19 Δεκεμβρίου 2012
Park Avenue Armory, Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη

Χτισμένο το 1861, το Armory θεωρείται κτίριο-ορόσημο της αμερικάνικης ιστορίας, καθώς προσφέρει μια σπάνια συλλογή εσωτερικών χώρων του 19ου αιώνα, άθικτη ανά τα χρόνια και συγκεντρωμένη όλη σε μια και μόνο τοποθεσία. Σχεδιασμένο από τον βετεράνο και αρχιτέκτονα Charles W. Clinton, το Armory λειτουργούσε αρχικά ως στρατιωτικός χώρος για την έβδομη μεραρχία της εθνικής φρουράς, αλλά και ως στέκι κοινωνικών συνευρέσεων για τη μεταμφυλιακή Νέα Υόρκη. Το 2006 το Park Avenue Armory, ένας μη-κερδοσκοπικός οργανισμός, ανέλαβε την αποκατάσταση και την ανακαίνιση του κτιρίου, μετατρέποντας το Wade Thompson Drill Hall – εκεί όπου παλιότερα πραγματοποιούνταν οι στρατιωτικές ασκήσεις – σε έναν από τους πιο ζωτικούς πολιτιστικούς χώρους της πόλης. Η συγκεκριμένη αίθουσα, υπόδειγμα της τότε αμερικάνικης μηχανικής, παραμένει έως σήμερα ένας από τους μεγαλύτερους χώρους στην Νέα Υόρκη, επιτρέποντας μια σπάνια δημιουργική ευελιξία για μη-συμβατικά καλλιτεχνικά δρώμενα.

Σε αυτόν τον χώρο, λοιπόν, η διεθνούς φήμης και γνωστή για τις μεγάλες σε κλίμακα εικαστικές εγκαταστάσεις της, Ann Hamilton, οραματίστηκε το event of a thread (το συμβάν ενός νήματος). Στο κατώφλι της ευρύχωρης αίθουσας, δύο ηθοποιοί (μέλη της ξακουστής θεατρικής ομάδας SITI Company) ντυμένοι με μάλλινα παλτά κάθονται σε ένα ξύλινο τραπέζι και με σταθερό – σχεδόν υπνωτικό – ρυθμό απαγγέλλουν ψιθυριστά σε δύο μικρόφωνα κείμενα από συγγραφείς διάφορων εποχών. Πάνω στο τραπέζι βρίσκονται περιστέρια στοιβαγμένα μέσα σε ξύλινα κλουβιά. Στην απέναντι «όχθη» του δωματίου, μια γυναίκα παραμένει σιωπηλή και γράφει με στωικότητα πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, πιο δίπλα ένα παλιό μεγάφωνο. Διάσπαρτες καφέ σακούλες στον χώρο επικαλύπτουν μεγάφωνα, τα οποία αναμεταδίδουν την ανάγνωση και τη γραφή που συμβαίνει στα δύο άκρα. Ακριβώς στη μέση ένα τεράστιο λευκό μεταξωτό ύφασμα – πάνω από το διπλάσιο του πλάτους του δωματίου και σχεδόν το ίδιο ύψος – διχοτομεί τον χώρο. 42 κούνιες είναι μοιρασμένες ισάριθμα στις δύο πλευρές, κρεμασμένες περίπου 70 πόδια από τα ιστορικά τοξωτά σιδηρένια δικτυώματα. Μικρά αντιβαρύδια είναι τοποθετημένα στο τέλος της αλυσίδας τους, ενώ σχοινιά και τροχαλίες συνδέουν τις κούνιες με το πανί. Εμείς οι θεατές καλούμαστε να κάνουμε – τι άλλο; – κούνια.

Το λευκό πανί ενεργοποιείται από τους ποικιλότροπους και αυτοσχεδιαστικούς συνδυασμούς αντανακλώντας και αποτυπώνοντας τις εφήμερες δράσεις που συμβαίνουν στον χώρο. Τα σώματα διασχίζουν τον χώρο, ο ήχος διασχίζει τον χώρο, η γραφή διασχίζει τον χώρο, το φως και ο αέρας διασχίζει τον χώρο. Κι όλα αυτά κάπου – τυχαία ή μη – διασταυρώνονται αναδεικνύωντας την αρχιτεκτονική και την ιστορία του Armory. Το αποτέλεσμα είναι μια χωρική μελέτη και ένα κινητικό πείραμα, κατά το οποίο ερευνάμε – μέσα από την αθώα διασκέδαση της αιώρησης – φυσικές δυνάμεις, όπως η ταχύτητα, η βαρύτητα, ο χρόνος και ο ήχος. Το Armory μετατρέπεται έτσι σε μια παιδική χαρά γεμάτο παιδιά κάθε ηλικίας (από 3 ετών έως 70+).

Αιθέρια και διαδραστική, η εγκατάσταση της Hamilton συναρπάζει και εμπνέει μια αίσθηση κοινοτικότητας και κοινωνικής σύνδεσης. Ταυτόχρονα, η φιλοσοφική απαγγελία στο βάθος δίνει χώρο για στιγμές απομόνωσης και στοχασμού. Όλα παραπέμπουν στον εσωτερικό μηχανισμό ενός τεράστιου αργαλειού, όπου ο καθένας μας με το δικό του αδράχτι υφαίνουμε σιγά σιγά ένα πολυσύνθετο και πολύχρωμο κέντημα. Μισή ώρα πριν το τέλος της 7ωρης εγκατάστασης, μια τραγουδίστρια βγαίνει σαν μια άλλη Ιουλιέτα στο μπαλκόνι και τα περιστέρια ελευθερώνονται στον χώρο για μια τελευταία διασταύρωση: της ανθώπινης φωνής με τα γουργουρητά των πουλιών. Η ηχογράφηση του τραγουδιού γίνεται στο πικάπ και παίζει την επόμενη μέρα ως η τρίτη ζωντανή αναμετάδοση.

