
Ο ελληνικός όρος του maestro είναι οι λέξεις: διευθυντής ορχήστρας ή αρχιμουσικός. Αυτό το «διευθυντής» και το «αρχιμουσικός» μου ακούγονται πολύ απόμακροι όροι για τον Λουκά Καρυτινό. Τους έχει κατακτήσει φυσικά με το ταλέντο, τη σκληρή δουλειά και τη μελέτη του. Μα ο Λουκάς Καρυτινός, όπως τουλάχιστον εγώ τον έχω γνωρίσει, είναι ένας πολύ προσιτός άνθρωπος, χαμογελαστός, γεμάτος καλοσύνη, έτοιμος πάντα να σου εξηγήσει και να σου λύσει απορίες. Στην πρώτη μας συνάντηση στο Ηρώδειο μεταξύ άλλων μου είχε μείνει η φράση του: «Η μουσική, η πιο άυλη όλων των τεχνών, είναι η πιο στενά συνδεδεμένη με την ύλη. Η μουσική για να παράξει το άυλον του μεγέθους της, χρειάζεται πάρα πολλά υλικά αγαθά. Όργανα, αίθουσες μεγάλες, ευρύχωρες με ακουστική». Μάλιστα και το πώς βαστούν την μπαγκέτα οι μαέστροι μου ‘χε δείξει. Τώρα τον συνάντησα στα γραφεία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών που είναι ο καλλιτεχνικός της διευθυντής και ήταν μεγάλη η χαρά και τιμή μου να συνομιλήσουμε με αφορμή το φετινό της καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Γιατί επιλέξατε τη φράση «Άνοιξη όλο τον χρόνο» ως σύνθημα για το νέο πρόγραμμα της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών 2025-2026 κι όχι «Καλοκαίρι όλο τον χρόνο»;
Γιατί νομίζω η άνοιξη είναι η πιο υποφερτή και πιο όμορφη εποχή όλου του χρόνου. Και εμένα το καλοκαίρι μου αρέσει, αλλά την άνοιξη νομίζω ο κάθε άνθρωπος νιώθει πιο βολικά από όλες τις εποχές του χρόνου. Το καλοκαίρι με τους καύσωνες δεν πολύ αντέχεται ενώ η άνοιξη είναι μια εποχή που είναι για όλους νομίζω καταπληκτική και έχει βέβαια το μεγάλο αβαντάζ έναντι του καλοκαιριού, ότι μετά την άνοιξη θα ‘ρθει το καλοκαίρι. Έχει την προσμονή. Αυτή παίζει πολύ μεγάλο ρόλο και στη ζωή μας και στην τέχνη και στη μουσική. Το να προσμένεις κάτι, που δυστυχώς στις μέρες μας, η προσμονή τείνει να εξαλειφθεί. Είμαστε όλοι της ταχύτητος. Θέλουμε τα πάντα από τη μια στιγμή στην άλλη. Να πατάμε ένα κουμπί και να το ‘χουμε και έχουμε χάσει την έννοια του να προσμένουμε, την έννοια του να ελπίζουμε, την έννοια του να προσδοκούμε. Η άνοιξη έχει αυτή την προσδοκία. Έχει αυτή τη γλυκιά προσμονή, ότι το καλοκαίρι πρόκειται να έρθει και είναι γι’ αυτό λοιπόν «Άνοιξη όλο τον χρόνο».

Εσείς για πολλά καλοκαίρια και χειμώνες είστε εδώ στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών.
Συνεργάζομαι μαζί της χρόνια ολόκληρα, αλλά ως καλλιτεχνικός διευθυντής από το 2020, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο ανέλαβα, όταν ήμασταν κλειστοί.
Λόγω καραντίνας.
