Βραυρώνα – Ναός της Αρτέμιδος: Τόπος ιερός, περικαλλής χιλιάδων χρόνων

Στον μυθικό τάφο της Ιφιγένειας, στον ναό όπου οι αρχαίες Αθηναίες έταζαν τα κορίτσια τους στη θεά-προστάτιδα των γυναικών

Κείμενο – Φωτογραφίες: Αλέξης Γαγλίας

Καλοκαιριάτικο πρωινό, ζέστη- ο ήλιος ανέρχεται ταχύρρυθμα στον ουρανό. Με φόντο στη γη τους κίονες της αρχαίας στοάς, τροχιές αεροπλάνων υπερίπτανται χαμηλά, σε ρότα προσγείωσης στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Λεπτές λευκές χαρακιές σε ένα κάδρο που τα υπόλοιπα μέρη του μονταρίστηκαν χιλιάδες χρόνια πριν.

Βρισκόμαστε στην ανατολική ακτή της Αττικής, μέσα στα όρια του προστατευόμενου υγροβιότοπου που διαμορφώνουν οι εκβολές του ποταμού Ερασίνου, όπως αυτός ρέει από την εύφορη πεδιάδα των Μεσογείων. Σε ένα τοπίο που ταυτοποιείται από τα θραύσματα του χρόνου, δεσπόζει ένας μοναδικός αρχαιολογικός πυρήνας: το Ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας και το Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας.

Τόπος διαλεγμένος από τους ανθρώπους για να ζήσουν ήδη 3.000 χρόνια πριν από την Κλασσική Αρχαιότητα, οπότε κτίστηκε το Ιερό- οι αρχαιολόγοι εκτιμούν πως αυτός ο χώρος, αυτά τα ίδια στρέμματα γης πρωτοκατοικήθηκαν στα νεολιθικά χρόνια. Το 2.000 π.Χ. υπήρχε πλέον μια δραστήρια κοινότητα ανθρώπων επακριβώς τοποθετημένη. Τόπος ανεπαισθήτως δονούμενος, με χάρη στην όραση του επισκέπτη αλλά ειδικό βάρος φέροντας εγγενώς. Κι ας τον έχει «σκεπάσει» η Ακρόπολη με τη βαριά σκιά της κι αυτόν, όπως τόσα άλλα εξαιρετικά- αρχαία και διαχρονικά- τοπόσημα της Αττικής.

Εδώ, σπουργίτια έχουν κάνει τις φωλιές τους στα ρήγματα των μαρμάρων. Το νερό κυλάει αδιάλειπτα από την αρχαία πηγή- κι ένα γκρουπ τουριστών περπατά τη διαδρομή που με μεράκι η αρχαιολογική υπηρεσία έχει χαράξει. Από τα θεμέλια του Ναού της Αρτέμιδος στη Μεγάλη Στοά και στα απομεινάρια των αρχαίων δωματίων, όπου οι θέσεις των ανακλίντρων είναι ακόμα ορατές.

Παρατηρώ τους Αμερικανούς επισκέπτες και συνειρμικά μου έρχεται στο νου το διαστημικό πρόγραμμα Artemis της NASA: το 2024 αυτό αναμένεται να προσγειώσει την πρώτη γυναίκα στην επιφάνεια της σελήνης. Και, μάλιστα, γυναίκες είναι τα μισά από τα 18 μέλη της αποστολής. Το όνομα του διαστημικού προγράμματος που τόσο έμπρακτα αναδεικνύει την ισότητα των φύλων δεν επιλέχθηκε τυχαία: Στη μυθολογία η Άρτεμη περιγράφεται ως γυναίκα χειραφετημένη, αμαζόνα αλλά και κουροτρόφος, σκληροτράχηλη και ορμητική (και στον λόγο της ακόμα)- «λέων γυναιξί» την αποκαλεί η Ήρα. Αεί παρθένος αλλά προστάτιδα των τοκετών και του γάμου θεωρούνταν η θεά από τους πιστούς. Η λατρεία της συνδεόταν με τον γυναικολογικό κύκλο και την έμμηνο ρύση, με τη μητρότητα γενικά.

Ο μύθος και οι ποιητές καταγράφουν πως στο Ναό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος έζησε και πέθανε η Ιφιγένεια, υπηρετώντας τη θεά ως ιέρειά της. Είναι η μυθολογία ως πηγή που εδώ τοποθετεί τον τάφο της. Τα μόνα σίγουρα είναι τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης- αυτή ανακάλυψε πως στο ναό διαβιούσαν από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι και την ύστερη εφηβεία τους κορίτσια από τους Δήμους της Αθήνας: «οι άρκτοι» όπως καλούνταν ήταν ταμένες, πριν ακόμα γεννηθούν, από τις μητέρες τους στη θεά, με την προσδοκία ο τοκετός να κυλήσει φυσιολογικά. Στο Μουσείο της Βραυρώνας εκτίθενται αντικείμενα αυτών των νεαρών κοριτσιών- κάποια μοιάζουν τωρινά, μυστηριωδώς μοντέρνα και ανεξίτηλα τα χρώματά τους. Τόσο ώστε αισθάνεσαι την ανθρώπινη εντύπωση αυτών των γυναικών, τη διαχρονία της παρουσίας τους σε αυτόν τον τόπο.

Ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή– και από τον μίτο της όμορφης τριγύρω φύσης που κάλεσε, τόσες χιλιάδες χρόνια πριν τους ανθρώπους εδώ, να ξετυλίξουμε την αφήγηση: σαν τα υφαντά που αφιέρωναν με συγκίνηση, με ελπίδα, αυτοί οι αρχαίοι άνθρωποι στη θεά τους.

Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής κατόρθωσε μέσα από όσα σπαράγματα επέτρεψαν οι αιώνες στον βίαιο διάβα τους να φτάσουν ως εμάς, να ανασυνθέσει την εικόνα του κτηριακού συμπλέγματος που άκμαζε 2.500 χρόνια πριν σε αυτό το ίδιο σημείο του κόσμου. Οι πληροφορίες που μας δίνουν τα στοιχεία της έρευνας και οι ερμηνείες των Ελλήνων αρχαιολόγων, «αρμολογούν» με πιστότητα ένα νοερό ταξίδι. Εμείς, λίγη φαντασία αν θέσουμε σε κίνηση εντός μας και, ίσως, να δούμε τα άρματα που έσπευδαν τρεχάτα από το άστυ των Αθηνών- τα σημάδια των τροχών τους αποτυπώθηκαν για πάντα στον πέτρινο δρόμο.

Για την περιήγηση, την ξενάγηση ερμηνείας στον αρχαιολογικό χώρο και το Μουσείο Βραυρώνας και την επιστημονική συμβολή τους, ευχαριστούμε τις αρχαιολόγους:

Δρ Ελένη Ανδρίκου (Διευθύντρια Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής)
Δρ. Νίκη Βασιλικού (Προϊσταμένη Τμήματος Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων και Μουσείων)
Μαρία-Χριστίνα Κατσαβού (Αρχαιολόγος Εφορείας Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής, υπεύθυνη Αρχαιολογικού Χώρου Βραυρώνας)
Αικατερίνη Πέτρου (Αρχαιολόγος ΕφΑΑνΑτ, υπεύθυνη Αρχαιολογικού Μουσείου Βραυρώνας).

Για την εξαιρετική διάθεση συνεργασίας τους ευχαριστούμε επίσης το προσωπικό του Αρχαιολογικού Χώρου και Μουσείου Βραυρώνας.

Η θέση και η προϊστορία της

Η Βραυρώνα λοιπόν: μια εύφορη κοιλάδα που ανοίγει στο νότιο Ευβοϊκό κόλπο και διαρρέεται από τον ποταμό Ερασίνο. Η φυσική προστασία που προσφέρουν οι γύρω λόφοι, το ήπιο κλίμα, το εύφορο έδαφος και η αφθονία νερού, όπως και η έξοδος προς τη θάλασσα παρείχαν τις κατάλληλες συνθήκες για μόνιμη εγκατάσταση στην περιοχή, ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους.

Στον χαμηλό λόφο Κομμένο Λιθάρι που δεσπόζει στον μυχό του κόλπου της Βραυρώνας, η πρώτη ανθρώπινη εγκατάσταση σημειώνεται στα τέλη της Νεολιθικής περιόδου και κυρίως στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3500 – 2000 π.Χ.). Ο οικισμός άκμασε κατά την επόμενη Μέση Εποχή του Χαλκού (2000 – 1600 π.Χ.) όταν και αποτελούσε μία οργανωμένη κοινότητα, όπως μαρτυρούν τα οικοδομικά κατάλοιπα (οικίες, τείχη, περίβολοι) που έφερε στο φως η ανασκαφή στην κορυφή του λόφου. Η κατοίκηση συνεχίστηκε και στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού ή Μυκηναϊκή εποχή, μέχρι που ο οικισμός εγκαταλείφθηκε (περί το 1200 π.Χ.) Με αυτόν τον μυκηναϊκό οικισμό συνδέεται το εκτεταμένο νεκροταφείο θαλαμοειδών τάφων που έχει αποκαλυφθεί 200μ. περίπου ανατολικά, στον λόφο Λαπούτσι.

Το Ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας

Στις βορειοδυτικές υπώρειες του λόφου Κομμένο Λιθάρι, πάνω από τον αρχαιολογικό χώρο, ιδρύθηκε το Ιερό της Αρτέμιδος Βραυρωνίας. Θρησκευτικό κέντρο αρχικά του αρχαίου Δήμου των Φιλαϊδών, εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα και πιο σεβάσμια ιερά της Αττικής.

Η μορφολογία της περιοχής- που είναι αγροτική, δασώδης, παραθαλάσσια και παραποτάμια ταυτόχρονα- ήταν ιδανική για την ίδρυση ενός ιερού αφιερωμένου στην Αρτέμιδα, αφού συνδύαζε όλα τα στοιχεία που προσιδιάζουν στην υπόσταση της κυνηγέτιδας θεάς.