Μερικά τετράγωνα λίγο πιο δυτικά και πιο βόρεια, βρισκόμαστε στο MET, ένας χώρος διαμετρικά αντίθετος από το πανέμορφα άδειο και λιτό Park Avenue Armory. Η έκθεση Matisse: In Search of True Painting αποκαλύπτει μέσα από 49 ζωντανά πολύχρωμους καμβάδες τη μεθοδολογία του Γάλλου καλλιτέχνη από τις αρχές του 1900 έως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Δουλεύοντας είτε σε ζευγάρια είτε σε τρεις ή παραπάνω σειρές, η εικαστική μέθοδος του Matisse χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία επανάληψης, διαρκούς επανεξέτασης και πειραματισμού σε μια προσπάθεια να φτάσει όσο πιο βαθιά γίνεται στην ουσία και την αλήθεια της ζωγραφικής. Για τον Matisse το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι αυτοσκοπός. Αντίθετα, ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τους ολοκληρωμένους πίνακες προκειμένου να συγκρίνει διαφορετικά εφέ, επίπεδα, προοπτικές και υφές. Ζωγραφίζοντας το ίδιο θέμα πολλές φορές του δίνεται η ευκαιρία να προσεγγίσει το έργο με καινούρια ματιά κάθε φορά, να εξασκήσει καινούριες τεχνικές και να ερευνήσει πώς ένα μοτίβο μπορεί να μεταφερθεί από τη μία επιφάνεια στην άλλη. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία υπογραμμίζει και αποδεικνύει πως η επίτευξη ενός καλλιτεχνικού αποτέλεσματος δεν είναι εύκολη υπόθεση – απαιτείται χρόνος, κόπος και πολλές δοκιμές.

Η έκθεση προβάλλει το ενδιαφέρον του Matisse για την νεκρή φύση και συγκεκριμένα το πώς αυτή μπορεί να ερμηνευθεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Τέτοιου είδους έργα (πχ. Apples, 1916) συμβάλλουν στο να ανακαλύψει ο Matisse την κινητήρια δύναμη του μαύρου χρώματος ως αντιβαρίδιο για την απλοποίηση της δομής. Στη συνέχεια, γνωστά πορτραίτα (Young Sailor, 1906), γυμνά (Le Luxe, 1907) και εξωτικά τοπία (The Gulf of Saint-Tropez, 1904) μας αποκαλύπτουν τις επιρροές από τους σύγχρονούς του Paul Signac και Paul Cézanne. Το φημισμένο Large Blue Dress (1937) συνoδεύεται από το ίδιο το μεταξωτό μπλε φορέμα που φορούσε το μοντέλο Lydia Delectorskaya, όταν πόζαρε για τον Matisse. Επίσης, συνοδεύεται και από δέκα φωτογραφίες του Αρμένη φωτογράφου, Matossian, o οποίος αποθανάτισε τις διαφορετικές εκδοχές του πίνακα εισάγωντας την φωτογραφία ως εργαλείο στην καλλιτεχνική διαδικασία του Matisse.  Στο διπλανό δωμάτιο, το The Dream συνοδεύεται από 15 περίπου επανατυπωμένες αρχειακές φωτογραφίες, οι οποίες καταγράφουν την εξέλιξη του έργου από ένα πλούσιο, γεμάτο λεπτομέρειες φόντο (Ιανουάριος 1940) σε μια πιο απλουστευμένη φόρμα (Σεπτέμβριος 1941). Τέλος, δεν απουσιάζουν οι φημισμένοι εσωτερικοί χώροι του Matisse, ένα από τα πιο συνεπή μοτίβα του, οι οποίοι εστιάζουν στα παράθυρα, καθώς και τη σχέση του μέσα με το έξω. Αδιαμφισβήτητα, η έκθεση είναι γεμάτη χρώμα και φως και αναδεικνύει τον Matisse σε αξεπέραστο μαιτρ της διασκευής και της αναθεώρησης.

Δύο τελείως διαφορετικοί καλλιτέχνες, δύο διαφορετικών εποχών, δύο διαφορετικών μέσων. Και οι δύο όμως, έρχονται να μας αποδείξουν πως πολλές φορές η μαγεία της τέχνης κρύβεται σε κάτι τόσο απλό, όπως η ψευδαίσθηση του αβίαστου ή η ανεμελιά μιας κούνιας.

Η εγκατάσταση της Ann Hamilton παρουσιάζεται στο Park Avenue Armory μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 2013. Δείτε επίσης μια συζήτηση με την καλλιτέχνη.

Η έκθεση Matisse διαρκεί έως τις 17 Μαρτίου 2013.

Photo credits: James Ewing

Κωνσταντίνος-Τσακαλίδης-συνέντευξη (1)
ΣΕ ΕΠΑΦΗ - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης