Η Mαριάν είναι νοσοκομειακή γιατρός, ο Τορ είναι νοσηλευτής. Μέρος της δουλειάς της είναι να ανακοινώνει δυσάρεστα νέα στους ασθενείς. Π.χ. όχι μόνο να τους ενημερώνει ότι πάσχουν από καρκίνο του προστάτη, όχι μόνο να τους εξηγεί τις εναλλακτικές δυνατότητες θεραπείας για τον καρκίνο του προστάτη, αλλά και να τους αναλύει τις επιπτώσεις που αυτός και οι επεμβάσεις θα έχουν στα γεννητικά τους όργανα, στην υγεία τους, στη μετέπειτα ζωή τους. Υπάρχουν επαγγέλματα ή και λειτουργήματα τα οποία, ακόμα κι αν δεν είσαι κυνικός, σε κάνουν στην πορεία, γιατί είναι η ίδια τους η φύση πολύ κοντά στον κυνισμό. Τα ασκείς και όσους σχετικισμούς και εκλογικεύσεις κι αν επιστρατεύεις για να δικαιολογείς μέρος της δουλειάς σου, αλλοιώνεσαι και μετατρέπεσαι σε κάποιον που πιθανόν στα πολύ νιάτα σου να αντιπαθούσες σφόδρα. Από την άλλη, το ότι επέλεξες να στραφείς σε αυτά ενδεχομένως να υποδηλώνει ότι είχες αποδεχτεί τον κίνδυνο και ότι είχες κι εσύ μια κάποια ιδιοσυγκρασιακή προδιάθεση για να γίνεις μεγαλώνοντας κάτοικος αυτού του τρόπου σκέψης.
Όταν όμως επιλέγεις να γίνεις γιατρός, η διαδρομή είναι εντελώς διαφορετική. Η αποστολή σου είναι να θεραπεύεις τους ανθρώπους, να τους ανακουφίζεις από τον πόνο, να τους κάνεις καλά. Και υπάρχουν ειδικότητες και θέσεις, που το να γίνεσαι άγγελος κακών ειδήσεων σε ασθενείς και συγγενείς γίνεται τόσο μέρος της καθημερινότητάς σου, ώστε αν το ζούσες τελείως στο πετσί σου, θα διαλυόσουν και δεν θα μπορούσες να την παλέψεις. Οπότε, όσο μη ευχάριστο και δύσκολο κι αν είναι κάθε φορά να λες τις χειρότερες ειδήσεις σε ανθρώπους κοιτώντας τους στα μάτια, ίσως δεν γίνεται να μην το συνηθίζεις κάπου, ίσως δεν γίνεται παρά τις προθέσεις σου να μην τους το λες αποστασιοποιημένα και με τρόπο όχι κυνικό μεν, κλινικό δε.
Χωρίς λοιπόν η Μαριάν να είναι αδιάφορη, θεωρεί ότι μεταφέροντας τις βασικές πληροφορίες την έχει κάνει τη δουλειά της. Ο Τορ όμως ακόμα παρατηρεί τι διαδραματίζεται στο δωμάτιο. Αφουγκράζεται την ατμόσφαιρα, παρατηρεί τις αντιδράσεις των ασθενών, καταλαβαίνει ότι δεν αρκεί να τα πει εκείνη, πρέπει και ο δέκτης να τα ακούσει στα αλήθεια. Kι η Μαριάν ακριβώς επειδή δεν είναι αδιάφορη, είναι διατεθειμένη να συντονιστεί με την αυξημένη ευαισθησία του και να ακούσει στα αλήθεια τι της λέει εκείνος. Είναι ουρολόγος και σε μια στιγμή θα την ακούσουμε να λέει πως τα όργανα του υπογαστρίου έχουν την ιδιαιτερότητα να μας προκαλούν ντροπή με τις εκκρίσεις τους, είτε λειτουργούν είτε όχι.

