«Κρατώντας για τον ζωγράφο το αυστηρό και ελεγχόμενο καθήκον να αρχίσει τους πίνακες, αποδίδουμε στον θεατή τον προνομιακό, βολικό και ευφυή ρόλο να τους ολοκληρώσει με τη σκέψη ή το όνειρό του» έχει παρατηρήσει ο Φελίξ Φενεόν με το κοφτερό του χιούμορ. Πράγματι, κανένα έργο τέχνης δεν αρκείται μόνο στη γέννησή του. Χρειάζεται ένα βλέμμα για να υπάρξει πραγματικά. Μάτια που θα σταθούν απέναντί του, θα του αφιερώσουν χρόνο, θα αναγνωρίσουν την αλήθεια ή την τόλμη του και θα το εντάξουν σε αυτό που ονομάζουμε τέχνη. Ανάμεσα στα βλέμματα του κοινού, του κριτικού, του ιστορικού, υπάρχει ένα που λειτουργεί σχεδόν μυθικά: το βλέμμα του συλλέκτη. Ένα βλέμμα ενθουσιώδες, πιο μεροληπτικό, πιο έτοιμο να πιστέψει. Γιατί ο συλλέκτης δεν βλέπει μόνο αυτό που είναι μα βλέπει και αυτό που μπορεί να γίνει.
Με αυτό το πνεύμα, η έκθεση Από τον Monet στον Warhol συγκεντρώνει 83 αριστουργήματα από 45 κορυφαίους δημιουργούς, μέσω μιας ενιαίας συλλογή, συνθέτοντας ένα εντυπωσιακό πανόραμα της τέχνης από τον 19ο αιώνα έως σήμερα. Η έκθεση οφείλεται στον γενναιόδωρο δανεισμό μιας ελβετικής ιδιωτικής συλλογής, ενός σώματος έργων που γεννήθηκε από πάθος για τη νεότερη ζωγραφική και καλλιεργήθηκε υπομονετικά μέσα από τρεις διαδοχικές γενιές. Μια συλλογή που παντρεύει τη βαθιά προσωπική ματιά των κατόχων της με τη συνοχή και την αρτιότητα που χαρακτηρίζουν τα σημαντικότερα ιδιωτικά σύνολα παγκοσμίως. Πίσω από το μικρόβιο της λατρείας αυτής της οικογένειας για την τέχνη, η συλλογή διηγείται πάνω από δεκαπέντε καλλιτεχνικά κινήματα – από τον ιμπρεσιονισμό και τον συμβολισμό έως τον κυβισμό, τον σουρεαλισμό, τον αφαιρετικό εξπρεσιονισμό και την pop art – αναπτύσσοντας έναν ζωντανό διάλογο που ανασυνθέτει, σαν χρονική τοιχογραφία, την εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης.
Όπως επισημαίνει η επιμελήτρια Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνη Συλλογής του Ιδρύματος B&E Γουλανδρή σε συνεπιμέλεια της Marina Ferretti Bocquillon, Επίτιμη Επιστημονική Διευθύντρια του Musée des impressionnismes στο Giverny, στην έκθεση συνυπάρχουν εμβληματικά έργα των Μονέ, Ντεγκά, Γκογκέν, Ματίς, Καντίνσκι, Μουνκ, Λίχτενσταϊν και Γουόρχολ, αλλά και λιγότερο γνωστοί δημιουργοί που υπήρξαν εξίσου καθοριστικοί. Ορισμένοι, όπως οι Μοντιλιάνι, Σαγκάλ, Πικάσο ή Ματίς, δεν εντάσσονται εύκολα σε κανένα συγκεκριμένο κίνημα – κάτι που από μόνο του φανερώνει τη δύναμη της προσωπικής τους εικαστικής γλώσσας. Μέσα από την ενιαία αυτή συλλογή, ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει πώς από το 1874 και μετά η τέχνη μεταμορφώθηκε, ταράχτηκε, ξαναγεννήθηκε, χαράζοντας τον δρόμο της μοντέρνας και σύγχρονης ευαισθησίας.



