Στην όγδοη δεκαετία του, το Θεάτρο Τέχνης δίνει βήμα έκφρασης σε καταξιωμένους Έλληνες συγγραφείς. Οκτώ σύγχρονα ελληνικά έργα -διάρκειας μιας ώρας-, εμπνευσμένα από τη γύρω μας πραγματικότητα, γράφτηκαν αποκλειστικά για να φιλοξενηθούν στο Υπόγειο. Το ελculture σε συνεργασία με το Θέατρο Τέχνης προδημοσιεύει αποσπάσματα από τα θεατρικά έργα.
Διαβάστε ένα απόσπασμα από το έργο της Μαριάννας Κάλμπαρη «Αλμανάκ»: Πέντε ενήλικες, ένας μουσικός και ένα κοριτσάκι διαχειρίζονται την αμηχανία τους στη χώρα της κρίσης, της ανάπτυξης, της διαφθοράς, του σκυλάδικου, του ήλιου. Λένε ιστορίες, βγάζουν πύρινους λόγους, τσακώνονται, ακούνε τον Εθνικό Ύμνο και χορεύουν τσιφτετέλι τρώγοντας κεφτέδες. Και γελάνε, γελάνε πολύ.
Μια «ευτυχισμένη» τετραμελής οικογένεια (Μπαμπάς – Μαμά – Κοριτσάκι – Γιος)
Σκηνή 1
Η Μαμά στο κοριτσάκι
Μαμά: Έλα αγάπη μου, ξεκίνα.
Το κοριτσάκι ανοίγει το σχολικό τετράδιο και διαβάζει την έκθεση που έγραψε στο σχολείο και που προφανώς έκανε πάταγο. Η οικογένεια παρεμβαίνει ομαδικά.
Κοριτσάκι: Τίτλος: «Το σπίτι μας». Το σπίτι μας είναι πολύ παλιό. Το έκτισε με αίμα και ιδρώτα ο παππούς του παππού του παππού του παππού του παππού μου. Είναι δηλαδή μιας αρχαίας εποχής αλλά εμείς το έχουμε κάνει τώρα μοντέρνο.
Οικογένεια: Ωωω!
Κοριτσάκι: Έχει όλα τα κομφόρ! Ευρύχωρα υπνοδωμάτια, μάστερ μπέντρουμ, λίβινγκρουμ, πλέϊρουμ, σαλονοτραπεζαρία διαμπερή, κουζίνα με πάσο, μπάνια με τζακούζι, ανεμπόδιστη θέα σε θάλασσα και βουνό, ενδοδαπέδια θέρμανση, κήπο, πισίνα και πολλή θαλπωρή. Έχει βέβαια κι ένα υγρό και σκοτεινό υπόγειο για να γίνονται όλες οι βρωμοδουλειές όπως λέει ο μπαμπάς μου, που όλο και κάτι μαστορεύει.
Οικογένεια: γέλια
Κοριτσάκι: Όταν είμαι στο σπίτι μου είμαι πολύ χαρούμενη που δεν είμαι έξω, γιατί έξω μπορεί να κάνει κρύο, αναρχία, επεισόδια, βροχή, απεργία, φτώχεια μεγάλη, συννεφιά, μετανάστες ή και καύσωνα. Ευτυχώς στο σπιτάκι μου έχουμε και κλιματιστικό.
Οικογένεια: Ναι!
Κοριτσάκι: Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το σύγχρονο άνθρωπο είναι να σου μπει κάποιος στο σπίτι να στο κλέψει ή ακόμα και να σε σκοτώσει άμα είναι πολύ αδίστακτος και στυγερός.
Οικογένεια: Μπράβο!
Κοριτσάκι: Γι’ αυτό ο μπαμπάς μου έχει βάλει συναγερμό που όμως χτυπάει πολύ συχνά κατά λάθος. Κάθε φορά που χτυπάει νομίζουμε ότι κάποιος ξένος κακός έχει μπει στο σπίτι μας αλλά τελικά είναι που δε λειτουργεί σωστά το σύστημα. Ο μπαμπάς μου τότε θυμώνει πολύ γιατί λέει ότι το χρυσοπληρώνει το σύστημα για να τον προστατεύει κι αυτό είναι άχρηστο σύστημα και στο τέλος θα μπει ο ξένος κακός και θα χτυπάει ο συναγερμός αλλά εμείς δε θα του δίνουμε σημασία όπως στον ψεύτη βοσκό που φώναζε στα ψέματα βοήθεια χωριανοί ο λύκος τρώει τα προβατάκια μου και στο τέλος που πήγε στ’ αλήθεια ο λύκος και φώναζε ο βοσκός βοήθεια χωριανοί ο λύκος τρώει τα προβατάκια μου κανένας χωριανός δεν κουνήθηκε, πάει κλειστήκανε σπίτια τους οι χωριανοί και βλέπανε τηλεόραση ή κοιμόντουσαν -ποιός ξέρει- και τότε ο λύκος βρήκε την ευκαιρία και έφαγε όλα τα προβατάκια. Μπορεί και όλων των χωριανών. Τι κρίμα.
Οικογένεια: Μμμμ.
Κοριτσάκι: Εμένα πάντως, μια και λέμε παραμύθια, αυτό που με φοβίζει πιο πολύ είναι μη ρίξει κατάρα η κακιά η μοίρα στο σπίτι μας όπως έριξε στην πριγκίπισσα που άγγιξε το αδράχτι και τρυπήθηκε το δάχτυλό της και έγινε ωραία κοιμωμένη και κοιμήθηκε μαζί μ΄αυτήν και όλο το παλάτι και όλο το βασίλειο μέχρι να έρθει ο πρίγκιπας εκατό χρόνια μετά να τη φιλήσει. Και όταν τη φίλησε ευτυχώς ξύπνησε η πριγκίπισσα και όλοι ξύπνησαν και σώθηκαν από την κατάρα. Όμως, πολύ δεν είναι να κοιμάσαι εκατό χρόνια;
Ξαφνικά, αρχίζει να χτυπάει μανιασμένα ο συναγερμός.
