Κάποτε, σε μια μακρινή, προφανώς ανδροκρατούμενη εποχή, οι γυναίκες δεν υπήρχαν σε καμία σοβαρή πτυχή της ιστορίας, της επιστήμης ή της διανόησης – γιατί, όπως είναι γνωστό, οι μικροσκοπικοί τους εγκέφαλοι ήταν φτιαγμένοι από ένα είδος αφράτου, σπογγώδους υλικού, εντελώς ακατάλληλου για την παραγωγή ιδεών. Για να μην αναφέρουμε ότι με το που μάθαιναν μερικές βελονιές και καμία συνταγή για γεμιστά, δεν υπήρχε πια χώρος για να μάθουν οτιδήποτε άλλο. Ο σκελετός τους δεν ήταν φτιαγμένος για να κάνουν αθλήματα, δεν μπορούσαν να τρέξουν και κινδύνευαν από υπερθέρμανση. Ο βαρόνος ντε Κουμπερτέν, η ιδιοφυΐα που αναβίωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες, όλοι τον γνωρίζουμε, έλεγε σοφά ότι μια γυναίκα που κάνει ρίψη αποτελεί αποκρουστικό θέαμα και προτιμότερο είναι να τη θαυμάζει κανείς ενώ χειροκροτεί, γιατί είναι και αυτό ένα κάποιο ταλέντο.

Αυτή είναι η ιστορία κατά την παράδοση, και αυτήν ακριβώς την ιστορία ξεδιπλώνει με απολαυστική ειρωνεία και σαρκασμό στις σελίδες του βιβλίου της με τίτλο «Το πρόβλημα με τις Γυναίκες» η Τζάκι Φλέμινγκ.

Συνεχίζοντας στον απολαυστικά σαρκαστικό τόνο του βιβλίου: Τα κορμιά των γυναικών άτσαλα και ασταθή σώζονταν από πλήρη κατάρρευση λόγω της μοναδικής ευρεσιτεχνίας του κορσέ. Δεν έγραφαν ποτέ, μήτε ζωγράφιζαν, γιατί ως γνωστόν μια πένα αλλά και ένα πινέλο ζυγίζουν πολύ για να καταφέρουν να τα αντέξουν τα αδύναμα χέρια τους άσε που προκαλούσε και αναιμία. Και οι γυναίκες που μελετούσαν διέτρεχαν τον κίνδυνο να βγάλουν μούσια αλλά και σαφρακιασμένα παιδιά. Άρα δεν έκαναν πολλά όχι επειδή δεν ήθελαν, αλλά γιατί η φύση δεν τις είχε προικίσει. Και σίγουρα δημιουργούσαν προβλήματα όπου κι αν πήγαιναν. Ήταν, βέβαια, εξαιρετικές στο να θαυμάζουν και να χειροκροτούν τους άνδρες, να δένουν όμορφες κορδέλες στα μαλλιά τους, να παθαίνουν συχνά υστερίες και να λιποθυμούν σε τακτά χρονικά διαστήματα από την αδυναμία τους.

Οι ελάχιστες που κατάφερναν να ξεγλιστρήσουν από την ανικανότητα, την ανυπαρξία και να γράψουν, να ζωγραφίσουν ή – Θεός φυλάξοι – να κάνουν επιστημονικές παρατηρήσεις, να γίνουν γιατροί, γρήγορα επέστρεφαν στη φυσική τους θέση: τον γάμο, την κουζίνα ή, αν ήταν πολύ ατυχείς, στον σκουπιδοτενεκέ εκεί όπου στοιβάζονταν όλα τα αδιάφορα πράγματα που δεν ανήκαν στον λαμπρό κόσμο των ανδρών. Ποτέ δεν κατάφεραν δυστυχώς να ακολουθήσουν το εξελικτικό επίπεδο των ανδρών, εκείνων των σπουδαίων μορφών που παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις.  

Με τις γενειάδες τους φορτωμένες με γνώση και βαρύτητα, αποφάσιζαν ποιοι κανόνες έπρεπε να ακολουθούνται: οι γυναίκες δεν χρειάζονταν μόρφωση, γιατί θα τις έκανε ακατάλληλες για γάμο· η υπερβολική σκέψη μπορούσε να οδηγήσει σε μαρασμό της μήτρας· και η δημιουργικότητα, φυσικά, δεν ήταν μέσα στις βιολογικές τους δυνατότητες – εκτός αν αφορούσε την επιλογή των κατάλληλων κουρτινών.

