ευρήματα του προϊστορικού Ακρωτηρίου, να ερευνήσουν και να παρουσιάσουν τα έργα τους, με τον πηλό ως κυρίαρχο υλικό και τα κριτήρια επιλογής επικεντρώθηκαν στην καλλιτεχνική αριστεία, την καινοτομία χρήσης του υλικού, την έμπνευση και την ικανότητα ενασχόλησης με σύγχρονα θέματα:
«Κάθε ένα από αυτά τα έργα είναι η αφήγηση μιας ιστορίας, την οποία διάλεξε ο κάθε καλλιτέχνης για να εμπνευστεί, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν, το τοπικό με το παγκόσμιο», αναφέρει η Λουκία Θωμοπούλου. «Η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής είναι ένα όραμα που έχω πολλά χρόνια, γιατί πάντα θεωρούσα ότι υπάρχει ανάγκη να υποστηριχθεί η ελληνική κεραμική, να “βγει” παγκοσμίως προς τα έξω και να δείξουμε πόσο σπουδαίους καλλιτέχνες έχουμε. Είναι πολύ εύκολο για έναν καλλιτέχνη που είναι εικαστικός να βγει έξω και να δείξει ένα κεραμικό αντικείμενο, αλλά είναι πολύ δύσκολο για έναν κεραμίστα που κάνει καλλιτεχνικό έργο να βγει στην επιφάνεια. Θεωρώ ότι δίνουμε δυνατότητα και στους κεραμίστες να δείχνουν τα έργα τους δίπλα στους καλλιτέχνες και να είναι και οι ίδιοι καλλιτέχνες. Και έτσι εδώ έχει γίνει μια επιλογή από έργα, τα οποία δεν είχαν να κάνουν από το εάν η πρόταση ερχόταν από εικαστικό, από designer… Η απόφαση πάρθηκε σύμφωνα με το έργο, με το πόσο πολύ μας αρέσει, με το πόσο έδενε με τη θεματολογία και με το πώς ο κάθε καλλιτέχνης μπόρεσε να δώσει τη δική του ερμηνεία σε αυτό που θέλαμε να δείξουμε φέτος εδώ».

Από το Ακρωτήρι στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας
Η ξενάγησή μου στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας συμπλήρωσε ό,τι είχα και δεν είχα συναντήσει στο Ακρωτήρι και διαμόρφωσε κι απογείωσε πλέον την αίσθησή μου για το πώς άρχιζα να βλέπω το νησί. Οι μνήμες έντονα ήδη είχαν αρχίσει να εγγράφονται. Σύγχρονες δημιουργίες από κεραμίστες της Μπιενάλε δίπλα στις θηραϊκές τοιχογραφίες, τον θησαυρό του Προϊστορικού Αιγαίου, αφού για πρώτη φορά στην Ευρώπη μετά την αποκατάστασή τους σου αποκαλύπτονται ολόκληρα εικονογραφικά προγράμματα προϊστορικών κτηρίων.
Οι ιδιωτικές κατοικίες διέθεταν τουλάχιστον ένα τοιχογραφημένο δωμάτιο, διαβάζω στο Μουσείο. Οι κατόψεις, τα δωμάτια και οι οικίες που έβλεπα στον αρχαιολογικό χώρο του Ακρωτηρίου παίρνουν πλέον χρώμα και «ζωή» ενώ οι νησιώτες ζωντανεύουν μπροστά μας με τον πιο αιώνιο τρόπο μέσα από τις χρωματιστές κι εντυπωσιακές τοιχογραφίες: γυναίκες που μαζεύουν κρόκο από τα βράχια, έφηβοι που κουβαλάνε αφρόψαρα κι επιδίδονται σε τελετουργίες.
Τα 20 πρωτότυπα έργα της Μπιενάλε δεν εισβάλουν, φιλοξενούνται στο Μουσείο Προϊστορικής Θήρας με τον πιο φυσικό τρόπο: όπου ο/η επισκέπτης/τρια συναντά το χρώμα της τερακότα -ως το πρώτο χρώμα που μας έρχεται και στο νου όταν ακούμε πηλός- βρίσκονται τα σύγχρονα έργα της έκθεσης υπό τον εύστοχο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό του Άρη Πέτρου.