Παγώνουν – γυρίζουν όλοι και κοιτάζουν έντρομοι για μια στιγμή το κοινό.
Αμέσως μετά, με μια ξαφνική, συγχρονισμένη κίνηση πέφτουν όλοι σε ύπνο βαθύ…
…………………………………………………………………………………………………………………………………………
Σκηνή τελευταία
Φως στο κοριτσάκι. Ανοίγει το μπλε τετράδιο
Κοριτσάκι: Τίτλος: «Η ζωή μας»
Όσο λέει τα παρακάτω λόγια θα σκίζει κάποιες σελίδες του τετραδίου και τις πετάει στην άδεια σκηνή.
Η ζωή είναι ένα δώρο που μας δίνεται μονάχα μια φορά, λέει η γιαγιά μου. Γι αυτό πρέπει να τη ζήσουμε τη ζωή μας όσο πιο καλά γίνεται. Να έχουμε δημιουργία, αγάπη, να έχουμε φαγητό, σπίτι, δουλειά, μόρφωση, νοσοκομεία, θέατρα και πάνω απ΄όλα όνειρα και την ελπίδα να τα κάνουμε πραγματικότητα. Όταν δεν τα έχουμε όλα αυτά, πρέπει να τα απαιτούμε λέει η γιαγιά μου. Να μην καθόμαστε με τα χέρια σταυρωμένα περιμένοντας το Θεό, τ’ άστρα, ή αυτούς που μας κυβερνάνε ν’ αποφασίσουν χωρίς εμάς. Γιατί όλοι, μα όλοι αξίζουμε μια καλύτερη ζωή, λέει η γιαγιά μου.
Τα λέει όλα αυτά και στο μπαμπά μου και στη μαμά μου κι εκείνοι λένε ότι ωραία η θεωρία αλλά στην πράξη οι άνθρωποι δεν έχουν καμιά δύναμη. Και ότι είμαστε μέρος ενός συστήματος, μάλλον του συστήματος εκείνου που χρυσοπλήρωνε ο μπαμπάς μου αλλά τον πρόδωσε και έτσι χτύπησε και για μας ο συναγερμός και πάει το ωραίο μας το σπιτάκι. Το καταράστηκε η τράπεζα και το πήρε.
Δεν πρέπει να φοβάστε λέει η γιαγιά μου, φοβάται όποιος έχει κάτι να χάσει, εσείς όμως δεν έχετε τίποτα πια να χάσετε. Και οι γονείς μου τότε κλαίνε, κλαίνε και ύστερα κατηγορούν ο ένας τον άλλον. Πάψτε επιτέλους, φωνάζει τότε η γιαγιά μου και μετά μιλάνε πολύ ώρα για φαγιά. Μην τρώγεστε, μη μασάτε, εμείς δε φάγαμε, ποιός έφαγε, δεν έχουμε να φάμε. Τέτοια λένε και ξανακλαίνε. Εγώ πάντως δεν κλαίω, γιατί τώρα που μετακομίσαμε στο σπίτι της γιαγιάς, περνάω τέλεια.
Η δική μου γιαγιά είναι διαφορετική. Δεν μου λέει παραμύθια γιατί κοιμίζουν λέει το μυαλό. Μου διαβάζει μόνο ένα μαγικό βιβλίο που το λένε αλμανάκ. Το αλμανάκ της γιαγιάς μου, είναι κάτι σα μπερδεμένο ημερολόγιο. Για κάθε μέρα του χρόνου έχει και μια ιστορία να σου πει, μια πληροφορία, μια κουβέντα. Μιλάει για σπουδαία πράγματα αλλά και για μικρά. Έχει ωραία λόγια αλλά και άχρηστες και βαρετές πληροφορίες. Το αλμανάκ είναι κάτι σαν τη ζωή, λέει η γιαγιά μου. Και μου το διαβάζει για να μαθαίνω πράγματα που έχουν συμβεί, πράγματα που συμβαίνουν στ΄αλήθεια, όχι παραμύθια. Μου το διαβάζει για να σκεφτώ και να καταλάβω…
Νομίζω ότι έχω καταλάβει. Νομίζω ότι δε θέλω να είμαι ωραία κοιμωμένη. Νομίζω ότι θα βρω τρόπο να ξυπνήσω μόνη μου. Γιατί κανένας πρίγκιπας δε θα ‘ρθει να μας σώσει, ούτε σε χίλια χρόνια.
Η συνέχεια του «Αλμανάκ» επί σκηνής από τις 3 Φεβρουαρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 22:30 στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης.
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης, Σκηνικά-κοστούμια: Κατερίνα Σωτηρίου, Μουσική: Σπύρος Γραμμένος, Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Αποστόλου, Φωτισμοί: Κωστής Καπελώνης, Βοηθoί σκηνοθέτη: Γωγώ Καρτσάνα, Μάνος Στεφανάκης, Φωτογραφίες: Μιχάλης Θεοφάνους, Παίζουν: Κώστας Μπάρας, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σπύρος Γραμμένος, Ορέστης Τζιόβας, Ανθή Ευστρατιάδη, Τερέζα Γριμάνη, Αριάδνη Καβαλιέρου.