Πολύ κλειστά, αλλά το αξιοποιήσαμε με έναν πολύ ωραίο τρόπο εκείνη την εποχή. Κάναμε live streaming με την Ορχήστρα και είχαμε την εξής καταπληκτική ιδέα, ηχογραφούσαμε τις εκτελέσεις που κάναμε. Η Ορχήστρα μας, η οποία δεν είναι ορχήστρα ηχογραφήσεων -η ορχήστρα ραδιοφωνίας συνήθως ηχογραφεί- μπήκε σε μία λογική ηχογραφήσεως που έπρεπε απόλυτα να προσέχουμε να είμαστε μαζί, να μην μας κόψει ο ηχολήπτης και κάναμε δηλαδή ένα training για έναν χρόνο, να παίζει η Ορχήστρα μαζί, το οποίο μετά όταν ανοίξαμε τόσο πολύ μας ευνόησε, μας ωφέλησε και ανεβήκαμε με ένα στάδιο ορχηστρικό, καταπληκτικό.
Αλλά δεν θεωρώ ότι επί της θητείας σας αυτό ήταν το μόνο καταπληκτικό που συνέβη.
Αυτό ήταν το πρώτο, το πώς ξεκινήσαμε.
Μας αποδείξατε με κάποιο τρόπο ότι είναι προσιτή η συμφωνική μουσική στο ευρύ κοινό.
Από την αρχή κάναμε έναν κύκλο διαδραστικό, το οποίο το ξεκινήσαμε από την πρώτη χρονιά το 2021, το οποίο συνεχίζουμε μέχρι και τώρα. Έναν κύκλο, τον οποίο ονομάζουμε Ταξίδι στο κέντρο της Μουσικής. Σε αυτόν λοιπόν τον κύκλο, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω γίνεται sold out από τον Αύγουστο και τελειώνουν τα εισιτήρια, είμαστε τρεις που τον παρουσιάζουμε. Είναι η Μαρία Ευθυμίου, ιστορικός, ο Χρήστος Παπαγεωργίου, μουσικολόγος, συνθέτης και πιανίστας και εγώ μαζί με την Ορχήστρα, όπου κάθε φορά αναλύουμε μια φόρμα μουσικής, αλλά την αναλύουμε όχι με διδακτισμό, την αναλύουμε με πολύ άμεσο τρόπο, μιλώντας έτσι όπως μιλάμε εμείς σήμερα. Η Μαρία Ευθυμίου δίνει όλο τον ιστορικό περίγυρο με τον τρόπο της παρουσίασης. Γιατί νομίζω, πέραν από τις γνώσεις που έχει κάθε άνθρωπος, αυτό που τον χαρακτηρίζει περισσότερο είναι ο τρόπος που μεταδίδει αυτές τις γνώσεις. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχουν πάρα πολλές γνώσεις και δεν έχουν την ικανότητα να γίνουν άμεσοι προς το κοινό τους. Η Μαρία Ευθυμίου και ο Χρήστος Παπαγεωργίου έχουν αυτόν τον καταπληκτικό τρόπο. Η Ορχήστρα είναι πάνω, δίνουμε τα παραδείγματα τα ορχηστρικά και γίνεται πάντα sold out η Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, η οποία είναι η μεγαλύτερη αίθουσα της Ελλάδος αυτή τη στιγμή.
Χωράει 1.500 και άτομα έτσι;
Περίπου 2.000 άτομα.
Επί της θητείας σας έχουμε και αυτό το σπουδαίο, ότι έχουμε sold out παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Πώς είναι αυτό; Το χρεώνεστε εσείς ως χαρά;
Mεγάλη χαρά, γιατί πέραν από το ότι βλέπει κανείς τις προσπάθειες που κάνει, να πιάνουν τόπο. Βλέπει όμως και τους συνανθρώπους του να συμμετέχουν σε έναν δρόμο, στους οποίους η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών τους υποδεικνύει έναν τρόπο που θα τους ελαφρύνει την καθημερινότητα. Και αυτό σε γεμίζει πάλι με μεγάλη χαρά. Τους ελαφραίνει και τους ανεβάζει για δύο ώρες πάνω από το επίπεδο της γης λιγάκι και έπειτα ξανά, όταν ξαναπέφτουν, ξαναπέφτουν πολύ ανάλαφρα, ακουμπάνε ανάλαφρα, όπως έλεγε ο Κουν στους Όρνιθες, όταν τους δίδασκε. Θέλω να πετάτε προς τα πάνω, αλλά όταν κατεβαίνετε, να κατεβαίνετε σιγά σιγά, δηλαδή εναντίον της βαρύτητας. Αυτό το πετυχαίνει η τέχνη. Μπορεί να το πετύχει. Και χαιρόμαστε όταν πολλαπλασιάζεται το κοινό και μετέχει αυτής της διεξόδου που εμείς προτείνουμε.