Ο διάλογος ανάμεσα στα σύγχρονα έργα και τα ευρήματα του προϊστορικού οικισμού είναι εντυπωσιακός, επιτυχημένος και σε μία πλήρη αρμονία και φυσικότητα. Στο έργο του ο Ιάπωνας Ion Fukazawa έχει χρησιμοποιήσει ηφαιστειακά πετρώματα και λάβα από την Ιαπωνία, θέλοντας να κάνει ακόμα και τη διαπολιτισμική σύνδεση μεταξύ της χώρας του και της Σαντορίνης, αφού και τα δύο μέρη αυτά έχουν εκρήξεις από ηφαίστεια, τσουνάμι και έχουμε και πολύ παρόμοιο κλίμα και σπουδαία ιστορία στην κεραμική.
Ανάμεσα σε πιθάρια, τοιχογραφίες και άλλα ευρήματα κάποιες αντιπαραβολές με τα σύγχρονα έργα είναι ολοφάνερες, όπως οι δύο αντιλόπες – τα έργα της Γερμανίδας Eweit Ule δίπλα στις θηραϊκές τοιχογραφίες που απεικονίζουν κατσίκες, ενώ κάποιες μπορεί να είναι λιγότερο εμφανείς, όμως το θέμα είναι ότι είναι απόλυτα δεμένες με κάποιον τρόπο, π.χ: το έργο σαν ένα εύρημα του μέλλοντος και χαρακτηριστικό αντικείμενο στις ανασκαφές την καρέκλα-σκηνοθέτη από τον Νίκο Σεπετζόγλου, Επίσης, το ξεχωριστό το έργο της Em Irvin με πλάκες, στις οποίες είναι σαν να έχουν αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα ενώ πολύ εντυπωσιακά είναι τα έργα των Helena Boddenberg και Ιωσηφίνα Κοσμά.
Οι σύγχρονες σαν «ξεθαμμένες στον πηλό αφηγήσεις» συνδιαλέγονται με τις μοναδικής ομορφιάς τοιχογραφίες, που δείχνουν με τον πιο εμφανή τρόπο πόσο όμορφες, μοναδικής αισθητικής θα ήταν οι κατοικίες των νησιωτών του Ακρωτηρίου, με πανέμορφα τοιχογραφημένα δωμάτια και υψηλό το επίπεδο στην τέχνη της ζωγραφικής.






Ο Γιώργος Βαβάτσης πήρε το πρώτο βραβείο στην 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα:
«Αυτό το βραβείο ήρθε σαν επιβράβευση όλων αυτών των κόπων»

Τη βραδιά που εγκαινιάστηκε η 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στη Σαντορίνη απονεμήθηκαν τρία βραβεία που συνοδεύονται από χρηματικό έπαθλο και συμμετοχή σε εκθέσεις. Το τρίτο βραβείο έλαβε η Ule Ewelt, με το έργο “Θηρίον” και το δεύτερο η καλλιτέχνιδα Em Irvin για το έργο της “Weight (limit of excavation)”.
Το πρώτο βραβείο κέρδισε ο Γιώργος Βαβάτσης με το έργο “Incision”. Ο κεραμίστας με σπουδές από τη δεκαετία του ’90, άνοιξε το δικό του εργαστήριο το 2000 και από το 2000 μέχρι σήμερα κάνει μόνο κεραμική σε όλες τις προεκτάσεις της, είτε αυτό αφορά το καλλιτεχνικό κομμάτι και την προσωπική δημιουργία, είτε ό,τι χρειάζεται για να μπορεί να είναι βιώσιμο (μαθήματα, σεμινάρια, εργαστήρια και συνεργασίες με εξωτερικό κατά περιόδους). Για το έργο και τη συμμετοχή του στην 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα και στο νησί της Σαντορίνης μου μίλησε ο Γιώργος Βαβάτσης:
«Θεώρησα χρέος μου να καταθέσω πρόταση ως στήριξη για την 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα γενικά είμαστε λίγο επιφυλακτικοί με τις προσπάθειες που ξεκινάνε, αλλά αυτό ήταν κάτι εξαιρετικά μεγαλεπήβολο, το οποίο ένιωσα ότι οφείλουμε να στηρίξουμε, διότι άπαξ και ξεκινήσει και μπορέσουμε και το κρατήσουμε ζωντανό, θα είναι κάτι τεράστιο. Θα είναι μια τεράστια παρακαταθήκη για την τέχνη που υπηρετούμε, δηλαδή για την κεραμική στη χώρα και γι’ αυτό τον λόγο ήμασταν και συνεχίζουμε και είμαστε δίπλα. Είναι και το θέλω μας, αλλά είναι και μια βασική υποχρέωση να στηρίξουμε αυτό το πράγμα, διότι πρέπει να ξεκινήσει. Ξεκίνησε αλλά πρέπει να εδραιωθεί και πρέπει να υπάρχει, γιατί μετά από αυτό νομίζω ότι έπονται πολλά περισσότερα. Διότι αυτό μας δίνει το δικαίωμα μετά να ζητήσουμε και άλλα επίσης ουσιαστικά πράγματα για την κεραμική.

