Η Βασιλική ανακαλύπτει τον έρωτα στα δεκατρία. Είναι ένας μυστικός έρωτας, απαγορευμένος. Ζει μόνο για τις ερωτικές συνευρέσεις της με τον Φάνη, πίσω από την πράσινη κουρτίνα της αποθηκούλας. Έτσι περνούν εικοσιπέντε χρόνια. Έτσι μπορεί κι αντέχει τη μάνα της που πάσχει από Αλτσχάιμερ, έναν παρόντα-απόντα πατέρα, έναν αδελφό «τεμπέλη» και μια στείρα καριέρα δημοσίου υπαλλήλου.
Όταν όμως ο Φάνης της ζητά να χωρίσουν για να παντρευτεί μιαν άλλη, εκείνη βυθίζεται στον πόνο της προδοσίας χωρίς επιστροφή και μετατρέπεται σε μια τραγική ηρωίδα. Σε ερωτήματα όπως «Μα, λοιπόν, τι είναι αυτή η αγάπη; Πόσο εύκολα ξεαγαπάει κανείς;», για τον καθένα από εμάς η απάντηση μπορεί να διαφέρει, αλλά για τη Βασιλική της θεατρικής παράστασης η απάντηση είναι μία και κατηγορηματική: «Δε θέλω πια να ζω».
Ο καταιγιστικός αυτός μονόλογος-εξομολόγηση βρίθει από θραύσματα μνήμης, παραπαίει ανάμεσα στην ωμή πραγματικότητα και την ποίηση, στη λογική και τη σχάση και θέτει αναπάντητα ερωτήματα για τη φύση του έρωτα. Καταλήγει ωστόσο, σε μια σαφέστατη και ξεκάθαρη επαγωγή: «Αφού μ’ αγαπάς, τι με νοιάζει αν δε σ’ έχω και αφού δε σ’ έχω τι με νοιάζει αν μ’ αγαπάς».