Αλλά έχετε πετύχει και ένα άλλο πράγμα, να ‘ναι ελαφρύ στο πορτοφόλι το κόστος εισιτηρίου.
Διότι επιχορηγούμαστε από το Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο μας στέκεται από την πρώτη στιγμή πάρα πολύ κοντά μας. Αυτό πρέπει να το πω και ιδιαίτερα η Υπουργός Πολιτισμού. Οπότε έχουμε όλη αυτή την ευχέρεια να δίνουμε όλες αυτές τις παραστάσεις, χωρίς να είναι επιβαρυντικές ή απαγορευτικές για τον συμπολίτη μας.
Δεν είναι μόνο το Υπουργείο Πολιτισμού που συνδράμει, απ’ ότι έχω καταλάβει, έχετε και τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, χορηγίες.
Ναι, ακριβώς, έχουμε τις χορηγίες μας. Έχουμε δηλαδή ένα δίκτυο σωματείων και ιδιωτικών πρωτοβουλιών, το οποίο μας βοηθά.
Αυτά τα τρέχετε κι εσείς, τα αναζητάτε ως καλλιτεχνικός διευθυντής;
Βέβαια φυσικά.

Πώς νιώθετε – πώς να σας αποκαλέσω; Αρχιμουσικό; Διευθυντή; Μαέστρο;
Μαέστρο. Συνήθως: Μαέστρο καλημέρα, μαέστρο καλησπέρα μου λένε.
Πώς είναι μαέστρο το να αφήνεις την ορχήστρα σου και να αναζητάτε χορηγίες;
Την ορχήστρα μου δεν την αφήνω ποτέ! Μα είναι δύσκολο. Παρότι μπορεί να μοιάζω ότι είμαι πολύ επικοινωνιακός, είμαι καθαρά αντικοινωνικός τύπος. Θέλω να κλείνομαι μόνος μου σε ένα δωμάτιο και αν είναι δυνατόν να διευθύνω την ορχήστρα μου. Πρέπει να τα κάνω όμως λόγω της θέσεώς μου. Η θέση μου επιβάλλει να κάνω αυτά τα ανοίγματα.
Είχατε και μια τέτοια παρόμοια θέση στην Εθνική Λυρική Σκηνή.
Ναι, ήμουν στην Εθνική Λυρική Σκηνή επτά χρόνια περίπου. Ήξερα πώς γίνεται.
Έχετε και τις σπουδές Νομικής, οπότε αυτό βοηθάει, υποθέτω πάρα πολύ.
Νόμιζα στην αρχή, στα νιάτα μου, ότι ήταν χαμένα χρόνια αυτές οι σπουδές. Πέραν από τις παρέες που έκανα που ήταν πολύ χρήσιμες. Αλλά έλεγα τι έκανα στις σπουδές μου… δεν τα έδινα αυτά τα χρόνια στη μουσική μου; Διαπίστωσα όμως αργότερα, περισσότερο λόγω των θέσεων που πήρα, ότι μου ήταν αρκετά χρήσιμες.
Εν τω μεταξύ σκεφτόμουν όπως ερχόμουν να σας συναντήσω ότι έχετε κάνει σχεδόν τα πάντα.
Όχι τα πάντα, δεν τα έχω κάνει.
Όχι ακόμα, αλλά θα μπορούσατε να έχετε μείνει στο εξωτερικό και ενδεχομένως να τα είχατε κάνει σε μεγάλο βαθμό.