Άποψη της έκθεσης «Από τον Monet στον Warhol» © Χριστόφορος Δουλγέρης
Επιλογές και στάσεις μέσα στην έκθεση «Από τον Monet στον Warhol: Τρεις γενιές, μια συλλογή, ένα ταξίδι στην εξέλιξη της μοντέρνας τέχνης»
Μπαίνοντας στον χώρο, σε καλωσορίζει με μια αφοπλιστική γοητεία το ίδιο το όνομα της έκθεσης: χρυσά, μεγαλεπήβολα γράμματα που λάμπουν επάνω στον βαθύ μωβ τοίχο. Είναι η πρώτη στιγμή που νιώθεις πως κάποιος σου ανοίγει την πόρτα του, όχι ενός μουσείου, αλλά ενός σπιτιού. Ενός σπιτιού με ξεχωριστή πολυτέλεια μα ταυτόχρονα ζεστού και φιλόξενου, που σε προσκαλεί να περπατήσεις πιο μέσα.
Η σκηνική επιμέλεια του Ανδρέα Γεωργιάδη και της Παρασκευής Γερολυμάτου συνεχίζει αυτή τη διακριτική μαγεία. Οι τοίχοι, ντυμένοι με τις βαθιές μωβ αποχρώσεις, δημιουργούν μια αίσθηση εσωτερικότητας, σαν να κινείσαι μέσα σε έναν χώρο οικείο αλλά και επιμελώς φροντισμένο. Οι απλίκες, τα κρεμαστά φωτιστικά, οι λεπτές λάμψεις και οι σκιές φτιάχνουν μια ατμόσφαιρα που ακουμπά απαλά πάνω στα έργα τα φωτίζει, τα αναδεικνύει. Ένα ιδιωτικό σαλόνι της τέχνης, όπου κάθε έργο αποκτά τη δική του θέση, τη δική του στιγμή.

Το ιμπρεσιονιστικό κίνημα παρουσιάζεται μέσα από δύο από τις μεγαλύτερες μορφές του, τον Claude Monet και τον Edgar Degas, εμπλουτισμένο όμως με μια πολύτιμη –και όχι τόσο συνηθισμένη– γυναικεία παρουσία: εκείνη της Berthe Morisot, που φωτίζει μια πλευρά του ιμπρεσιονισμού συχνά υποτιμημένη, υπενθυμίζοντας τον ουσιαστικό ρόλο των γυναικών στη διαμόρφωσή του. Στα έργα της Κοπέλα με τη γάτα και Κοπέλα με βεντάλια, η ντελικάτη στάση, η διαύγεια του φωτός και η λεπτότητα των χρωμάτων δεν αποτελούν μόνο προσωπικό της ύφος· αντανακλούν και τον θαυμασμό των συλλεκτών για τη γαλλική ζωγραφική του 18ου αιώνα.
Παρόντες είναι φυσικά και οι μεγάλοι πρωτοπόροι, όπως ο Camille Pissarro με έργα όπως το Πλινθοποιείο Delafolie στο Ερανύ και το Κοπάδι με πρόβατα, Ερανύ, αλλά και ο Lucien Pissarro στρέφοντας το βλέμμα πάνω στην καθημερινότητα της γαλλικής υπαίθρου. Στην έκθεση συναντάμε επίσης τους Georges Seurat και Paul Signac, δύο καλλιτέχνες που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το χρώμα και το φως. Συναντάμε έργα του Maximilien Luce, ο οποίος γοητεύεται από το αβέβαιο φως του λυκόφωτος ή τον αστικό φωτισμό – όταν δεν ζωγράφιζε τις φλόγες που υψώνονταν μέσα στη νύχτα από τις υψικαμίνους του Black Country (Τα χαλυβουργεία) ενώ το έργο του Καφές μας θυμίζει τη συμπάθεια του αναρχικού καλλιτέχνη για τον κόσμο των λιγότερο προνομιούχων.
Μαζί με τον Σινιάκ, ο Théo van Rysselberghe υιοθέτησε τη διαίρεση των τόνων το 1887, και συνδεδεμένος με τον Κύκλο των 20, έγινε γνωστός χάρη στα πορτρέτα του. Ωστόσο, υπήρξε και σπουδαίος τοπιογράφος, όπως αποδεικνύουν εδώ οι επιλογές των καναλιών της Φλάνδρας σε μελαγχολικό καιρό και Ο μύλος του Καλφ στο Κνόκε (Μύλος στη Φλάνδρα).




Φυσικά, ανάμεσα στους πιο γνωστούς «νεότερους» καλλιτέχνες, πρέπει να αναφέρουμε τον ΑHenri-Edmond Cross. Υπήρξε ο πρώτος που ταξίδεψε στις μεσογειακές ακτές και εγκαταστάθηκε εκεί, το 1891, κοντά στο Λαβαντού. Όπως και ο Paul Signac, ζωγραφίζει κατά καιρούς τη θάλασσα και τις παραλίες. Από τους λιγότερο γνωστούς, τουλάχιστον στην Ελλάδα, ο Louis Hayet, ακολούθησε μόνος του τη δική του προσέγγιση στη διαίρεση των αποχρώσεων, εκπροσωπείται με τα έργα Γυναίκα με Καπέλο και Ο Άντρας με την Πίπα. Το ίδιο ισχύει και για τον Léon Pourtau, ζωγράφο και μουσικό, του οποίου τα περισσότερα έργα χάθηκαν στο ναυάγιο του πλοίου La Bourgogne, κατά την επιστροφή του στη Γαλλία έπειτα από μακρά παραμονή στις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, η Σκηνή στην Παραλία διασώθηκε.