Ιστορία του Ιερού

Η παλαιότερη λατρεία ανάγεται στον 9ο αι. π.Χ. και συνδέεται με την προϊστορία του χώρου. Το Ιερό, από το 700 π.Χ. διανύει μία πρώτη περίοδο άνθησης. Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. ιδρύονται τα πρώτα λατρευτικά κτήρια, ενώ από τα μέσα του 5ου αι. και σε όλη τη διάρκεια του 4ου αι. π.Χ. το ιερό φθάνει στο αποκορύφωμα της ακμής του.

Στην άνθισή του κατά τους Αρχαϊκούς και πρώιμους Κλασικούς χρόνους συνέβαλε η υποστήριξη και οικονομική ενίσχυση σημαντικών προσωπικοτήτων των Αθηνών που κατάγονταν από το τοπικό γένος των Φιλαϊδών, όπως ο τύραννος Πεισίστρατος (που επισημοποίησε τη λατρεία της θεάς στην περιοχή) και οι στρατηγοί Μιλτιάδης και Κίμωνας. Το ιερό εγκαταλείφθηκε γύρω στο 300 π.Χ. για αδιευκρίνιστους λόγους- ίσως εξαιτίας υπερχείλισης του ποταμού Ερασίνου. Άλλη άποψη είναι ότι ο χώρος καταστράφηκε κατά το Χρεμωνίδειο πόλεμο (267-281π.Χ.).

Η ίδρυση του Ιερού (σύμφωνα με τον μύθο)

Σύμφωνα με τον μύθο, τη λατρεία της Αρτέμιδος έφεραν στη Βραυρώνα ο Ορέστης και η Ιφιγένεια, τα παιδιά του Αγαμέμνονα. Ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις αναφέρει πως ο Ορέστης, προκειμένου να λυτρωθεί από τις Ερινύες που τον βασάνιζαν για τον φόνο της μητέρας του, ακολουθώντας χρησμό του Απόλλωνα μετέβη στην Ταυρική, τη χώρα των Ταύρων (Κριμαία), προκειμένου να πάρει το διιπετές ξόανο (ξύλινο ομοίωμα) της Αρτέμιδος και να το μεταφέρει στην Αττική, μαζί με την αδερφή του Ιφιγένεια. Με τη βοήθεια της θεάς Αθηνάς ο Ορέστης εκπλήρωσε την αποστολή του και τα δύο αδέρφια αποβιβάστηκαν στην Αττική.

Με υπόδειξη της Αθηνάς ο Ορέστης ίδρυσε στις Αλές Αραφινήδες (Αρτέμιδα/Λούτσα) τον ναό της Αρτέμιδος Ταυροπόλου για να στεγάσει το ξόανο της θεάς, ενώ η Ιφιγένεια παρέμεινε για το υπόλοιπο της ζωής της ως κλειδούχος ιέρεια της Αρτέμιδος στο Ιερό της Βραυρώνας, όπου και τάφηκε.

«Της θεάς ιέρεια εσύ, Ιφιγένεια, πρέπει

να γίνεις στους ιερούς Βραυρώνιους λόφους», έγραφε ο αρχαίος ποιητής.

«Εκεί και θα σε θάψουν, σαν πεθάνεις

κι όσα κρουστά υφαντά θα μένουν μέσα

στα σπίτια από γυναίκες που θα τύχει

στη γέννα τους απάνω να πεθάνουν

σ’ εσέ θα τα προσφέρνουν».

(Ευριπίδης, Ιφιγένεια εν Ταύροις, στ. 1462-1467_ απόδοση Θρ. Σταύρου)

Σύμφωνα με μία τοπική παραλλαγή του μύθου στον Δήμο των Φιλαϊδών, πριν τον απόπλου για την Τροία, η Ιφιγένεια θυσιάστηκε στη Βραυρώνα και όχι στην Αυλίδα και στη θέση της η θεά Άρτεμις τοποθέτησε μία αρκούδα (άρκτο) και όχι ελάφι. Στη συνέχεια η θεά μετέφερε την Ιφιγένεια στη γη των Ταύρων, όπου υπηρέτησε ως ιέρεια στον εκεί ναό της. Ενώ, ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει πως η Ιφιγένεια αποβιβάστηκε στη Βραυρώνα και έφερε μαζί της το ξόανο της Αρτέμιδος από την Ταυρική. Η άφιξη της Ιφιγένειας στη Βραυρώνα και η ίδρυση του Ιερού, σύμφωνα με αυτήν την παράδοση του Παυσανία, απεικονίζεται στο λεγόμενο «Ανάγλυφο των θεών» που εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας.

Λατρεία και Τελετουργικά δρώμενα | Αρκτεία και Βραυρώνια

Η Άρτεμις λατρευόταν από τους αρχαίους Έλληνες ως θεά της φύσης. Κυνηγέτιδα, προστάτιδα των ζώων, ήμερων και άγριων, θεά της ζωής και της γονιμότητας. Όπως μαρτυρούν τα πλούσια αναθήματα που βρέθηκαν στο Ιερό και εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας, στη Βραυρώνα η Άρτεμις λατρευόταν κυρίως ως προστάτιδα του γάμου, των γυναικών, της οικογενειακής ζωής, της γέννησης και της ανατροφής των παιδιών (Άρτεμις Κουροτρόφος).

