Η κόρη της Λίντα έχει πρόβλημα υγείας, αρκετά σοβαρό. Της έχει γίνει επέμβαση για να της περαστεί ένα σωληνάκι και υπάρχει κι ένα μηχάνημα συνδεδεμένο που παρακολουθεί την κατάσταση. Πρέπει να παίρνει σταθερά θερμίδες και κιλά, ώστε να αποκτήσει ένα μίνιμουμ βάρους που θα επιτρέψει να αφαιρεθεί το σωληνάκι, να τελειώνει και με τα μηχανήματα, να ξαναγίνει ένα κοριτσάκι που δεν έχει κάτι. Δεν τα παίρνει όμως τα κιλά. Δεν τρέφεται σωστά. Η Λίντα, όπως και όλες οι άλλες μαμάδες με παιδιά που έχουν το ίδιο ζήτημα, πρέπει να απαλλαγούν απ’ το σύνδρομο “blame and shame”: δεν φταίει κανείς για αυτό που συμβαίνει, δεν πρέπει κι οι ίδιες να αισθάνονται υπόλογες και να ντρέπονται. Βέβαια, αν τα παιδιά δεν παρουσιάζουν πρόοδο, αν το βάρος τους δεν αυξάνει, θα πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο οι μαμάδες τα φροντίζουν. Η γιατρός που χειρίζεται την κατάσταση, την οποία υποδύεται η σκηνοθέτιδα και σεναριογράφος του «Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα», Μαίρη Μπρόνστιν, από την μια εξηγεί τι δεν πρέπει να αισθάνονται μαμάδες σαν τη Λίντα, απ’ την άλλη την κάνει να αισθάνεται ακριβώς έτσι.
Γιατί όμως μόνο οι μαμάδες; Της Λίντα ας πούμε ο άντρας λείπει συχνά απ’ το σπίτι, η δουλειά του τον αναγκάζει να ταξιδεύει για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Τι να κάνει όμως, δουλειά είναι. Με ένα σωρό σκοτούρες και υποχρεώσεις που τη συνοδεύουν. Κάθε φορά που μιλάνε στο τηλέφωνο, από την απόσταση από την οποία βρίσκεται, τα προβλήματά της δεν του φαίνονται τόσο βουνό όσο της φαίνονται εκείνης. Ακόμα κι όταν πέφτει κυριολεκτικά το ταβάνι, δημιουργώντας μια μεγάλη τρύπα, και το σπίτι τους γεμίζει νερά, της λέει ότι το μοτέλ στο οποίο προσωρινά μεταφέρθηκαν με την κόρη της έχει πισίνα, να πηγαίνει στην πισίνα, να κοιτά πάντα τη θετική πλευρά της ζωής. Να χαλαρώσει, βρε αδελφέ.

Εκείνη όμως βρίσκεται στο αντίθετο άκρο της χαλάρωσης, εκείνη έχει ανάγκη να της φταίει κάποιος, της φταίνε όλοι και όλα, και κατεξοχήν της φταίει ο εαυτός της, η ανεπάρκειά του να ανταποκριθεί στην περίσταση, η κατασκευαστική της αδυναμία που την κάνει να μην είναι φτιαγμένη από τα υλικά που κάνουν μια «καλή μαμά». Ή έτσι νομίζει εν πάση περιπτώσει, έτσι έχει εκπαιδευτεί από τις επικρατούσες αντιλήψεις χιλιετιών να νομίζει. Και το να είσαι «καλή μαμά» σε συνθήκες θερμοκηπίου, ή όταν υπάρχουν μέχρι ενός βαθμού δυσκολίες, είναι μια πίστα. Μπορείς κάπως να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι κάνεις τα απαραίτητα, κι ας μην είσαι σαν άλλες σούπερ μαμάδες. Όταν όμως υπάρχει ένας τέτοιου είδους καθημερινός σταυρός να σηκωθεί, τότε η πίστα αλλάζει και ασορτί με τη συνεχή πίεση πηγαίνει και η ενοχή.
Βασικότατη επιλογή της Μπρόνστιν και βασικότατο κομμάτι της ταυτότητας της ταινίας, είναι ότι δεν βλέπουμε την κόρη της Λίντα: η κάμερα είναι συνεχώς πάνω στη Λίντα και την κόρη της μόνο την ακούμε. Και έτσι, σκέτη η χωρίς πρόσωπο φωνή της, καθόλου δεν θα αργήσει να ηχεί και στα δικά μας αυτιά ως τέρμα ενοχλητική. Εισπράττουμε το κορίτσι ως βάρος και ενόχληση, ως διαρκές αίτημα, ή παράπονο, ή γκρίνια, χωρίς πάντως να φτάνουμε ποτέ σε κάποια τρομερή υπερβολή που θα μετέτρεπε το παιδί «αντικειμενικά» σε κακότροπο. Όχι, το «Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα» λειτουργεί τόσο πολύ, ακριβώς επειδή χτίζει μια ατμόσφαιρα ασφυκτική μεν, εντελώς υποκειμενική δε, κάνοντάς μας να γίνουμε μέρος της παγίδευσής της ηρωίδας του, βάζοντάς μας εντελώς στη θέση της.