Ήταν λίγο εύκολο για μένα το να προκύψει η σύνδεση του έργου με το θέμα, γιατί ούτως ή άλλως η δουλειά που κάνω τα τελευταία δέκα χρόνια σχετίζεται άμεσα και είναι σε σχέση με την αρχαιολογία και με τη γεωλογία. Ψάχνω να βρω ορυκτά, τα οποία αναφέρονται σε πετρώματα και σε γεωλογικές συνθήκες και αναφέρονται εκατομμύρια χρόνια πριν. Άρα έχει ένα αρχαιολογικό και γεωλογικό ενδιαφέρον. Με ενδιαφέρει πάρα πολύ το αποτύπωμα που αφήνουν αυτά.
Μέσα από μια σύντομη διαδικασία, η οποία λίγο πολύ μιμείται τη γέννηση, ας πούμε του ίδιου του πλανήτη, το οποίο έχει να κάνει με συνθήκες πολύ υψηλών θερμοκρασιών, όπου όλα τα συστατικά διασπώνται στα βασικά τους στοιχεία. Με ενδιαφέρει να δω δηλαδή τι αφήνει το κάθε τι και από εκεί και πέρα, όταν ήρθε και το θέμα της Μπιενάλε, εύκολα προέκυψε αυτή η σύνδεση, δηλαδή ότι θα γίνει ένα έργο, το οποίο όλη την πείρα των δέκα ετών θα τη βάλω μέσα σε αυτό.
Θα δημιουργήσω μια διαστρωμάτωση διαφορετικών εποχών με βάση τα υλικά που έχει κάθε εποχή. Κι έτσι δημιουργήθηκε το έργο, το οποίο δεν είναι τίποτα άλλο από αυτό ακριβώς που μελετούσα δέκα χρόνια. Τα υλικά τα οποία αντιπροσωπεύουν μια συγκεκριμένη εποχή της ανθρώπινης ιστορίας, ξεκινώντας από την εποχή του Λίθου και περνώντας μετά σε στρώσεις στην Εποχή του Χαλκού, την Εποχή του Σιδήρου, τη σύγχρονη εποχή. Και τέλος η τεχνολογική εποχή που έχει να κάνει με συσκευές, οι οποίες έχουν αντικαταστήσει τη ζωή μας. Το έργο έχει να κάνει με αυτό και το αποτύπωμα που αφήνει το καθετί μέσα στο βάθος του χρόνου και μπορεί κάποιος να δει μέσα από το έργο πώς όσο φτάνουμε στο σήμερα, οι διαστρωματώσεις γίνονται πιο μικρές και πιο ανούσιες, δηλαδή δεν αφήνουν αποτύπωμα.
Πάνω πάνω είναι όλα αυτά που χρησιμοποιούμε σήμερα: υπολογιστές, κινητά, τα καθημερινά μας αντικείμενα. Πλαστικά, αλουμίνια και τα οποία αφήνουν ένα συγκεκριμένο αποτύπωμα από το οποίο δεν ξεχωρίζει κάτι. Γίνεται μια μάζα, η οποία αναφέρεται πάλι στα βασικά συστατικά όλων αυτών, δηλαδή μικροποσότητες από πολύτιμα και μη πολύτιμα μέταλλα, τα οποία δημιουργούν απλά μια πολύ λεπτή στρώση. Εν τέλει και οι χρωματισμοί στο έργο είναι βάσει των συστατικών που έχουνε μέσα. Δηλαδή βλέπουμε ότι στην εποχή του Λίθου τα πετρώματα, τα οποία είναι ηφαιστειογενή από την περιοχή της Βόρειας Ελλάδας από όπου προέρχομαι εγώ, δίνουν ένα πολύ συγκεκριμένο χρωματισμό, ο οποίος αναφέρεται στα βασικά συστατικά από τα οποία αποτελείται το ίδιο το πέτρωμα. Το επόμενο στάδιο που είναι του χαλκού είναι εξ ολοκλήρου μαύρο, γιατί ο χαλκός έχει πλέον λιώσει τελείως και έτσι έχει γίνει ο πηλός. Έχουμε μετά ένα στρώμα του σιδήρου που μας δίνει όλες τις διαβαθμίσεις του κίτρινου».