Αρκτεία

Με αυτή την υπόσταση της θεάς συνδέεται η αρκτεία, μια τελετή μύησης κατά την οποία κορίτσια από επιφανείς αθηναϊκές οικογένειες, που ονομάζονταν άρκτοι, παρέμεναν στο ιερό προκειμένου να προετοιμαστούν για τον έγγαμο βίο και τη μητρότητα.

Σύμφωνα με τον μύθο (που διασώθηκε από τα «Σχόλια» της Λυσιστράτης του Αριστοφάνη και το λεξικογράφο Σουΐδα) μία αρκούδα (άρκτος) που ζούσε στο Ιερό της θεάς στη Βραυρώνα τραυμάτισε ένα μικρό κορίτσι και τα αδέρφια του κοριτσιού τη σκότωσαν. Η Άρτεμις εξοργίστηκε και έστειλε λοιμό στην πόλη της Αθήνας. Για να εξευμενιστεί η θεά και να σταματήσει η καταστροφή, σύμφωνα με χρησμό, οι παρθένες της πόλης έπρεπε στο εξής να υπηρετήσουν την Αρτέμιδα για ένα διάστημα πριν το γάμο τους.

Κατά τη διάρκεια της θητείας τους στο Ιερό οι άρκτοι, «καθοδηγούμενες» από τη θεά για το πέρασμά τους από την παιδική ηλικία στην εφηβική, προετοιμάζονταν ψυχολογικά και πνευματικά για την ενηλικίωση, τον γάμο και τον μετέπειτα κύριο ρόλο τους στην αρχαία κοινωνία.

Μαρμάρινο αναθηματικό ανάγλυφο («Το Ανάγλυφο των Θεών»). 420/410 π.Χ. Από αριστερά απεικονίζονται με τη σειρά ο Δίας καθισμένος, η Λητώ, ο Απόλλων και η Άρτεμις. Στο τμήμα της παράστασης που λείπει ο Ορέστης και η Ιφιγένεια παρουσιάζονταν πιθανώς πάνω σε άρμα συρόμενο από ζεύγος ελαφιών. Το μαρμάρινο κεφάλι της γυναικείας μορφής στα δεξιά ταυτίζεται πιθανόν με τη μορφή της Ιφιγένειας.

Τα Βραυρώνια

Προς τιμήν της θεάς, γινόταν κάθε 4 χρόνια μεγάλη επίσημη γιορτή, τα Βραυρώνια, κατά την οποία, μεγαλόπρεπη πομπή πιστών ξεκινούσε από το Βραυρώνιο της Ακρόπολης των Αθηνών (το τέμενος που είχε ανεγερθεί εκεί προς τιμήν της Βραυρωνίας Αρτέμιδος από τον τύραννο Πεισίστρατο και τους γιους του) και κατέληγε στο ιερό της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα. Την οργάνωση της γιορτής αναλάμβαναν δέκα ιεροποιοί, που ορίζονταν με κλήρο από την Αθηναϊκή Βουλή.

Κορυφαία στιγμή και σημαντικότερη λατρευτική εκδήλωση της γιορτής των Βραυρωνίων αποτελούσε η ολοκλήρωση του μυστηρίου της αρκτείας με τις άρκτους, γυμνές ή ντυμένες, να τελούν ιερές πράξεις, όπως θυσία αίγας, πομπή, χορό και δρόμο, κρατώντας στεφάνια, ταινίες και πυρσούς γύρω από τους βωμούς. Όντως, στους μελανόμορφους κρατηρίσκους του 5ου αι. π.Χ. που βρέθηκαν στο Ιερό και εκτίθενται στο Μουσείο Βραυρώνας απεικονίζονται παραστάσεις λατρευτικών πράξεων, με άρκτους να επιδίδονται σε δρόμο και χορό γύρω από βωμό.

Η γιορτή περιελάμβανε και άλλες ιεροπραξίες, όπως προσφορές των πιστών προς τη θεά, ένδυση του λατρευτικού αγάλματος, αγώνες ραψωδίας και πιθανώς αθλητικούς αγώνες, όπως αρματοδρομίες. Και μεταξύ των λατρευτικών δρωμένων περιλαμβανόταν, μάλλον, και το Ιερόν Κυνηγέσιον, μία θεατρική τελετουργική απομίμηση ενός μυθικού κυνηγιού της Αρτέμιδος.

Στο Ιερό της Βραυρώνας, εκτός από την Άρτεμη, λατρεύονταν η Ιφιγένεια, η Λητώ, ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος. Κέντρο της λατρείας παρέμενε ωστόσο πάντοτε ο αρχικός πυρήνας του ιερού, γύρω από το ναό της Αρτέμιδος και τον «Τάφο της Ιφιγένειας», στη βόρεια βραχώδη πλαγιά του λόφου της προϊστορικής ακρόπολης/ οικισμού.

Τμήμα ερυθρόμορφης κύλικας. Η Δανάη σε κλίνη συγκεντρώνει στον χιτώνα της τη χρυσή βροχή στην οποία είχε μεταμορφωθεί ο Δίας. 500 – 475 π.Χ.