Ο Αchille Lauge, με το έργο του Ανθισμένο Δέντρο μας παραδίδει μια σύνθεση με φρεσκάδα χρωμάτων, μια αισθητική που καλλιεργήθηκε στην απομόνωση της ιδιαίτερης πατρίδας του, του Ωντ, μακριά από τη σκηνή του παρισινού καλλιτεχνικού κόσμου. Υπάρχει επίσης μια ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία από το κίνημα Ναμπί, που αναδεικνύει την ποιητική του χρώματος και της επιφάνειας. Ανάμεσα στα έργα, εγώ προσωπικά στάθηκα στους πίνακες του Felix Vallotton: τη Νεκρή φύση με γαλάζιο πιάτο και τα έργα Βράδυ, Ονφλέρ και το Παλίρροια, Ουλγκάτ. Δύο έργα όπου η απλότητα έχει ένταση και το χρώμα προσδίδει μια δραματικότητα δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση βάθους με τις ανθρώπινες φιγούρες μικρές, σχεδόν ασήμαντες στην απεραντοσύνη της φύσης.
Ο «σκοτεινός θεός», όπως χαρακτηρίζει ο Σαρλ Μορίς το 1902, τον Pablo Picasso στη συλλογή τον συναντάμε με μια δεξιοτεχνική οξυγραφία, το Λιτό Γεύμα, σώματα ισχνά, ταλαιπωρημένα, λιγοστά κομμάτια ψωμιού, είναι η περίοδος που πειραματίζεται στο Παρίσι με την χαρακτική αλλά η ζωή του είναι μάλλον δύσκολη ενώ λίγους μήνες αργότερα συνεχίζει τον στοχασμό του με το Κεφάλι Γυναίκας σε Προφίλ, μια ξηροχάραξη σπάνιας λεπτότητας σε χαρτί, της οποίας μπορούμε να θαυμάσουμε εδώ το πρώτο δοκίμιο. Δίπλα του το έργο Φαύνος ένα σχέδιο με μελάνι που προσθέτει το 1960 αλλά και το έργο Ταυρομαχία.


Pablo Picasso (1881-1973), Ταυρομαχία, 1960. Μεικτή τεχνική σε χαρτί | 50,5 x 65,5 εκ.
Βρισκόμαστε κάπου στις αρχές του 20ού αιώνα, και ο Pablo Picasso δεν είναι ο μόνος ξένος που βλέπει το Παρίσι ως έναν γόνιμο τόπο για δημιουργία. Τόσοι πολλοί καλλιτέχνες από κάθε γωνιά της Παλαιάς Ηπείρου συρρέουν εκεί, ώστε σύντομα θα σχηματίσουν τη λεγόμενη «Σχολή του Παρισιού». Ένας από τους πρώτους που φτάνουν εκεί είναι ο Wassily Kandinsky. Το Τριαντάφυλλα είναι έργο που ζωγράφισε κατά εκείνη την καίρια περίοδο, κατά πάσα πιθανότητα στις αρχές του 1905, ένας κήπος με κόκκινο μονοπάτι που αργότερα θα δημιουργήσει πραγματικά στον κήπο του σπιτιού του το 1910.
«Οι ποιητές χρησιμοποιούν πάντα τα ίδια γράμματα, αλλά με αυτά δεν σταματούν να δημιουργούν συνεχώς διαφορετικές λέξεις», συνήθιζε να λέει ο Marc Chagall και το έργο του Μπουκέτο με μιμόζες από το 1954–1955 είναι το τέλειο παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτή τη δήλωση. Μια εντυπωσιακή χρωματική σύνθεση με αχνές σκηνές οικογενειακής γαλήνης στην πάνω δεξιά γωνία του έργου δείγμα της ευτυχίας που ο καλλιτέχνης βιώνει εκείνη την περίοδο της ζωής του.

