– Δείτε πού παίζεται η ταινία –
Το «Νοσταλγώντας το Φως» είναι ένα ντοκιμαντέρ του 2010, το οποίο προβάλλεται φέτος στα σινεμά, μετά την επιτυχία που είχε και την εντύπωση που προκάλεσε το περσινό «Μαργαριταρένιο Κουμπί». Είναι δυο απόλυτα συγγενικά, τόσο από πλευράς θέματος, όσο και από πλευράς ύφους, ντοκιμαντέρ, στα οποία ο μεγάλος Χιλιανός ντοκιμαντερίστας Πατρίσιο Γκουσμάν («H Μάχη της Χιλής») ενώνει με έναν ασυνήθιστο, ιδιοσυγκρασιακό και λίαν επιδραστικό τρόπο την ποιητική με την πολιτική ματιά. Ο Γκουσμάν χτίζει ένα παζλ που παίρνει αφενός κομμάτια από το φυσικό περιβάλλον της Χιλής και αφετέρου από το στερέωμα των άστρων, για να αρχίσει να σχηματίζεται σταδιακά η κύρια εικόνα του, η οποία αφορά το τραυματικό ιστορικό παρελθόν της χώρας του. Τόσο το κοντινότερο παρελθόν, της αιματηρής χούντας του Πινοσέτ (στο οποίο επικεντρώνεται το «Νοσταλγώντας το Φως»), όσο και το πιο μακρινό, με την ισοπέδωση των αυτόχθονων φυλών (για την οποία μιλά παράλληλα με τα θύματα της δικτατορίας το «Μαργαριταρένιο Κουμπί») από την επέλαση του δικού μας πολιτισμού και του δικού μας τρόπου ζωής. Φυλές που είχαν έναν πολιτισμό νομαδικό, έναν πολιτισμό που δεν έχτιζε πόλεις και μνημεία, που δεν είχε στο λεξιλόγιό του τη λέξη Θεός, που πίστευε ότι οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν γίνονται άστρα.

Κι αν στο «Μαργαριταρένιο Κουμπί» πρωταγωνιστούσε, από πλευράς φυσικού περιβάλλοντος, το νερό (η Χιλή είναι μια μακρόστενη λωρίδα γης με ακτογραμμή 4.270 χιλιομέτρων), στο «Νοσταλγώντας το Φως» είναι η έρημος που κυριαρχεί. Το πιο ξηρό μέρος του πλανήτη, η έρημος Ατακάμα στην καρδιά της χώρας, παρουσιάζεται από τον Γκουσμάν σαν ένα τοπίο το οποίο συνομιλεί απευθείας με το παρελθόν. Καταρχάς με το παρελθόν του κόσμου μας και την προέλευσή του. Eξαιτίας του υψόμετρου (3.000 μέτρα), του ξηρού αέρα, της έλλειψης νεφώσεων, της έλλειψης φωτός και άλλων εκπομπών από κοντινές κατοικημένες πόλεις, το μέρος είναι ιδανικό για τους αστρονόμους, με αποτέλεσμα να έχουν εγκατασταθεί εκεί τεράστια τηλεσκόπια και να λειτουργούν παρατηρητήρια από διεθνείς αστρονομικούς οργανισμούς.
Κοιτώντας ψηλά προς τα αστέρια, κοιτάζουμε προς το παρελθόν μας,. Ένας αστρονόμος θα πει ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για το φως των αστεριών που έρχεται στα μάτια μας από το απώτατο παρελθόν, δεν ισχύει μόνο για το φως του ήλιου (που εκπέμπεται 8 λεπτά πριν το δούμε) ή το φως του φεγγαριού (που εκπέμπεται 1 δευτερόλεπτο πριν το δούμε), αλλά πως ό,τι βλέπουμε ανήκει στο παρελθόν. Λέει πως ζούμε κατά κάποιον τρόπο διαρκώς στο παρελθόν, πως όταν δυο άνθρωποι κάθονται απέναντι – απέναντι, η εικόνα του ενός που φτάνει στον άλλον ανήκει στο παρελθόν, ακόμη και αν πρόκειται για εκατομμυριοστά του δευτερολέπτου που έκανε να ταξιδέψει το σήμα μας. Λέει πως το πιο κοντά που υπάρχει σε αυτό που λέμε παρόν, είναι όταν σκεφτόμαστε.