Α, υπό αυτήν την έννοια ναι, θα μπορούσα να είχα μείνει στο εξωτερικό. Είχα αρχίσει ήδη εκεί. Αλλά έγινε – αυτό το μνημονεύω πάντοτε -στα πρώτα μου βήματα όταν ήμουν ήδη στο Βερολίνο και εργαζόμουν- πρόταση από τον Σπύρο, τον αείμνηστο τον Ευαγγελάτο να έρθω να αναλάβω τακτικός μαέστρος στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Θα σου ομολογήσω ότι και εγώ και η γυναίκα μου, με την οποία είμαστε χρόνια μαζί, είμαστε άνθρωποι των πολύ γρήγορων αποφάσεων. Δεν το πολύ ψειρίζουμε το θέμα, έχουμε και οι δύο χιούμορ πάρα πολύ. Σε ένα τέταρτο είχαμε πει πάμε και ό,τι κάνουμε, θα κάνουμε την καριέρα από την Αθήνα και σηκωθήκαμε και φύγαμε.
Δεν σας βγήκε σε κακό όμως τελικά.
Σε πάρα πολύ καλό.
Θεωρείτε ότι χάσατε κάποια από αυτά που θα μπορούσατε να είχατε κάνει; Γιατί αυτές οι θέσεις οι διευθυντικές στερούν και λιγάκι…
…Στερούν λιγάκι από την καριέρα. Ναι, δεν μπορείς να κινείσαι συνέχεια, αλλά μεταξύ μας, δεν είμαι και άνθρωπος που θα μου άρεσε αυτό το διαρκές αεροπλάνο, να αλλάζω τις πόλεις και να φεύγω. Κάθε φορά που βγαίνω στο εξωτερικό μετράω τις μέρες πότε θα γυρίσω πίσω.
Άρα δεν θέλατε ποτέ να φύγετε εξαρχής.
Ήθελα ή είπα μετά «Α, μια χαρά είναι έτσι». Πάντως μου αρέσει, θα το επέλεγα να ζω. Κοίταξε, δεν υπάρχει ωραιότερο μέρος από την Ελλάδα να ζει κανείς όταν έχει μια οικονομική άνεση.
Κι όταν έχει και κάτι να κάνει και να δημιουργεί.
Ναι, δεν υπάρχει ωραιότερο μέρος. Ξέρω πάρα πολλούς φίλους επιχειρηματίες, οι οποίοι έχουν γυρίσει όλο τον κόσμο κι αυτοί λένε ότι ωραιότερο μέρος από την Ελλάδα δεν υπάρχει. Βέβαια προϋποθέτει να υπάρχει κάποια άνεση για να μείνεις και να έχεις το αντικείμενο το οποίο ασχολείσαι να σε γεμίζει ψυχικά και εσωτερικά.

Θα επιμείνω ή τουλάχιστον εγώ θεωρώ ότι έχετε κάνει πολλά πράγματα ακόμα και δισκογραφικά. Θεοδωράκη ας πούμε, έχετε αναμετρηθεί με τα «μεγάλα».
Με τον Μίκη γνωριστήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 σε μια παράσταση που είχα κάνει εγώ στην Κολωνία. Εκείνος είχε έρθει για μια περιοδεία με το συγκρότημά του. Γνωριστήκαμε εκεί και έκτοτε ήμασταν μαζί. Του έκανα τις περισσότερές του όπερες και τα συμφωνικά του έργα. Πρώτες εκτελέσεις και εδώ και στο εξωτερικό. Γυρίσαμε όλο τον κόσμο σχεδόν, μαζί και με τη Μαρία τη Φαραντούρη και τον Πέτρο Πανδή. Περάσαμε καταπληκτικές στιγμές.