Όταν το δημιούργησε είχε εικόνα όλου του μέρους που θα εκτεθεί, είχε επισκεφτεί πρόσφατα και το Μουσείο Προϊστορικής Θήρας, ήξερε και τον αρχαιολογικό χώρου του Ακρωτηρίου:
«Είχα τις τομές από το Ακρωτήρι στο μυαλό μου, εκεί όπου μπαίνουν οι κολώνες. Επομένως το έργο το σκεφτόμουν σαν να είναι ακριβώς αυτό που βγήκε από την τομή. Μόνο που δεν θα αναπαριστούσε μια εποχή, αλλά θα ήταν μια τομή, η οποία θα πήγαινε σε βάθος στον χρόνο. Στο μυαλό μου όταν το έκανα είχα το Ακρωτήρι και τη βασική έννοια της αρχαιολογίας: ψάχνουμε στο παρελθόν μέσα στην ίδια τη γη, να βρούμε στοιχεία για να ερμηνεύσουμε του τι ήταν τότε.
Ήταν μια επίπονη μελέτη, η οποία ξεκίνησε με πείσμα γιατί δεν έχαιρε παλαιότερα κοινής αποδοχής. Ήταν ένα δύσκολο θέμα εντάσσοντάς το στα κεραμικά που έφτιαχνα. Δεν ήταν εύκολα κατανοητό το τι ήθελα να κάνω. Τώρα υπάρχει μια στροφή από πολλά νέα παιδιά και γενικά παγκοσμίως να γυρίσουν πίσω στα βασικά συστατικά αυτού που κάνουμε και να μας βοηθήσουν να χρησιμοποιήσουμε πολύ βασικές έννοιες στην κεραμική. Επομένως είναι κάτι που αρχίζει και γίνεται. Αυτό το βραβείο για εμένα προσωπικά ήρθε σαν επιβράβευση όλων αυτών των κόπων και είναι πολύ σημαντικό γιατί μου λέει ότι άξιζε τον κόπο. Η ρίζα του είναι που το έφερε εδώ πέρα ακριβώς γιατί από εδώ ξεκίνησε. Ξεκίνησε από ένα διπλανό νησί, από τη Σέριφο που έχει μεταλλεία. Εκεί έγινε η πρώτη απόπειρα να εντάξω γεωλογικά υλικά στη δουλειά μου».

Τιμητικό βραβείο στον Ανδρέα Μάκαρη για την προσφορά του στην κεραμική:
«Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει σχολή κεραμικής»
Για την προσφορά του στην κεραμική τέχνη η ΒCK έδωσε βραβείο στον Ανδρέα Μάκαρη, ο οποίος λαμβάνοντας το βραβείο επισήμανε τα εξής:
«Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει σχολή κεραμικής, ντροπή. Ντροπή. 10.000 χρόνια ιστορία κεραμικής και δεν έχουμε σχολή κεραμικής. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, είναι το σκέπαστρο ενός πολεμικού αεροπλάνου, τόσο στοιχίζει μία σχολή.
Η Λουκία Θωμοπούλου μου είπε θα πολεμήσει να γίνει μια σχολή, περιμένω τον πόλεμό της μαζί της.»

