Δείτε πού παίζεται η ταινία

Η ομορφότερη εποχή, ήλιος, γαλλική εξοχή, πράσινο, φάρμα, δεμάτια άχυρα, αγελάδες, κτηνοτροφικές εργασίες, μπαμπάς που εκφράζει στην κόρη του την Ντελφίν την ανησυχία ότι αρχίζουν και την προλαβαίνουν πιο γρήγορα και πιο καπάτσα κορίτσα που καπαρώνουν τους γαμπρούς, κόρη που του απαντάει ότι εκείνη δεν θέλει να παντρευτεί, μπαμπάς που την ρωτά πού λείπει τα βράδια, απορία που θα λυθεί μαζί με την απορία γιατί δεν θέλει να παντρευτεί, όταν τη δούμε να φιλά σε αχυρώνα άλλο κοριτσόπουλο.

Όμως το άλλο κοριτσόπουλο έπαιξε όσο έπαιξε, τώρα ήρθε η ώρα να νοικοκυρευτεί με το καλό αγόρι και να ακολουθήσει το προαιώνιο μοντέλο ζωής. Και της Ντελφίν η ραγισμένη καρδιά δεν την παλεύει και την κάνει για Παρίσι. Και στο Παρίσι, η ώρα Γαλλίας είναι 1971 μετά Χριστόν και 3 μετά Μάη του ’68 και επικρατεί ένας αέρας ριζοσπαστικός που κάνει τον πρόεδρο Πομπιντού να μιλά για τους κινδύνους που υφίσταται ο θεσμός της οικογένειας και πολύ σύντομα θα βρεθεί στο δρόμο της Ντελφίν μια μαχητική φεμινιστική οργάνωση, που υπερασπίζεται το δικαίωμα των γυναικών να πάψουν να ετεροκαθορίζονται, που πιάνει συμβολικά κώλους αντρών στο δρόμο για να δείξει πόσο κακό πράγμα είναι η σεξουαλική παρενόχληση και πόσο ξεβολεύεσαι όταν στο κάνουν αντί να το κάνεις, που κάνει αγώνα υπέρ των αμβλώσεων και της αντισύλληψης, που δεν διστάζει να προβαίνει και σε ακτιβιστικές ενέργειες παράτολμες έως και παράνομες.

Και όταν η εντελώς συνειδητοποιημένη λεσβία Ντελφίν συναντήσει την μπροστάρισσα στην οργάνωση Κάρολ και της την πέσει, η Κάρολ θα αντιδράσει αιφνιδιασμένη, η Ντελφίν θα θυμώσει κι η Κάρολ θα της πει, έλα δεν έγινε τίποτα, είχαμε πιει κι οι δυο. Γιατί ένα φιλί μεταξύ γυναικών, χάδια μεταξύ γυναικών ή και μια βραδιά σεξ μεταξύ γυναικών μπορούν πάντα να αποδοθούν σε κάτι ελαφρύ όπως το ποτό, μπορούν πάντα να θεωρηθούν κάτι μεταξύ παιχνιδιού και πειράματος και να αναχθούν σε ένα τελικό έλα μωρέ, γιατί οι ομοφυλοφιλικές εμπειρίες μεταξύ ετεροφυλόφιλων γυναικών δεν κουβαλούν το βάρος των ομοφυλικών εμπειριών μεταξύ ετεροφυλόφιλων ανδρών και το συνεπακόλουθο ρήγμα στην ταυτότητά τους και στο ποιοι είναι.

Αλλά η Ντελφίν δεν θα συναινέσει στο κρυφτούλι της Κάρολ. Θα της απαντήσει πως, όχι, εγώ δεν ήπια και τόσο. Αλλά είναι τόσο λάθος να νομίσει η Ντελφίν ότι η Κάρολ είναι υποκρίτρια και την ενοχλεί στο παραμικρό που η Ντελφίν είναι λεσβία. Γιατί η Κάρολ έχει φίλες λεσβίες και δεν έχει κανένα πρόβλημα ή αμηχανία μαζί τους. Απλά η ίδια δεν είναι λεσβία, αυτό είν’ όλο, αυτό της εξηγεί. Κι όταν η Ντελφίν την φιλά ξανά και η Κάρολ αυτή τη φορά ανταποκρίνεται, ναι φυσικά την έλξη της ακολουθεί και δεν κάνει κάτι επειδή πρέπει, ωστόσο το «δεν πρέπει» στην περίπτωσή της είναι σχεδόν ανύπαρκτο. Αντιθέτως ιδεολογικά γίνεται μάλλον πιο συνεπής και πιο εναρμονισμένη με το κλίμα της εποχής και του τόπου της. Έτσι, όταν η Ντελφίν την βοηθάει να ανακαλύψει ποια είναι και τι θέλει, τα πράγματα γίνονται για την Κάρολ πάρα πολύ απλούστερα.

Αλλά, φευ, για τη Ντελφίν τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Γιατί ναι μεν εκείνη ήξερε εξαρχής, ναι μεν εκείνης τα σεξουαλικά θέλω ποτέ δεν μπλέχτηκαν, αλλά το πρέπει με το θέλω μπλέχτηκε και παραμπλέχτηκε. Και όσο απελευθερωμένη μπορεί να είναι στο Παρίσι, πίσω στη φάρμα, πίσω στο χωριό, πίσω στον τόπο της, πίσω στο σπίτι της, το κρυφτούλι είναι η σειρά της να το παίξει.