Την αισθανθήκατε την καταξίωση τότε; Πώς το βιώσατε;
Βέβαια. Πρώτη φορά εμείς στη δικιά μας την τέχνη δεν είχαμε συνηθίσει σε τόσα πολυπληθή ακροατήρια. Όταν λοιπόν, επειδή ο Μίκης όσο ο καιρός πέρναγε δεν μπορούσε να ανταποκριθεί απόλυτα στις μαεστρικές του ικανότητες και μου είχε ζητήσει να μοιραζόμαστε μαζί το Canto General επί σκηνής, δηλαδή να κάνουμε μισά ο ένας μισά ο άλλος, βρέθηκα εγώ -με μεγάλη μου χαρά- για πρώτη φορά μαζί με τον Μίκη και ήταν κάτω 6.000 κόσμος… 7.000, δεν είχα συνηθίσει τέτοια ακροατήρια και ήταν μια αίσθηση σαν να με διηύθυνε το κοινό. Δηλαδή διηύθυνα και φεύγανε οι κραδασμοί του κοινού. Το ένιωθα στην πλάτη μου…ερχόντουσαν σε μένα και σαν να μου έσπρωχναν το χέρι. Ήταν κάτι το συναρπαστικό αυτό που ένιωθα στις συναυλίες, αυτές τις λαϊκές, των λαϊκών ορατόριων µε τον Μίκη δίπλα μου. Ο Μίκης να κάθεται στη σκηνή, ο κόσμος ουσιαστικά να διευθύνει, να μου «σπρώχνει» το χέρι και να διευθύνω εγώ. Ήταν συναρπαστικό πραγματικά.
Απολαμβάνετε να διευθύνετε πιο πολύ όπερες ή συμφωνική μουσική;
Θα έλεγα και τα δύο.
Ποια διαφορά το ένα από το άλλο;
Έχει πολύ μεγάλη διαφορά. Θα πω όμως εδώ τη ρήση του δασκάλου μου και του Κάραγιαν, ο οποίος δεν υπήρξε δάσκαλός μου, αλλά είχα παρευρεθεί σε σεμινάρια του. Ο δικός μου ο δάσκαλος μας έλεγε να μην ασχοληθούμε με την όπερα. Δεν του άρεσε καθόλου η όπερα. Έλεγε μην καταδεχτείτε να πηγαίνετε να διευθύνετε κάτω στο κελάρι που δεν σας βλέπει κανείς, δεν το ήθελε με τίποτα. Είχαμε έτσι όλοι σταθεί στην έννοια της συμφωνικής μουσικής. Από την άλλη όμως ο Κάραγιαν έλεγε ότι η διεύθυνση ορχήστρας είναι ένα αμάξι, ένα κάρο μας έλεγε με δύο ρόδες. Η μία είναι η όπερα και η άλλη η συμφωνική μουσική. Μία να του λείπει, δεν πάει καλά η διεύθυνση ορχήστρας και η ζωή τα έφερε έτσι… Όταν ξεκίνησα εγώ είχα προσανατολιστεί στη συμφωνική μουσική. Έκανα κάποιες όπερες στο εξωτερικό και στην Αθήνα. Ο Σπύρος Ευαγγελάτος, όπως είπαμε, με πήρε τακτικό μαέστρο στη Λυρική Σκηνή και έκανα πάρα πολλές όπερες, πολλές και μου αρέσει νομίζω η όπερα, είναι ό, τι καλύτερο μας έχει συμβεί στη ζωή μας.
Η συνέχεια του αρχαίου δράματος.
Ναι, μα έτσι ξεκίνησε η όπερα.
Πώς τον λέγανε τον δάσκαλό σας;
Ο Χέρμπερτ Άλλεντορφ, που δεν υπάρχει πια, με στήριξε πάρα πολύ στα πόδια μου. Πίστευε σε εμένα και του χρωστάω πάρα πολλά.
Άλλοι που πίστεψαν σε εσάς και σας βοήθησαν;
Νομίζω οι Γερμανοί δάσκαλοί μου, σε όλους χρωστάω πάρα πολλά. Στο Βερολίνο που πήγα βρήκα μια πολύ ζεστή μουσική αγκαλιά. Ο Χέρμπερτ Άλλεντορφ, ο Ρόμπερτ Βολφ, ο Μάρτιν Ραμπενστάιν ήταν καθηγητές, οι οποίοι πραγματικά με στήριζαν πολύ και σε φιλικό πλαίσιο. Οι Γερμανοί, ξέρεις, όταν θέλουν να κάνουν παρέα μαζί σου είναι πολύ εγκάρδιοι. Και πολύ εσωτερικοί.
Και όταν ήρθατε εδώ στην ΚΟΑ να αναλάβετε, έχω καταλάβει ότι την αναδιαμορφώσατε, προσλάβατε εξαρχής μουσικούς.