Η απουσία του Ματίς για κάποιους μπορεί να είναι αξιοσημείωτη αλλά αυτό εξισορροπείται από το έργο του Κεφάλι Κοριτσιού σχεδιασμένο το 1947. Εδώ συναντάμε έναν εβδομηντάχρονο πια ζωγράφο, καταπονημένο από την ασθένεια και βαθιά πληγωμένο από τις αναστατώσεις που προκάλεσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στην οικογένειά του, ιδίως στην κόρη του, Μαργκερίτ. Είναι το έργο που θα ασκήσει τεράστια επιρροή σε καλλιτέχνες διαφορετικούς μεταξύ τους όπως ο Roy Lichtenstein και ο Ντε Κούνινγκ. Στην έκθεση συναντάμε το Τρίπτυχο Πορτρέτων του 1974 έργο του Roy Lichtenstein, τυπικό του κινήματος της Pop Art. Λίγο πιο πέρα εντυπωσιάζει το έργο του Λίμνη με νούφαρα και αντανακλάσεις επηρεασμένος από τους καλλιτέχνες που τον έχουν εμπνεύσει: «Δίνω νέες ερμηνείες σε παλαιότερα έργα με το προσωπικό μου στυλ» συνήθιζε να λέει.
Στον ίδιο χώρο θα συναντήσουμε την εμφάνιση μίας νέας στροφής στα καλλιτεχνικά ρεύματα μετά την αφαίρεση που αν και στην Ευρώπη θα ονομαστεί «Νέος Ρεαλισμός» στις Ηνωμένες Πολιτείες σύντομα θα αποκτήσει νέα, πιο εύστοχη ονομασία, προερχόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο: την pop art. Σε αυτή τη μετάβαση βρίσκουμε τον Andy Warhol με το Μαν Ρέι, τον Tom Wesselmann, αλλά και τον Sam Szafran, με τις παραμορφώσεις της προοπτικής και το σχεδόν κινηματογραφικό βλέμμα του.
Το υλικό της έκθεσης είναι τόσο πλούσιο, που δεν είναι δυνατόν να γίνει αναφορά σε όλα τα έργα και όλους τους δημιουργούς· όμως αυτό που παρουσιάζεται εδώ αποκαλύπτει το εύρος και την ποιότητα της συλλογής.







Η ιστορία μιας οικογένειας – τρεις γενιές πάθους για την τέχνη
Πίσω από αυτή τη συλλογή βρίσκεται μια οικογένεια που εδώ και τρεις γενιές -σε μια πορεία μεγαλύτερη των επτά δεκαετιών- καλλιεργεί με αγάπη, υπομονή και διορατικότητα μια συνεπή ματιά στην τέχνη. Ο πατέρας, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγα χρόνια, υπήρξε ο άνθρωπος που διαμόρφωσε καθοριστικά τον χαρακτήρα της συλλογής, αναδεικνύοντάς την σε μία από τις σημαντικότερες ιδιωτικές συλλογές που δημιουργήθηκαν μετά το 2000.
Σήμερα, ο εγγονός συνεχίζει αυτή τη διαδρομή, επιμένοντας στη διακριτικότητα, στη στενή επαφή με γκαλερί, οίκους δημοπρασιών και το διεθνές κοινό. Τα έργα της συλλογής ταξιδεύουν, παρουσιάζονται διεθνώς και δεν κρύβονται ποτέ σε ιδιωτικούς χώρους· εκτίθενται γενναιόδωρα, όπως μαρτυρά και ο πλήρης κατάλογος των παρουσιάσεων και των προελεύσεών τους. «Η συλλογή τους περνά από γενιά σε γενιά και, όσο η φλόγα παραμένει ζωντανή, δεν παύει να εμπλουτίζεται και να ποικίλλει. Η ανάγκη τους για μυστικότητα οφείλεται αποκλειστικά στην επιθυμία τους να συνεχίσουν το έργο τους ελεύθερα, χωρίς να χρειάζεται να δώσουν εξηγήσεις ή να ανταποκριθούν σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις. Ίσως, πάλι, να συνδέεται με το γεγονός ότι δεν είναι ακόμη έτοιμοι να κλείσουν αυτό το αφήγημα που τους ανήκει – κάτι ανάμεσα σε μια αυτοβιογραφία χωρίς εξομολογήσεις και ένα ποτάμιο μυθιστόρημα με πλούσια πλοκή και πολλούς χαρακτήρες» αναφέρει στην εισαγωγή της η Μαρία Κουτσομάλλη-Morreu στον εξαιρετικό κατάλογο που έχει δημιουργηθεί για την έκθεση.
Μετά την επιτυχημένη συνεργασία για την έκθεση του Ιμπρεσιονισμού, το Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή μοιράζεται τώρα με την Αθήνα αυτό το συναρπαστικό ταξίδι στην καρδιά της μοντέρνας τέχνης, στην τέχνη που από το 1874 και μετά δεν σταμάτησε ποτέ να ανατρέπει, να συγκινεί και να επαναπροσδιορίζει το βλέμμα μας.