H καλύτερη φίλη της Μαριάν έχει αναλάβει να φτιάξει ένα πρόγραμμα εορταστικών εκδηλώσεων για τα εκατό χρόνια του Όσλο ως πρωτεύουσα της Νορβηγίας. Προσπαθώντας να πείσει τους αρμοδίους για την κατεύθυνση του προγράμματος και τη σχέση του με τη συμπερίληψη, τη διαφορετικότητα και τη σεξουαλική ελευθερία, τους κάνει μια ξενάγηση στο Δημαρχείο, όπου δείχνοντας αετώματα και αγάλματα προσπαθεί να κοιτάξει με το σημερινό μάτι, επανανοηματοδοτώντας τα και προσθέτοντας μια δική της και πιθανότατα αυθαίρετη ματιά στο παρελθόν. Τα μνημεία όμως είναι μνημεία, οι τελετές είναι τελετές, η Ιστορία είναι Ιστορία και κάθε τόπος, κι ακόμα περισσότερο οι μεγάλες πόλεις, έχουν μια ζωντανή Ιστορία κάθε μέρα και κάθε νύχτα, κι αυτή είναι οι ιστορίες των ανθρώπων που τις κατοικούν. Ιστορίες των ονείρων τους, των ματαιώσεών τους, των πραγματώσεών τους, του βαλτώματός τους, των φόβων τους, των δυσκολιών τους, ενίοτε και των πάρα πολύ κακών μαντάτων, βάσει των οποίων η ζωή τους θα αλλάξει. Αλλά και ιστορίες που συναντούν διαρκώς η μία την άλλη, προκειμένου να φτιάξουν ή να μην φτιάξουν, μέσα από τη συνάντηση των μπαγκαζιών και της φάσης του κάθε ανθρώπου, μια νέα ιστορία, την ιστορία μιας σχέσης, ερωτικής, σεξουαλικής, φιλικής και ό,τι μπορεί να βρίσκεται στο ανάμεσα.
Το «Αγάπη Μόνο» (αυθεντικός τίτλος «Αγάπη», αφού εδώ έχουμε μια μάλλον αναντίστοιχη με το ύφος της ταινίας πιασάρικη ελληνική απόδοση, ενώ ας πούμε πριν λίγα χρόνια το «Τα Πάντα Όλα» ήταν επίσης βασισμένο σε σλόγκαν αλλά πολύ πιο ταιριαστό) είναι το δεύτερο μέρος (“Σεξ” το πρώτο – «Όνειρα» το τρίτο) της καλούμενης «Τριλογίας του Όσλο» του Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ. Βέβαια «Τριλογία του Όσλο» είχε κάνει και ο Γιοακίμ Τρίερ (της «Συναισθηματικής Αξίας» και του «Χειρότερου Ανθρώπου στον Κόσμο»), αλλά εδώ ας σταθούμε στο ότι το νορβηγικό σινεμά είναι εσχάτως πολύ στη μόδα και στα πάνω του και στο ότι και οι δύο δημιουργοί δίνουν μεγάλη έμφαση σε ένα σινεμά ανθρώπινων σχέσεων.


Τα αληθινά εκατόχρονα λοιπόν είναι οι σχέσεις των ανθρώπων. Ένα φέρι που συνεχώς πηγαινοέρχεται. Άνθρωποι που πάνε να δουν άλλους ανθρώπους ελπίζοντας πως ή φοβισμένοι μήπως. Άνθρωποι που ψάχνουν διαρκώς άλλους ανθρώπους. Oι πόλεις σήμερα είναι ταυτόχρονα και ψηφιακές, η αλληλεπίδραση ψηφιακού και φυσικού κόσμου συνεχής, ο Τορ είναι γκέι, η Μαριάν στρέιτ, ο Τορ θα της μιλήσει για το Grindr και πώς βρίσκει ερωτικούς συντρόφους στην πόλη με αυτό. Ο Τορ θα της μιλήσει για ψωνιστήρι, αλλά και για τις στιγμές μετά το σεξ που μπορεί να συζητήσει για λίγο με έναν άνθρωπο με τον οποίο μόλις συναντήθηκαν και αμέσως έκαναν σεξ και με τον οποίο ναι, προφανώς και είναι εντελώς ξένοι, έχοντας όμως αίφνης μεταξύ τους μια εγγύτητα. Δεν πρόκειται για την οικειότητα που θα οδηγήσει κάπου αλλού, δεν έχει προέλθει από τον χρόνο, την αμοιβαία συμπάθεια, τη σταδιακή γνωριμία, πιθανότατα και να μην ξαναμιλήσουν ποτέ μετά, πάντως η σωματική ένωση που προηγήθηκε και η οποία ποτέ δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά σωματική, είναι σαν να γκρέμισε διαπροσωπικούς φραγμούς που κανονικά θα υπήρχαν, είναι σαν να μηδένισε την απόσταση που κανονικά θα είχαν, με αποτέλεσμα τώρα να μπορούν έστω για λίγο να πουν ο ένας στον άλλο κάτι από την αλήθειά τους.