Ευτυχώς, η κοινωνία είχε λύσεις και οι άνδρες, ως κατεξοχήν ιδιοφυείς: οι γυναίκες μπορούσαν να ασχολούνται με «ελαφρές» δραστηριότητες, όπως το νοικοκυριό, η ανατροφή των παιδιών και, αν ήθελαν κάτι πιο προκλητικό, η ζωγραφική μικροσκοπικών λουλουδιών σε πορσελάνες και φυσικά οι συλλογές από πεταλούδες. Οι επιστήμες, η φιλοσοφία, η λογοτεχνία; Αυτά ήταν προνόμια των ανδρών, αυτών των λαμπρών πλασμάτων που, εξοπλισμένα με γενειάδες και ανώτερα μυαλά, αποφάσιζαν τι άξιζε να μείνει στην ιστορία. Για αυτό και δεν διδαχθήκαμε ποτέ και τίποτα για εκείνες ή για τις ανακαλύψεις τους, τις εφευρέσεις τους και τα έργα τους.

 

 

 

Η ιδιοφυής Τζάκι Φλέμινγκ μας παρέδωσε ένα εικονογραφημένο βιβλίο που εξερευνά με χιούμορ και ειρωνεία τον τρόπο με τον οποίο οι γυναίκες αποκλείστηκαν από την ιστορία, την επιστήμη, την τέχνη και γενικά τη δημόσια σφαίρα. Μέσα από σκίτσα και σατιρικά σχόλια, καυτηριάζει τις προκαταλήψεις και τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που επικράτησαν επί αιώνες, όπως η άποψη ότι οι γυναίκες «δεν ήταν κατάλληλες» για πνευματικές ενασχολήσεις ή σημαντικές κοινωνικές θέσεις.

Κάθε εποχή είχε τους δικούς της σοφούς άνδρες που το επιβεβαίωναν με απόλυτη σιγουριά. Από φιλοσόφους και επιστήμονες μέχρι λογοτέχνες και πολιτικούς, η ανδρική διάνοια ήταν εντυπωσιακά ομόφωνη: οι γυναίκες, με τα εύθραυστα μυαλά τους και τα υπερβολικά φουστάνια τους, ήταν καλύτερα να αφήνουν τις μεγάλες υποθέσεις στους γενειοφόρους στοχαστές της ανθρωπότητας.

Και ενώ σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ, τον Ράσκιν και τόσους άλλους, το μόνο που θα έπρεπε να κάνει μια γυναίκα είναι να χαμογελά συγκαταβατικά και να επιβραβεύει τους άνδρες, η Φλέμινγκ προτίμησε να τους κάνει πρωταγωνιστές… των πιο εύστοχων και καυστικών της αστείων.

Το βιβλίο είναι γεμάτο αναφορές σε ιστορικές φιγούρες και γελοιογραφεί τις αντιλήψεις που εκφράστηκαν από άντρες διανοούμενους και επιστήμονες, όπως ότι ο εγκέφαλος των γυναικών ήταν πολύ μικρός ή ότι η σκέψη μπορούσε να τους προκαλέσει… βλάβη. Ο Ζαν Ζακ Ρουσσώ θεωρούσε ότι ο βασικός σκοπός των γυναικών ήταν η διασκέδαση και η ψυχαγωγία των ανδρών, εστιάζοντας στην ομορφιά τους και όχι στις ικανότητές τους. «Η γυναίκα πρέπει να είναι αρεστή στον άνδρα, και το έργο της είναι να τον διασκεδάζει», το είχε διατυπώσει ξεκάθαρα.  

Όταν ο Ρόμπερτ Σάουδι διαβεβαίωνε τη Σαρλότ Μπροντέ ότι η λογοτεχνία δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι το έργο μιας γυναίκας, δεν το έκανε από κακία – απλώς από ενδιαφέρον για τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Όταν οι γιατροί προειδοποιούσαν ότι η μόρφωση θα προκαλούσε την αποξήρανση της μήτρας και άρα την απόλυτη καταστροφή του γυναικείου φύλου, το έκαναν από αγνή επιστημονική φροντίδα. Όπως και όταν ο Μωπασσάν, πατέρας του διηγήματος υποστήριζε πως οι δύο ρόλοι των γυναικών είναι η Αγάπη και η Μητρότητα και όχι ο διαχωρισμός ραδίου και πολωνίου. Και όταν ο Ράσκιν εξηγούσε ότι ο ρόλος της γυναίκας είναι η τάξη, η κατανόηση και, κυρίως, η επιβράβευση των ανδρών, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να περιγράφει τη φυσική της κλίση.