Στο Εργοστάσιο Τεχνών Σαντορίνης (SAF)
Η Μπιενάλε φυσικά απλώνεται στον χάρτη του νησιού και έως τις 26 Οκτωβρίου έχει πολλά να κάνει, θα τη συναντήσετε σε workshops, ομιλίες ενώ υπάρχουν και παράλληλες εκθέσεις στο άλλο φοβερά γοητευτικό σημείο από την πιο πρόσφατη ιστορία της Σαντορίνης που έχει να κάνει με τη βιομηχανική της κληρονομιά, το Εργοστάσιο Τεχνών Σαντορίνης (SAF). Το μέρος που είναι σαν να είσαι στην Τεχνόπολη στο Γκάζι αλλά ανάμεσα σε βουνά, βράχους, τρομερά χρώματα στον ουρανό και την ενέργεια μιας άλλης Σαντορίνης σε παράλληλη τροχιά με την τουριστική Σαντορίνη που διαφημίζεται.
Στο παλιό εργοστάσιο τομάτας «Δ. Νομικός» ανάμεσα σε κοφίνια, κονσέρβες από ντοματάκια, κόκκινο χρώμα και τα τεράστια μηχανήματα του εργοστασίου, σε ένα από τα κτήριά του παρουσιάζεται η έκθεση “Her Hands Were Muddy When We Met” με έργα από 5 Eλληνίδες γυναίκες καλλιτέχνιδες (μέχρι τις 5 Iουλίου). Οι καλλιτέχνιδες είναι: η Μάρω Μελένιου, η Νάσια Παυλίδου, η Αγγελική Σταματάκου, η Μαρίνα Ταλιαδούρου και η Λεόνη Γιαγδζόγλου. Όλες μοναδικές με έργα που αντανακλούν τις αλήθειες τους και με πολλή όρεξη και σπίθα στα μάτια τους καθώς μιλούν για τα έργα τους.




Ξεχωριστά τα τάματα – έργα της (ντόπιας καλλιτέχνιδας που ζει κι εργάζεται στο νησί) Μαρίνας Ταλιαδούρου που απεικονίζουν οικοδομικά υλικά με ένα μανουάλι να συμπληρώνει το έργο. Τα έργα της Μάρως Μελένιου σαν ανθρώπινα όργανα απλώνονται εντυπωσιακά στον χώρο και σε επιμέλεια του καλλιτέχνη «σίφουνα» Νίκου Υφαντή, όπως τον αποκάλεσε η Λουκία Θωμοπούλου. Έργα που όπως ανέφερε η ίδια η καλλιτέχνιδα, φτιαγμένα από τις πιο αρχαίες τεχνικές hand building με την πλήρη ελευθερία και χωρίς τη χρήση του τροχού, είναι σαν δοχεία που θέλει να μπορούν να περιέχουν τις ερμηνείες όλων.
Τα πολύχρωμα βιβλία της Λεόνης Γιαγδζόγλου έχουν πολλά μηνύματα με φράσεις που σατιρίζουν και μία παιδικότητα που αναζητά στα έργα της. Έργα σαν παιχνίδια με σύμβολα, βαρύγδουπες λέξεις και κυρίως με πολύ χρώμα που για εκείνη είναι κώδικας. Η Νάσια Παυλίδου με τον φανταστικό της κόσμο εκθέτει μικρά γλυπτά, μικροέπιπλα και προσπαθεί, όπως μας είπε να δημιουργήσει κόσμους με κάποια πλάσματα κάνοντας φόκους μόνο στα πόδια, αναλύοντας το πώς μπορείς να πατάς στα πόδια σου, να στηρίζεσαι στον εαυτό σου και να είσαι αυτόνομος.
Στην έκθεση “Her Hands Were Muddy When We Met” παρουσιάζεται ένας πολύ όμορφος διάλογος με τη συνύπαρξη διαφορετικών κεραμικών έργων και με την όμορφη συνύπαρξη ανθρώπων, θα προσθέσω, που μοιράζονται την ίδια αγάπη για την τέχνη της κεραμικής μέσα από την οποία δημιουργούν, εκφράζονται και υπάρχουν.