Δεν πρόκειται να δούμε κανένα «αγγελούδι», δεν μπορούμε να δώσουμε μορφή στο παιδί, δεν μπορούμε να νιώσουμε καν συμπόνια, να πούμε το καημένο το κοριτσάκι τι περνάει, με τους σωλήνες του και τα μηχανήματά του. Μόνο σε μια σκηνή, που είναι ξαπλωμένες βράδυ κι οι δυο τους και της τραγουδάει μέσα στο αυτί της, βλέπουμε λίγο το αυτί της, βλέπουμε ένα ελάχιστο τμήμα προσώπου κι αυτό πλάγιο, που είναι όμως κάτι, που είναι όμως μια απειροελάχιστη μορφοποίηση και προσωποποίηση του παιδιού. Η Μπρόνστιν μόνο τη συγκεκριμένη στιγμή αυθεντικής τρυφερότητας επιτρέπει στην ηρωίδα της, καθώς οι όποιες άλλες ρηματικές διαβεβαιώσεις για τα συναισθήματα της ηχούν σχεδόν πάντα προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτσι όπως τα λέει βεβιασμένα, πιεσμένα, προσπαθώντας να μην αφήσει την κατάσταση να ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχό της.

Ένα ακόμη εύρημα της ταινίας είναι ότι παίρνει το χρόνο της μέχρι να μας δείξει ότι η Λίντα είναι ψυχοθεραπεύτρια και ότι βασικά μας το δείχνει σε ένα σημείο που ήδη έχει αρχίσει να εντυπώνεται στο μυαλό μας ως άνθρωπος στα πρόθυρα της κατάρρευσης, ως ράκος. Το ότι μια από της θεραπευόμενες της δυσκολεύεται πάρα πολύ να την παλέψει με το δικό της μωρό, ίσως είναι περισσότερο φωναχτή απ’ ό,τι θα έπρεπε δήλωση προθέσεων της Μπρόνστιν για το ότι η Λίντα δεν είναι δα και κάποια αδιανόητη εξαίρεση κι ότι το θέμα έχει ευρύτερες διαστάσεις, ωστόσο ακόμα κι εδώ υπάρχει ένα εύρημα (ή τουλάχιστον έτσι το εισέπραξα εγώ, μπορεί απλά να κατάλαβα λάθος): μας βάζει να αναρωτηθούμε για ώρα αν η συγκεκριμένη θεραπευόμενη έχει όντως μωρό ή απλά κουβαλάει ένα καροτσάκι μαζί της και το πρόβλημά της είναι ψυχιατρικά πολύ βαρύτερο. Αλλά και συνολικά μιλώντας, ενώ η ταινία ως προς τη Λίντα φλερτάρει πολλές φορές στο να φύγει προς το ημιονειρικό – παραισθητικό, όπως για παράδειγμα πιο πρόσφατα συνέβη με το «Ο Μπο Φοβάται» και παλιότερα σε ταινίες διαμερισμάτων του Πολάνσκι, παραμένει πάντα τελικά, έστω και με το ένα της πόδι, στον ρεαλισμό, προσπαθώντας να υπηρετήσει την αλληγορία της εντός των ορίων του και όχι υπερβαίνοντάς τα.