Η φίλη της Μαριάν την προξενεύει σε ένα φίλο της γεωλόγο, που όπως εκείνη ερμηνεύει τα μνημεία για να μιλήσει για την πόλη, αυτός εξετάζει το Όσλο ως ανάγλυφο, ως σώμα, προσπαθώντας να το ακούσει και να το καταλάβει, μέσα από τα πετρώματά του και τη μορφολογία του εδάφους του, ανάμεσα στα νερά που το διασχίζουν. Τι ζητά όμως η Μαριάν στη ζωή της; Προτιμά μια σχέση με έναν άνθρωπο που φέρνει μαζί του τις αποσκευές του παρελθόντός του; Προτιμά να ψαχτεί στις αντίστοιχες εφαρμογές στρέιτ γνωριμιών; Θέλει απλώς ένα καινούργιο κομοδίνο; Ποιος δρόμος μας πηγαίνει πού; Και πόσα είδη αγάπης υπάρχουν;
Είναι σαν η ιδιότητα του νοσηλευτή να ενεργοποιεί στους κινηματογραφικούς δημιουργούς μια ανάγκη για να φτιάξουν πρότυπα προσφοράς και φροντίδας. Ο χαρακτήρας του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στη “Μagnolia” είναι σίγουρα μια τέτοια περίπτωση, ο χαρακτήρας του Χαβιέ Καμαρά στο «Μίλα της», όσο κι αν είναι πιο περίπλοκος και αμφιλεγόμενος, έχει πάντως τέτοια χαρακτηριστικά, ενώ εδώ ο Τορ μας καλεί με τις πράξεις του και τα λόγια του να έχουμε λίγο περισσότερο πίστη στους ανθρώπους.


Και στο σκηνοθετικό του σημείωμα ο Νταγκ Γιόχαν Χάουγκερουντ προσθέτει: «Αλλά στον πυρήνα της, το βασικό θέμα της ταινίας είναι πώς να κάνουμε το καλό. Πιστεύω ότι η μυθοπλασία παίζει έναν καθοριστικό ρόλο στο να οραματιστούμε εναλλακτικούς κόσμους και προοπτικές. Επιτρέπει στους ανθρώπους να εκφράζουν τους εαυτούς τους και να δρουν με τρόπους συχνά ασυνήθιστους. Για μένα, μια σημαντική λειτουργία της μυθοπλασίας είναι να εμπνέει νέους τρόπους σκέψης στην πραγματική ζωή». Μπορεί πράγματι κανείς να αντιμετωπίσει μια τέτοια δήλωση με υψωμένο φρύδι και καχυποψία. Και προσωπικά θα είχα πάρα πολλές ενστάσεις αν η μυθοπλασία λειτουργούσε μόνο προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά το να λειτουργεί και προς αυτή την κατεύθυνση, το βρίσκω παραπάνω από μια χαρά.
Το «Αγάπη Μόνο» δεν είναι μια ιδιαίτερα ευρηματική κινηματογραφικά ταινία, προτιμά να αφήνει τα πολλά λόγια των ανθρώπων να μιλούν για εκείνη. Η φετινή βέβαια Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο για την τελευταία ταινία της τριλογίας, τα «Όνειρα», ενδεχομένως δείχνει ότι ο Χάουγκερουντ πήγε ένα βήμα πιο πέρα. Ακόμα κι έτσι, το συγκεκριμένο βήμα μπορεί να μην μας προσφέρει το πιο συναρπαστικό σινεμά του κόσμου, ωστόσο κάτι από τη διάχυτη τρυφερότητά του σταλάζει στο τέλος μέσα μας.