 

 

 

 

 

Μέσα από το χιούμορ της, η Τζάκι Φλέμινγκ υπενθυμίζει πόσο παράλογες ήταν αυτές οι θεωρίες και πώς η κοινωνία εμπόδισε πολλές γυναίκες να αφήσουν το αποτύπωμά τους στην Ιστορία, κυριολεκτικά τις εξαφάνισε.

Ο Άρθουρ Σοπενχάουερ είχε επίσης εκφράσει απλά και κατανοητά και τις δικές του απόψεις. Σε ένα από τα πιο γνωστά του δοκίμια, “On Women” (Über die Weiber), περιγράφει τις γυναίκες ως κατώτερες από τους άνδρες τόσο διανοητικά όσο και ηθικά. Η Φλέμινγκ φυσικά και δεν θα τον ξεχάσει, θυμίζοντάς μας την άποψή τους πως «Οι γυναίκες παραμένουν μεγάλα παιδιά, στο ενδιάμεσο στάδιο του παιδιού και του άνδρα, του πραγματικού δηλαδή ανθρώπου».

«Το πρόβλημα με τις Γυναίκες» είναι ένα βιβλίο με κείμενο λιτό και παιχνιδιάρικο, αλλά αιχμηρό, επαναστατικό και διεισδυτικό αποτύπωμα. Ένα μικρό, συμπυκνωμένο βιβλίο, όπου το περιεκτικό του κείμενο μπλέκεται με καυστικά σκίτσα βικτωριανής αισθητικής, θυμίζοντας περισσότερο ένα φεμινιστικό κόμικ παρά μια συμβατική ιστορική αφήγηση.

Με χιούμορ και ειρωνεία η Φλέμινγκ αποδομεί τις αυτονόητες αλήθειες του παρελθόντος, δείχνοντας πόσο γελοίες μοιάζουν υπό το φως του σήμερα— αλλά και πόσο ανησυχητικά γνώριμες εξακολουθούν να είναι. Ένα βιβλίο που διαβάζεται γρήγορα, εύκολα και απολαυστικά, δίνοντάς μας ταυτόχρονα τον χώρο και το υλικό για να σκεφτούμε βαθύτερα ζητήματα σχετικά με το φύλο, την ισότητα και τη συλλογική μας μνήμη.

Στην ιστορία οι γυναίκες σιωπηρά έχουν συμβάλει στην κοινωνία και την πρόοδο της ανθρωπότητας, χωρίς όμως να λάβουν την αναγνώριση και τις ευχαριστίες που τους αξίζουν. Ωστόσο, όπως δείχνουν και τα πρόσφατα γεγονότα στον κόσμο των κόμικς, αυτό είναι ένα μήνυμα που δεν μπορεί να τονιστεί αρκετά. Kαι δανειζόμενη το καυστικό χιούμορ της Φλέμινγκ, αναρωτιέμαι μήπως ήρθε η ώρα να αποζημιώσουμε το κακό που προκλήθηκε από αιώνες επιστημονικά τεκμηριωμένης ανησυχίας για τις μικροσκοπικές γυναικείες κεφαλές, τις υπερβολικά μεγάλες τους φούστες και τη μοιραία σχέση τους με την εκπαίδευση;

Μήπως να σχεδιάσουμε ένα μεγαλοπρεπές μνημείο προς τιμήν του πρώτου άνδρα που παραδέχτηκε δημόσια ότι μια γυναίκα μπορεί να έχει δίκιο, μπορεί να εκφράσει γνώμη, μπορεί να σπουδάσει, μπορεί να γυμναστεί, μπορεί να γίνει ό,τι εκείνη φανταστεί; Φυσικά, με μια ωραία χάλκινη πλακέτα που θα γράφει: «Συγγνώμη για την ταλαιπωρία. Ήταν ένα… ιστορικό λάθος».