Τα οικοδομήματα του Ιερού

Τα περισσότερα από τα κτίσματα που υπήρχαν στο ιερό της Βραυρώνας τα γνωρίζουμε από μία επιγραφή – ψήφισμα που βρέθηκε στη δυτική πτέρυγα της Στοάς και χρονολογείται στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. Η επιγραφή είναι πολύ σημαντική για την τοπογραφία του ιερού γιατί αναφέρεται σε επισκευές οικοδομημάτων, τα οποία απαρτίζανε το Ιερό της Βραυρώνας. Ποια ήταν αυτά; Καταρχάς ο νεώς (ναός) και έπειτα ο παρθενών, οι οίκοι, το αμφιπολείον «εν ω διαιτώνται», το γυμνάσιον, η παλαίστρα και οι ιππώνες.

Εκτός από το ναό της Αρτέμιδος και τον παρθενώνα- που μάλλον ήταν η μεγάλη στοά βορείως του ναού- τα υπόλοιπα κτήρια δεν έχουν ακόμη βρεθεί, καθώς οι ανασκαφές διακόπηκαν απότομα το 1963, όταν ο ανασκαφέας Ιωάννης Παπαδημητρίου πέθανε αιφνίδια.

Ναός της Αρτέμιδος

Πάνω από τα υπόλοιπα οικοδομήματα δέσποζε το σημαντικότερο κτήριο του Ιερού και κέντρο της λατρείας στον χώρο: ο ναός της Αρτέμιδος. Διαστάσεων 19.20 Χ 10.35 μέτρων, είναι κτισμένος μάλλον στη θέση παλαιότερου αρχαϊκού ναού του 6ου αι. π.Χ., που καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ.. Είναι δωρικού ρυθμού, θεμελιωμένος σε ψηλό πλάτωμα (ανάλημμα) που κατασκευάστηκε από ισχυρούς πωρόλιθους και αποτελείται από τρία μέρη: τον πρόναο, τον τρίκλιτο σηκό και τον οπισθόδομο ή άδυτο. Σήμερα σώζεται μόνο η κατώτατη στρώση των θεμελίων του.

Η ανασκαφή έφερε στο φως τμήματα από τέσσερα αγάλματα του 5ου και 4ου αι. π.Χ. : Μέσα στο σηκό του ναού ήταν στημένο το λατρευτικό άγαλμα της θεάς, ένα δεύτερο άγαλμα βρισκόταν ίσως στον οπισθόδομο του ναού, ενώ η θέση των άλλων δύο είναι άγνωστη. Και τα τέσσερα ήταν ακρόλιθα, είχαν δηλαδή μαρμάρινο κεφάλι και άκρα αλλά ξύλινο σώμα. Το ένα από αυτά είχε φυσικό μέγεθος, ένα ήταν μικρότερο και δύο μεγαλύτερα του φυσικού. Έχει ενδιαφέρον ότι οι γυναίκες έντυναν τα αγάλματα της θεάς με ενδύματα που υφαίνονταν ακριβώς γι’ αυτό τον σκοπό.

Σε ελεύθερο χώρο ανατολικά του ναού βρισκόταν ο βωμός για την τέλεση λατρευτικών πράξεων και την προσφορά θυσιών. Από την άλλη πλευρά του, στη ρίζα του βράχου, στα μέσα του 5ου αι. π.Χ. κατασκευάστηκε ένα υπερυψωμένο πλακόστρωτο πλάτωμα, που μάλλον χρησίμευε για την εναπόθεση αφιερωμάτων ή την παραμονή των πιστών.

Πήλινος αναθηματικός πίνακας. Η Άρτεμις με δάδα συνοδεύεται από σκύλο. 490 – 480 π.Χ. (H Άρτεμις ως Πότνια Θηρών – Κυνηγέτις)

«Τάφος της Ιφιγένειας», «Ηρώο της Ιφιγένειας», «Ιερά Οικία»

Στο σπήλαιο στα νότια του ιερού της Αρτέμιδος ο ανασκαφέας Γ. Παπαδημητρίου τοποθέτησε τον μυθικό τάφο της Ιφιγένειας, γνωστό από τις αρχαίες πηγές ως κενήριον, δηλαδή κενοτάφιο. Αυτό ήταν το κέντρο λατρείας της Ιφιγένειας, κλειδούχου ιέρειας της Αρτέμιδος κατά τον Ευριπίδη, ήδη από τον 8ο αι. π.Χ.: η Ιφιγένεια παρέμεινε στο Ιερό της Βραυρώνας έως τον θάνατό της και έκτοτε λατρευόταν ως χθόνια ηρωίδα, σχετιζόμενη δηλαδή με τον θάνατο και τον κάτω κόσμο. Σε αυτήν προσφέρονταν οι πέπλοι γυναικών που πέθαιναν στη γέννα, ενώ μέσα στο σπήλαιο είχαν διαμορφωθεί διάφοροι χώροι.

Τα παλαιότερα κτίσματα του «Τάφου της Ιφιγένειας» χρονολογούνται γύρω στο 700 π.Χ. Μετά την κατάρρευση της οροφής του, πιθανώς τον 5ο αι. π.Χ., οικοδομήθηκε ένας μικρός ναός που ταυτίστηκε με το «Ηρώο της Ιφιγένειας». Και ένα δεύτερο, μεγαρόσχημο, κτίσμα, η «Ιερά Οικία», είχε κατασκευαστεί πιθανότατα λίγο πριν στα ανατολικά του σπηλαίου.