Όπου και να πας, είναι μεν το μέρος που επέλεξες να είσαι, αλλά είναι ταυτόχρονα και η απόστασή του από εκεί που έφυγες

Και αν τα ήθη των Γάλλων αγροτών δεν συμβαδίζουν με τα του Παρισιού του 1971, προφανώς για τα δεδομένα του 1971 οι αντιλήψεις της γαλλικής επαρχίας ήταν ο κανόνας και το Παρίσι του ’71 μια από τις λίγες πρωτοπόρες εξαιρέσεις. Η Ντελφίν ξέρει πολύ καλά ποια είναι και τι θέλει, η κοινωνία δεν μπορεί να της αλλάξει γνώμη για αυτό, αλλά η Ντελφίν δεν θέλει η κοινωνία να ξέρει. Όχι η του Παρισιού. Η του τόπου της. Ενώ η φύση της δεν μπήκε ποτέ σε αμφισβήτηση, ενώ ήταν από πάρα πολύ νωρίς μέσα της αποκρυσταλλωμένη η σεξουαλική της ταυτότητα, ενώ δεν το θεωρεί η ίδια περίεργο ή κακό, την ίδια στιγμή την ενοχλεί το βλέμμα της κοινότητάς της, η απόρριψή της. Η συνείδηση που αναπτύσσουμε και οι ιδέες μας για τον κόσμο, είναι κατεξοχήν προϊόν του περιβάλλοντός μας. Προφανώς και μπορούμε να ξεφύγουμε και να πάμε πιο πέρα, αλλά και πάλι το σημείο εκκίνησης, το σημείο που μας ρίχνει η εποχή μας, ο τόπος μας, η οικογένειά μας, είναι εντελώς καθοριστικό ακόμη και για τις περιπτώσεις φυγής: όπου και να πας, είναι μεν το μέρος που επέλεξες να είσαι, αλλά είναι ταυτόχρονα και η απόστασή του από εκεί που έφυγες.

«Εσύ είσαι ο μπάτσος του εαυτού σου», θα πει η Κάρολ στη Ντελφίν, γιατί έχει εσωτερικεύσει αυτό το βλέμμα της οικογένειας και του περίγυρου και το έχει κάνει δικό της. Ναι μεν το βλέμμα υπάρχει, ναι μεν πιθανότατα να υπάρχει ως συνέπεια και ο εξοβελισμός από τη φάρμα που αγαπά και τον τόπο που αγαπά, ναι μεν η παραμονή της εκεί αν μαθευτεί να είναι από αφόρητη έως και αδύνατη, αλλά και πάλι είναι θέμα επιλογής της. Όλα αυτά που έχουμε εσωτερικεύσει ως αδιανόητα ή πάντως ως εκτός κουβέντας.

Ένα έργο που όταν το βλέπεις σε εμπλέκει, μεταδίδοντας μια αύρα ευπρόσδεκτη για δυο καλοκαιρινές ώρες

Οι εκδοχές του μέλλοντος που αρνούμαστε καν να προβάλλουμε στην οθόνη του μυαλού μας, ώστε να συγκρίνουμε τα υπέρ και τα κατά, τις χαρές και τα κόστη. Στη θέση της προβολής αυτής, ένα φιλμ που καίγεται, μια πληγή που χάσκει, ένα μην πας εκεί, μην κάνεις καν τον κόπο να το σκεφτείς, και μόνο που το σκέφτεσαι όλα είναι πόνος. Ή μάλλον προφανέστατα και δεν είναι όλα πόνος, αλλά πόνος εναντίον διεκδίκησης ευτυχίας, ωστόσο ο πόνος καταφέρνει και μπλοκάρει τα πάντα, εξουδετερώνοντας εν τη γενέσει της αυτήν ακριβώς τη σύγκριση. Και ενίοτε είναι όλα τόσο πολύ εσωτερικευμένα, που ακόμη και η αποκάλυψη της αλήθειας και της φύσης σου δεν μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά και να βάλει τα πράγματα στο νέο τους φως. Ενίοτε ακόμη και όταν μαθαίνεται το ποιος είσαι, εσύ εξακολουθείς να το προσποιείσαι, σε βολεύει περισσότερο αυτή η ζώνη ασφαλείας σου με τον διπλό εαυτό και τη διπλή ζωή.

Η ταινία της Κατρίν Κορσινί, ενώ ξεκινά σε ένα πιο πολιτικοποιημένο πλαίσιο και μια αποτύπωση μιας συγκεκριμένης εποχής, γρήγορα αλλάζει πορεία και μετατρέπεται σε παραδοσιακότατο μελόδραμα, με το αρχετυπικό διακύβευμα των απαγορευμένων από την κοινωνία ερώτων και της σύγκρουσης της επιθυμίας της καρδιάς με τις νόρμες της κοινωνίας. Κι ενώ υπό αυτήν την έννοια δεν μας προσφέρει τίποτα αληθινά νέο, ενώ αντίθετα τελικά βασίζεται σε μια σύγκρουση που έχουμε παρακολουθήσει τρισεκατομμύρια φορές, «Η ομορφότερη εποχή» παρακολουθείται πολύ ευχάριστα. Θέλω να κάνω μια έξτρα μνεία στο μοντάζ της, που δίνει στην ταινία ανάσες και ρυθμό και ροή. Όντας θεματικά πολύ λιγότερο κοντά στη «Ζωή της Αντέλ» και περισσότερο κοντά στο «Κάρολ» (και το όνομα της ηρωίδας προφανώς δεν είναι τυχαίο), η Κορσινί δεν μας παραδίδει σε καμία περίπτωση μια σημαντική ταινία. Αλλά φτιάχνει ένα έργο που όταν το βλέπεις σε εμπλέκει, μεταδίδοντας μια αύρα ευπρόσδεκτη για δυο καλοκαιρινές ώρες.