Ξαναπέφτεις ένα βράδυ πάνω στην «Ερωτική Επιθυμία», την ξαναβλέπεις ολόκληρη μετά από πολλά χρόνια και προσπαθείς να ταιριάξεις την ταινία που τώρα βλέπεις με την αίσθησή της που υπάρχει τόσα χρόνια μέσα σου. Δεν είναι η αίσθηση που θα χρειαστεί να ταιριάξεις· η αίσθηση επανέρχεται πανίσχυρη, επιβεβαιώνεται ακαταμάχητα, οι εικόνες και το μουσικό θέμα σε κυκλώνουν ξανά, δεν ξέρω πόσες φορές στην ιστορία του κινηματογράφου έχει καταφέρει ένα έργο να έχει τέτοια μεθυστική επίδραση – μεθυστική καθόλου μεταφορικά όμως, μεθυστική εντελώς κυριολεκτικά. Κάπως ζαλίζεσαι. Αλλά με τον τρόπο που θέλεις να ζαλίζεσαι. Θέλεις κι άλλο. Τώρα που βρεθήκατε ξανά, την βάζεις να παίξει στο καπάκι άλλη μια φορά.
Εκείνο που θα χρειαστεί να ταιριάξεις είναι η εμβληματικά ρομαντική ατμόσφαιρά της και σκηνές που έχουν καταχωρηθεί στη συλλογική μνήμη των κινηματογραφόφιλων (κι ίσως όχι μόνο αυτών) ως η αποθέωση του ερωτικού επιθυμώ, με το σε ποιο σημείο της ταινίας λαμβάνουν χώρα, με το αν όντως τη στιγμή που λαμβάνουν χώρα υπάρχει στον αέρα οποιαδήποτε έλξη ανάμεσα στην κυρία Τσαν και τον κύριο Τσάου.
Βλέπεις, η «Ερωτική Επιθυμία» είναι ιστορία δύο ζευγαριών, ενός αληθινού κι ενός όχι. Και δεν είναι η ιστορία του αληθινού αυτή που θα δούμε. Εκτός από την κυρία Τσαν και τον κύριο Τσάου, υπάρχει ο κύριος Τσαν και η κυρία Τσάου. Που δεν επιθυμούν απλώς – πράττουν. Πραγματώνουν την επιθυμία τους. Αυτό που θέλουν το παίρνουν. Αυτό που θέλουν το έχουν.
Ο Γουόνγκ Καρ-βάι όχι απλά δεν θα μας δείξει την ιστορία του κύριου Τσαν και της κυρίας Τσάου, αλλά δεν θα μας δείξει καν ποτέ το πρόσωπό τους. Στις λίγες σκηνές που θα τους δούμε ή θα τους ακούσουμε, είτε θα βλέπουμε μόνο την πλάτη τους και τη φιγούρα τους, είτε θα βρίσκονται εντελώς εκτός πλάνου όταν μιλούν. Σε έναν κόσμο εκτός του βλέμματός μας, ο κύριος Τσαν και η κυρία Τσάου ζουν τον έρωτά τους. Στον κόσμο εντός του βλέμματός μας, η κυρία Τσαν και ο κύριος Τσάου αναπαριστούν έναν έρωτα αλλότριο και πληγωτικό και για τους δύο. Και προσομοιώνοντας έναν έρωτα αρχίζουν σιγά σιγά να τον ζουν, όπως ίσως θα συμβεί αρκετά χρόνια αργότερα στον «Αστακό».
Το τσιτάτο λέει ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα. Ενδεχομένως το σινεμά είναι η συνέχιση της επιθυμίας με άλλα μέσα. Η αποτύπωσή της σε φιλμ, η οπτικοακουστικοποίησή της, ένα παίρνω αυτή τη μαγνητική δύναμη που ασκείται ανάμεσα στους ανθρώπους, τη μεταφέρω σε εικόνες, μουσικές και ιστορίες, επιστρέφoντάς τους την μεγεθυμένη πίσω, προκειμένου να καθρεφτιστούν, να ανατροφοδοτηθούν, να στενάξουν.
Άπαξ και η επιθυμία φύγει από τη σφαίρα της φαντασίωσης και της λαχτάρας και μεταβεί στη σφαίρα της πραγμάτωσης, ο κινηματογράφος κάνει στην άκρη. Τι απομένει να δείξεις ως κινηματογραφιστής; Το σεξ; Τι απομένει να ζήσεις ως άνθρωπος; Την πλήρωση ή την κατάλυση της επιθυμίας; Μπορεί ποτέ η πλήρωση να μην είναι και κατάλυση; Το πορνό και η ζωή. Αυτά μάλλον απομένουν. Μπορεί κανείς να αγαπά και τα πορνό και τη ζωή. Αλλά η αυτοτελώς συγκλονιστική σφαίρα του μετεωρισμού της ερωτικής επιθυμίας θα έπρεπε να μπορεί να γίνεται ταινίες χιλιετίες πριν ανακαλυφθεί ο κινηματογράφος. Όλοι όσοι έζησαν πριν την έλευσή του, τις ταινίες τις έπαιζαν στο μυαλό τους, απλά δεν είχαν όνομα να δώσουν σε όλη εκείνη την ημιπαραισθητική – ημιαληθινή φαντασμαγορία που προβαλόταν στην οθόνη του. Η συνθήκη προϋπήρχε, το σινεμά ήρθε μετά.