Τα πρωιμότερα ευρήματα από τον χώρο χρονολογούνται στον 8ο αι. π.Χ., ενώ δεν εντοπίζονται μεταγενέστερα του 5ου αι. π.Χ. Κατά την ανασκαφή μέσα και έξω από τη σπηλιά βρέθηκαν αγγεία, ειδώλια, χάλκινα κάτοπτρα, μαρμάρινες επιγραφές και θραύσματα γλυπτών. Οι αρχαιολόγοι θεωρούν ότι εκεί φυλάσσονταν τα αφιερώματα των πιστών, γίνονταν τελετουργικά γεύματα ή διέμεναν οι ιέρειες.

Πλαστικά αγγεία σε διάφορες μορφές. 6ος – 5ος αι. π.Χ. Σειληνός. 5ος αι. π.Χ. (169) Γυναικείες κεφαλές. Αρχές 5ου αι. π.Χ. (170, 172). Διπλή γυναικεία κεφαλή, πιθανώς θυμιατήριο. Αρχές 5ου αι. π.Χ. (171) (Οι αριθμοί στις παρενθέσεις αντιστοιχούν στην αρίθμηση των εκθεμάτων στην προθήκη, βοηθητική για την ταύτισή τους).

Στοές: Η Μεγάλη και η Βόρεια στοά

Στον υπαίθριο χώρο βόρεια του ναού της Αρτέμιδος, εκεί όπου τελούνταν οι λατρευτικές πράξεις, το 420 π.Χ. ανεγέρθηκε μεγάλη στοά σε σχήμα Π.

Η Στοά της Βραυρώνας αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο οικοδόμημα με την τυπική διάταξη των ιωνικών στοών, που την ίδια ακολουθούν πολλά μνημεία, κυρίως της Μικράς Ασίας, κατά την ελληνιστική περίοδο. Αποτελεί λοιπόν πολύτιμο μνημείο στην αρχαιολογική έρευνα για την εξέλιξη των στωικών οικοδομημάτων.

Σήμερα είναι το καλύτερα διατηρημένο κτήριο του συμπλέγματος του Ιερού της Βραυρωνίας Αρτέμιδος- και μάλλον εξαιτίας της πρώτης επιβλητικής του εντύπωσης στον αρχαιολογικό χώρο, οι περισσότεροι επισκέπτες λαθεμένα το συγχέουν με τον ναό. Είναι, όμως, η Στοά. Δωρικού ρυθμού, παρέμεινε εξαρχής ημιτελής: δεν τοποθετήθηκε κιονοστοιχία στη δυτική πλευρά της, ενώ και το ανατολικό της σκέλος δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Στο βόρειο και το δυτικό σκέλος της υπήρχαν δωμάτια, επτά και τέσσερα αντίστοιχα. Από τα έντεκα δωμάτια της στοάς, τα εννέα μεγαλύτερα είχαν πώρινα δάπεδα και μαρμάρινα κατώφλια και ήταν εξοπλισμένα με 11 ξύλινες κλίνες και 7 λίθινα τραπέζια. Σύμφωνα με νεότερες μελέτες τα δωμάτια της Στοάς προορίζονταν για τις συνεστιάσεις ανδρών που έπαιρναν μέρος στη γιορτή της θεάς.

Τα αφιερώματα των πιστών τοποθετούνταν σε βάθρα, μερικά από τα οποία σώζονται ακόμα και σήμερα. Κατά το β’ μισό του 4ου και κατά τον 3ο αι. π.Χ., η πλέον χαρακτηριστική κατηγορία αναθημάτων ήταν τα μαρμάρινα αγαλμάτια μικρών κοριτσιών και αγοριών, τα οποία αφιέρωναν οι γονείς τους στη θεά, θέτοντάς τα υπό την προστασία της.

Για τη χρήση της Στοάς έχουν προταθεί αρκετές ερμηνείες: ως χώρος διαμονής των νεαρών κοριτσιών/ «άρκτων», λατρευτικό κτήριο αφιερωμένο στην Ιφιγένεια, αλλά και χώρος εστίασης. Τελικά ίσως να είχε μικτή λειτουργία, να χρησίμευε δηλαδή ως «εστιατόριο» για τα εορταστικά επίσημα συμπόσια αλλά και ως χώρος διαμονής των ασθενικών παιδιών που είχαν αφιερωθεί στη θεά.

Σε απόσταση λίγων μέτρων, υπήρχε μια δεύτερη στοά, η Βόρεια. Μεταξύ των δύο στοών διαμορφώθηκε ένα μνημειώδες πρόπυλο. Το δυτικό τμήμα του συνδεόταν με την οδική αρτηρία που οδηγούσε προς το άστυ, την πόλη των Αθηνών, ενώ το ανατολικό με την οδό που οδηγούσε προς το ιερό της Ταυροπόλου Αρτέμιδος στις Αλές Αραφηνίδες (σημερινή Αρτέμιδα/ Λούτσα).