Μπήκαμε στον χάρτη…
«Σε όλο τον κόσμο, διοργανώνονται μπιενάλε και διαγωνισμοί κεραμικής που αποκτούν όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον και συμβάλουν στην αναγνώριση της τέχνης», μοιράζεται η Λουκία Θωμοπούλου. «Αυτές οι διοργανώσεις παρέχουν μια πλατφόρμα για τους καλλιτέχνες να επιδείξουν τη δουλειά τους, να συμμετάσχουν σε διαπολιτισμικό διάλογο, να αναπτύξουν δίκτυα, και να εξερευνήσουν νέες τεχνικές και έννοιες. Παραδείγματα πολλών διάσημων διοργανώσεων: η Διεθνής Μπιενάλε Κεραμικής Gyeonggi στη Νότια Κορέα, η Faenza στην Ιταλία, η International Biennial of Vallauris στη Γαλλία, το European Ceramic Content στη Δανία, η British Biennale στην Αγγλία, η Mino Ceramics Competition στην Ιαπωνία. Η Ελλάδα με την πλούσια ιστορία της, και τους ταλαντούχους καλλιτέχνες της είναι σημαντικό να έχει μια αντίστοιχη διοργάνωση.
Πολλοί άνθρωποι μπορεί να μην συνειδητοποιούν την εξελισσόμενη φύση της κεραμικής, όμως η αλήθεια είναι πως έχουμε προχωρήσει από τις παραδοσιακές τεχνικές που πέρασαν από γενιά σε γενιά, σε έργα σύγχρονης αντίληψης, design, πειραματικά έργα που ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες και υλικά. Η κεραμική δεν είναι ένα χρηστικό αντικείμενο αλλά ένα ευέλικτο και εκφραστικό μέσο».
Σε αυτό λοιπόν το «παγκόσμιο κίνημα» πλέον έχουμε κι εμείς θέση στον χάρτη με την 1η διοργάνωση της Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής στην Ελλάδα, φέτος στη Σαντορίνη και σε δύο χρόνια σε κάποιο άλλο νησί:
«Η ιδέα της περιπλανώμενης μπιενάλε», αναφέρει η Λουκία Θωμοπούλου «είναι να προσφέρει εκπαιδευτικά στις τοπικές κοινότητες με γνώσεις, νέες εμπειρίες και ερεθίσματα, να συμβάλλει στην ανάπτυξη του πολιτιστικού τουρισμού της περιφέρειας και να ενισχύσει την τοπική τέχνη. Κάθε δύο χρόνια η διοργάνωση θα έχει ένα νέο ανανεωμένο πρόσωπο αναδεικνύοντας και δυναμώνοντας πολιτιστικά ένα καινούργιο κομμάτι της Ελλάδας και της ιστορίας μας.
Ελπίζω αυτή η έναρξη να αποτελέσει την απόδειξη της ποικιλομορφίας της σύγχρονης κεραμικής και εύχομαι να εμπνεύσει συζητήσεις, να ενισχύσει τις συνδέσεις και να πυροδοτήσει μια ανανεωμένη εκτίμηση για την κεραμική τέχνη».

Εντυπωσιασμένη από τη γη της Προϊστορικής Θήρας, κι έχοντας ζήσει αλλιώς τη Σαντορίνη θα έλεγα να μη λησμονήσετε να πάτε στον παραδοσιακό οικισμό του Πύργου – Καστέλι, για άλλη μία αυθεντική εικόνα του νησιού, μέρος της ταυτότητας και της ιστορίας της.
Από τη Σαντορίνη λοιπόν που γνώρισα με αφορμή την 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης κρατάω τον θησαυρό του Ακρωτηρίου, την «ανεδοσά» της όπως λένε, γιατί ενώ το χώμα φαίνεται κατάξερο, αν το ψαχουλέψεις, είναι δροσερό και το έδαφος βρεγμένο (η γνωστή για όσους ξέρουν τη Σαντορίνη υγρασία από τον Μάιο έως τον Σεπτέμβριο), και τη φανταστική εικόνα στο μυαλό μου από τις περιγραφές για το πώς φρόντιζαν τις ντομάτες: «κατακόκκινες οι ταράτσες της Σαντορίνης», λέει «αφήνανε το ντοματάκι στις ταράτσες για να μυρίσει του ήλιου» κι όταν γινόταν σεισμός έτρεχαν να σώσουν πρώτα την ντομάτα.
«Βλέπω ένα άλλο νησί από αυτό που βλέπουν οι τουρίστες, ένα νησί με υπέροχα χωριά, οικισμούς και μοναδική αρχιτεκτονική», μοιράστηκε η Λουκία Θωμοπούλου για τη Σαντορίνη. Ένα νησί, θα πω εγώ, με πολύ γόνιμο έδαφος, είναι η γη της Θήρας για την 1η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής Τέχνης στην Ελλάδα που γίνεται θεσμός και θα συναντήσουμε και σε άλλα νησιά, σαν μια όμορφη ευκαιρία να τα γνωρίσουμε και αλλιώς μέσα από την τέχνη της κεραμικής, της ιστορίας τους στη σημερινή πραγματικότητα, από τα χέρια που των ανθρώπων, όταν δημιουργούν κάτι από το χώμα. Και τελικά δεν υπάρχει ίσως κάτι αντιπροσωπευτικότερο για τη Σαντορίνη από αυτό που άκουσα να λέει η Λουκία Θωμοπούλου αναφέροντας τον στίχο του Παλαμά: «το πνεύμα και στο χώμα λάμπει».