Στην έρημο Ατακάμα, λοιπόν, που οι αστρονόμοι κοιτάζουν με τα τηλεσκόπια προς τον ουρανό το απώτατο παρελθόν μας, κάποιοι άλλοι σκάβουν ακόμα τη γη μήπως βρουν τα απομεινάρια ενός παρελθόντος εντελώς κοντινού, αλλά πια και μακρινού με τα μέτρα της ανθρώπινης ζωής, ενός παρελθόντος που τους στοιχειώνει και δεν τους αφήνει να ησυχάσουν. Η δικτατορία του Πινοσέτ με τις δεκάδες χιλιάδες βασανισμένους και τους χιλιάδες νεκρούς. Ανάμεσά τους, νεκροί τα σώματα των οποίων δεν βρέθηκαν ποτέ: οι εξαφανισμένοι. Άνθρωποι, που αφού εκτελέστηκαν, είτε θάφτηκαν στην έρημο, είτε πετάχτηκαν στον ωκεανό. Ο Γκουσμάν μάς δείχνει τις τελευταίες εναπομείνασες γυναίκες που περιδιαβαίνουν και σκάβουν την έρημο σε μια απέλπιδα, τραγική και ενδεχομένως συσσίφεια προσπάθεια, να βρουν τα πτώματα των συγγενών τους, δεκαετίες μετά τη δολοφονία τους. Το εξαφανισμένο και μη παραδομένο σώμα του νεκρού, το αέναο στοίχειωμα, το δεύτερο κακό δίπλα στο πρώτο, η ύβρις της εξαφάνισης δίπλα στην ύβρη της δολοφονίας.
Όσο για τους «τυχερούς», όσο για εκείνους που κάποτε βρήκαν απομεινάρια από τους δικούς τους, υπάρχει κι η περίπτωση αυτής της γυναίκας που πέρασε μια μέρα σπίτι της με το πόδι του νεκρού αδελφού της. Αυτό είχε μείνει από αυτόν. Το πόδι του. Μια άλλη γυναίκα, που μεγάλωσε από πολύ μικρό κοριτσάκι με τους παππούδες της, στερήθηκε τους γονείς της λόγω της χούντας και δεν τους ξαναείδε φυσικά ποτέ, έχει τώρα τα δικά της παιδιά. Οι παππούδες της την μεγάλωσαν με αγάπη, η ίδια ζει μια «κανονική» ζωή, επαγγελματικά και οικογενειακά έχει κάνει τα σωστά πράγματα, παραταύτα, λόγω του ότι στερήθηκε τους γονείς της, θεωρεί ότι έχει ένα είδος «κατασκευαστικού ελαττώματος». Το παρελθόν ζει μέσα της, το παρελθόν ζει πάντα μέσα μας. Παρηγοριέται με το ότι τα παιδιά της δεν θα έχουν το ίδιο κατασκευαστικό ελάττωμα, γιατί αυτή, αν δεν την απαγάγει κι εκτελέσει κάποιο άλλο εγκληματικό καθεστώς, θα είναι παρούσα.
Ο Γκουσμάν μάς δείχνει ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Ο άντρας ήταν πολιτικός κρατούμενος, ήταν αρχιτέκτονας και όταν απελευθερώθηκε κατάφερε να σχεδιάσει από μνήμης με θαυμαστή ακρίβεια τις φυλακές. Φυλακές που ήταν τα οικήματα στα οποία ζούσαν σε συνθήκες ουσιαστικά σκλαβιάς οι μεταλλωρύχοι του 19ού αιώνα, στην πλειοψηφία τους ιθαγενείς. Φιλμάρει με τρυφερή διακριτικότητα το ζευγάρι από πίσω, να περπατούν αγκαλιά, να κάθονται σε ένα παγκάκι αγκαλιά και λέει ότι αποτελούν μια μεταφορά για την ίδια τη Χιλή: ο άντρας που προσπαθεί να θυμάται και να διαφυλάσσει ενεργή τη μνήμη και η γυναίκα του που, πάσχοντας από αλτσχάιμερ, ξεχνά τα πάντα.
Εντονότατα πολιτικοποιημένος ο Πατρίσιο Γκουσμάν, με την πολιτική ιστορία της χώρας του να έχει σημαδέψει τη ζωή του, αρχικά στο στάδιο ελπίδας και αλλαγής των πραγμάτων με τον Αλιέντε και στη συνέχεια με το στάδιο φρίκης με τον Πινοσέτ, αφιέρωσε το έργο του σε μεγάλο βαθμό στην καταγραφή της ιστορίας της χώρας του. Στο «Νοσταλγώντας το Φως», η φωνή του καθώς μας αφηγείται την οπτική του για τον κόσμο έχει μια μελωδικότητα που είναι συντονισμένη με την ποιητικότητα της ματιάς του. Ο Γκουσμάν μιλά για την βαρυτική έλξη της μνήμης. Η μνήμη του παρελθόντος μας γειώνει, μας προσφέρει έδαφος κάτω από τα πόδια μας, μας επιτρέπει να ζούμε όντως στο παρόν. Η έλλειψή της μας κάνει να αιωρούμαστε σε έναν τόπο – άτοπο, μας κάνει να ζούμε χωρίς να γνωρίζουμε πού είμαστε, από τι υλικά ακριβώς αποτελείται το παρόν μας, πώς ήρθαμε ως εδώ, τι συνιστά αυτό το εδώ, πού μπορεί να οδηγήσει αύριο.