Κατά μήκος της Βόρειας στοάς υπήρχε μια σειρά από 37 ορθογώνιες βάσεις όπου τοποθετούνταν τα λευκώματα, οι ξύλινοι δηλαδή πίνακες στους οποίους αναγράφονταν τα ονόματα των κοριτσιών που υπηρετούσαν ως άρκτοι τη θεά. Άλλοι μελετητές θεωρούν ότι στις βάσεις αυτές στηρίζονταν σανιδώματα πάνω στα οποία τοποθετούνταν, προς τιμήν της Ιφιγένειας, οι πέπλοι των γυναικών που πέθαιναν στη γέννα.

Τμήμα πήλινης πυξίδας με παράσταση γαμήλιας πομπής. (Πυξίδες ονομάζονταν τα ξύλινα κουτιά. με πώμα που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για τη φύλαξη ειδών καλλωπισμού -ψιμμύθια – και κοσμημάτων).

Η πηγή

Κάτω από τη βορειοδυτική γωνία του ναού της Αρτέμιδος τρέχει ακόμα νεράκι από την αρχαία πηγή. Στο σημείο αυτό βρέθηκαν πολλά αφιερώματα στη θεά: αγγεία, ειδώλια κάτοπτρα, αντικείμενα μικροτεχνίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι ημιπολύτιμοι σφραγιδόλιθοι με παραστάσεις ζώων, που σχετίζονται με την κατεξοχήν υπόσταση της Αρτέμιδος ως προστάτιδας της φύσης.

Τα ευρήματα από την περιοχή της πηγής χρονολογούνται από τον 8ο έως τον 5ο αι. π.Χ.- πιθανότατα, ως παλαιά ιερά κειμήλια να συγκεντρώθηκαν εκεί (σε αποθέτες) μετά την καταστροφή του ιερού από τους Πέρσες το 480 π.Χ.

Όταν για τις ανάγκες της φωτογράφησης οι εργαζόμενοι στο μουσείο ανασήκωσαν τις προστατευτικές τους προθήκες αντικρίζοντάς τα πιο άμεσα, αδιαμεσολάβητα πλέον από την επιφάνεια του γυαλιού. Πλησίασα σε απόσταση αναπνοής για το κλικ και κάπως αισθάνθηκα το τρέμουλο, την εγκαρτέρηση των χεριών που τα είχαν αποθέσει στη σκοτεινή θέση της σωτηρίας τους δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν.

Λίθινη γέφυρα

Πριν από την καταστροφή του ναού από τους Πέρσες (480 π.Χ.), στο τέλος της οδού που οδηγούσε από το άστυ των Αθηνών στο ιερό της Αρτέμιδος, κατασκευάστηκε τετράγωνη λίθινη γέφυρα. Μέσω αυτής μπορούσαν οι πεζοί και οι άμαξες να διέρχονται πάνω από την κοίτη των υδάτων που έρεαν από την Ιερά Πηγή. Μια ωραία λεπτομέρεια: στο κατάστρωμά της διακρίνονται ακόμα τα ίχνη των αρματοτροχιών.

Τέσσερις τάφοι και το επιτύμβιο του Πολυδευκίωνα

Στη Ρωμαϊκή περίοδο και συγκεκριμένα στον 2ο αι. μ.Χ, χρονολογούνται τέσσερις τάφοι που εντοπίστηκαν στην περιοχή της σπηλιάς και μεγάλο επιτύμβιο μάλλον ανάγλυφο με τον Πολυδευκίωνα, αγαπημένο παιδί του Ηρώδη του Αττικού, ο οποίος πέθανε το 165 μ.Χ., που βρέθηκε ανατολικά της στοάς.

Ναός Αγίου Γεωργίου

Στους πρώιμους μεταβυζαντινούς χρόνους (μετά το 1450), στον βράχο πάνω από τον αρχαίο ναό , ιδρύθηκε ναΐσκος αφιερωμένος στον Άγιο Γεώργιο. Η μικρή αυτή γραφική εκκλησία τονίζει σε σεμνότητα (αλλά και εμφατικά) τη διαχρονική ιερότητα και λατρευτική ιδιότητα του χώρου.

Όσον αφορά το αρχιτεκτονικό του ιδίωμα ο ναός είναι μονόκλιτος σταυροειδής με τρούλο και χτίστηκε πάνω στα θεμέλια παλαιότερης και μεγαλύτερης εκκλησίας. Οι παλαιότερες τοιχογραφίες του εσωτερικού του χρονολογούνται περί το 1450-1500. Γύρω στο 1580 ο Επίσκοπος Ευρίπου (και ιδρυτής της Μονής Πεντέλης) Τιμόθεος ανανέωσε τις παλιές τοιχογραφίες και ανακαίνισε το ναό.

Η ανεύρεση του «Αναγλύφου των Θεών», 1958. Φωτ. Ν. Τομπάζης.

Το ιστορικό των ανασκαφών

Η θέση του ιερού είχε εντοπιστεί από τα τέλη του 19ου αι. από τον αρχαιολόγο Ludwig Ross. Οι ανασκαφές πάντως δεν ξεκίνησαν παρά μόνο όταν οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου ζήτησαν να κατασκευαστεί περίβολος γύρω από τον μεταβυζαντινό ναό του Αγίου Γεωργίου, που βρίσκεται μέσα στον Αρχαιολογικό Χώρο.

Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε κατά τα έτη 1949 – 1963 από τον Ιωάννη Παπαδημητρίου με δαπάνη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας-τελικά αποκάλυψε τον προϊστορικό οικισμό στον λόφο Κομμένο Λιθάρι και τα κτήρια του ιερού στην κοιλάδα.

Το 1960 με μελέτη του αρχιτέκτονα καθηγητή Χαράλαμπου Μπούρα ξεκίνησε η μερική αναστήλωση της μεγάλης στοάς του Ιερού, η οποία ολοκληρώθηκε δύο χρόνια αργότερα.

Φιλοκτήτης
Πυξίδα λευκού βάθους με παράσταση τεσσάρων Νικών. Φέρει επιγραφή: ΚΑΛΗ. 460 π.Χ. Από νεκροταφείο του αρχαίου δήμου Μυρρινούντος (Μερέντα).

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Βραυρώνας ιδρύθηκε για να στεγάσει τα αρχαιολογικά ευρήματα που ήρθαν στο φως κατά την ανασκαφή. Το Μουσείο ξεκίνησε να κτίζεται (σε σχέδια του αρχιτέκτονα Φωτιάδη) το 1962, πολύ κοντά στο Ιερό- και εγκαινιάστηκε το 1969.

Από το 2000 έως το 2006, με πόρους από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Πολιτισμός» του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, το κτήριο του Αρχαιολογικού Μουσείου ανακαινίστηκε και τα πλούσια ευρήματά του επανεκτέθηκαν, βάσει των σύγχρονων μουσειολογικών αντιλήψεων. Η παρουσίαση των εκθεμάτων οργανώθηκε κατά θεματικές ενότητες ανά αίθουσα και πλαισιώθηκε από ανάλογο εποπτικό υλικό. Έτσι οι επισκέπτες μπορούν να προσεγγίσουν την ιστορία της περιοχής και του ιερού της Αρτέμιδος και να κατανοήσουν καλύτερα τη μοναδικότητα των ευρημάτων και των μνημείων.

Η περιήγηση του επισκέπτη ξεκινά από τους προϊστορικούς οικισμούς της Βραυρώνας, περνά από τους κλασικούς χρόνους οπότε άκμασε το Ιερό και φτάνει μέχρι την Παλαιοχριστιανική Βασιλική της Βραυρώνας και τα μεσαιωνικά χρόνια. Ειδικά τα τελετουργικά δρώμενα στο Ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος μπορούν να γίνουν εικόνες μέσω εκατοντάδων ευρημάτων: από το Ανάγλυφο των Θεών έως τον μαρμάρινο βωμό και αναθήματα, αγαλματίδια ή τελετουργικά αντικείμενα πολλών ειδών.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στην 5η και τελευταία αίθουσα του Μουσείου εκτίθενται ευρήματα ανασκαφών όχι μόνο από τη Βραυρώνα αλλά από όλη την περιοχή των Μεσογείων και το νεκροταφείο (των γεωμετρικών χρόνων) της Αναβύσσου.

Ο αρχαιολογικός χώρος την περίοδο 2007- 2013 (με χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ) διαμορφώθηκε κι αυτός κατάλληλα, η Στοά συντηρήθηκε και έγιναν συμπληρωματικές εργασίες αναστήλωσης. Αλλά και κατασκευάστηκαν διαδρομές καθοδηγούμενης περιήγησης και σταθμοί ανάπαυσης, τοποθετήθηκαν ενημερωτικές πινακίδες και ο χώρος έγινε προσβάσιμος σε άτομα με αναπηρία.

Στη Βραυρώνα πραγματοποιούνται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ανατολικής Αττικής θεματικές ξεναγήσεις και εκπαιδευτικά προγράμματα. Παράλληλα φιλοξενούνται καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στο πλαίσιο σχετικών προγραμμάτων του ΥΠΠΟΑ (εκδηλώσεις κατά την Πανσέληνο του Αυγούστου κ.ά.).

Πλαστικό αγγείο σε μορφή κεφαλής Διονύσου. 4ος αι. π.Χ.
Μέλος μαρμάρινου παιδικού αγαλματιδίου που κρατά πτηνό.
Πήλινοι κύβοι – ζάρια. 6ος – 5ος αι. π.Χ.

Θερινό ωράριο Αρχαιολογικού Χώρου και Μουσείου Βραυρώνας (έως 31-10-2022): Καθημερινά 08.30 – 15.30, εκτός Τρίτης.

(H προσέλευση των επισκεπτών επιτρέπεται έως και 20 λεπτά πριν τη λήξη του ωραρίου).

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Κάθε Σάββατο θα λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc με τις προτάσεις μας για την εβδομάδα!

Podpourri. Ιστορίες που ακούγονται

Ακολουθήστε το ελculture.gr στο Google News

το ελculture σας προσκαλεί σε εκδηλώσεις

ΓΡΑΨΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Κάθε βδομάδα μπορείτε να λαμβάνετε στο e-mail σας το newsletter του ελc mag με τις προτάσεις μας