Στις κακές ταινίες, δυσανασχετούμε επειδή βαριόμαστε, επειδή μας φαίνεται ότι επαναλαμβάνουν χωρίς φαντασία συνταγές, επειδή είναι κακογυρισμένες ή έχουν μεγάλα σεναριακά χάσματα. Τίποτα απ’ αυτά δεν ισχύει στο «Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα». Ωστόσο το παρακολουθούσα πιάνοντας τον εαυτό μου να δυσφορεί. Και δυσφορούσα ακριβώς επειδή είναι μια ταινία που λειτουργεί. Σαν δηλαδή, παραδόξως, το γεγονός ότι λειτουργεί, να λειτουργούσε τελικά εις βάρος της. Θα πει κανείς, τόσο σπάνιο είναι να μας ζορίζει μια ταινία επειδή δείχνει κάτι ζόρικο; Όχι, δεν είναι τόσο σπάνιο γενικά, είναι όμως σπάνιο ως προς εμένα, δεν μου τυχαίνει συχνά, σχεδόν πάντα όταν μια ταινία με ζορίζει το αντισταθμίζω με άλλες ποιότητές της και εδώ δεν μπόρεσα να το αντισταθμίσω, εδώ σκέτα ενοχλούμουν. Ακόμα κι έτσι όμως, δεν γίνεται να χρεώσω στην ταινία ότι λειτουργεί. Όπως κι αν αισθάνθηκα εγώ, θα της το πιστώσω ως πλεονέκτημα.
Το «Αν Είχα Πόδια θα σε Κλωτσούσα» χτίζει έναν συμπαγή κόσμο, τον υπηρετεί με συνέπεια, έχει κάτι να πει και το λέει με τρόπο ιδιαίτερα αποτελεσματικό. Ίσως της λείπει το έξτρα συστατικό που θα την απογείωνε και θα την έκανε να χαραχτεί στη μνήμη ως σημείο αναφοράς (όπως ας πούμε πέρσι το “Substance”, ο κόσμος του οποίου ήταν πολύ λιγότερο συμπαγής μεν, αλλά μέσα στην εξτραβαγκάντζα του δεν φοβήθηκε να πάει όσο πιο πέρα μπορούσε, ανταμείβοντας τις αισθήσεις μας). Η Μπρόνστιν επιλέγει σεμνά να μην επιχειρήσει αβανταδόρικες υπερβάσεις, επιλέγει να στηριχτεί στη ψυχική και πρακτική θύελλα που αντιμετωπίζει καθημερινά η ηρωίδα της.

Η Ρόουζ Μπερν έχει τη σπάνια τύχη να παίζει σε μια ταινία χτισμένη απ’ την αρχή ως το τέλος πάνω της. Καλύπτει μέσα σε μια ώρα και πενήντα λεπτά άπειρα ερμηνευτικά χιλιόμετρα, η θύελλά της γίνεται και δική μας. Θα είναι βασικότατη παίκτρια στη φετινή σεζόν των βραβείων για το ‘Α Γυναικείο και διόλου απίθανο και νικήτρια. Αν συμβεί αυτό, όταν μετά από δεκαετίες πεθάνει, θα τη μνημονεύουν ως τη βραβευμένη με όσκαρ ηθοποιό. Αλλά και όσο ζει θα τη συνοδεύει ο συγκεκριμένος τίτλος τιμής. Είτε όμως συμβεί είτε όχι, η ευκαιρία που της έδωσε η Μπρόνστιν να ζήσει μια τόσο γεμάτη για ηθοποιό εμπειρία είναι για κινηματογράφο σπάνια. Και δώρο.


Αν είχα πόδια, θα σε κλωτσούσα: ο τίτλος δεν εξηγείται αλλιώς στην ταινία, είναι όμως ως φράση αντιπροσωπευτικός. Η αδυναμία και η οργή μαζί, είναι η αδυναμία όμως που κυριαρχεί και σε πνίγει, αφού εξαιτίας της η οργή δεν μπορεί να εκτονωθεί, με αποτέλεσμα την διαλυτικών συνεπειών εσωτερίκευσή της. Τουλάχιστον να είχα πόδια να μπορούσα να σε κλωτσήσω. Τουλάχιστον να μην ένιωθα την ανάγκη να σε κλωτσήσω.