Ναι, εξαρχής μουσικούς, φτιάξαμε την Ορχήστρα πιο πλήρη από ποτέ, με πάρα πολύ καλούς μουσικούς. Οι μουσικοί αυτή τη στιγμή είναι εξαιρετικοί. Η ΚΟΑ είναι μια καταπληκτική ορχήστρα, η οποία συναγωνίζεται ορχήστρες του εξωτερικού επάξια και βέβαια με τη στήριξη πάντα του Υπουργείου Πολιτισμού, έχουμε τη δυνατότητα να φέρνουμε πολύ μεγάλους σολίστ και μαέστρους. Αυτό τι σημαίνει; Όχι μόνο συμβάλλει στην προσέλκυση του κόσμου, αλλά ανεβάζει και το επίπεδο της ορχήστρας. Δηλαδή, όταν η ορχήστρα έχει μπροστά της έναν ογκόλιθο με τον οποίο πρέπει να συμπράξει, το επίπεδό της ανεβαίνει. Σαν να έχουμε έναν Μέσι που πρέπει να παίξει στην ενδεκάδα μας. Πρέπει εμείς οπωσδήποτε όλοι να προσπαθήσουμε να φτάσουμε στο επίπεδό του.
Και να μην λειτουργεί σαν δημόσιο.
Στην ΚΟΑ δεν υπάρχει αυτή η αίσθηση. Δεν υπάρχει αυτή η έννοια. Γιατί δεν υπάρχει αυτή η έννοια; Διότι πρώτον, όλοι αγαπούν τη μουσική και ξέρουν ότι έχουμε ένα deadline για τη συναυλία μας. Έχουμε περιορισμένες δοκιμές και την Παρασκευή θα εκτεθούμε όλοι στο κοινό, οπότε δεν υπάρχει ότι αχ, τώρα έχουμε απεργία, δεν ερχόμαστε. Αχ, τώρα δεν κυκλοφόρησε το τρένο. Θα κάτσουμε παραπάνω όλοι, επειδή το έργο δεν βγαίνει.
Αυτό είναι όμως εξαιτίας της προσωπικής επιλογής, το ότι μπήκατε κι εσείς στη διαδικασία και τους διαλέξατε έναν έναν;
Όχι. Νομίζω ότι οι μουσικοί οι οποίοι είναι επιλεγμένοι και βρίσκονται σε αυτές τις θέσεις είναι από μόνοι τους γεννημένοι μουσικοί. Άρα λοιπόν, είτε εγώ ήμουν είτε κάποιος άλλος, επειδή η επιλογή έγινε σωστά, θα δρούσαν κατά αυτόν τον τρόπο, διότι έχουν πάνω από όλα τη μουσική. Το πώς θα υπηρετήσουν τη μουσική, είναι δηλαδή μια στόφα μουσικών εξαιρετικών.

Εν τω μεταξύ, κοίταζα το πρόγραμμα το φετινό της ΚΟΑ θέλετε να μου πείτε εσείς δυο τρεις παραγωγές που θα θέλατε πολύ το ελληνικό κοινό να παρευρεθεί μόνο και μόνο για να μάθει λίγο παραπάνω ή να ζήσει μια μυσταγωγία; Προσωπικά ξεχωρίζω λίγο τη Σαλώμη του Ρίχαρντ Στράους στις 23 Δεκεμβρίου.
Η Σαλώμη ναι, την περιμένουμε όλοι πώς και πώς. Έχουμε αρχίσει ήδη να κάνουμε πρόβες από τώρα με την Ορχήστρα. Η Σαλώμη είναι ένα έργο ορόσημο στην ιστορία της όπερας. Έχουμε πάρα πολύ ωραίες μετακλήσεις, ένα δύσκολο έργο με μια πολύ μεγάλη ορχήστρα, πολύ μεγάλες φωνές. Ναι, θα πρότεινα στο κοινό να έρθει να την παρακολουθήσει. Επίσης το Late Night με την ΚΟΑ στις 7 Νοεμβρίου με την Εσθονή αρχιμουσικό Ανού Τάλι. Όπως επίσης έχουμε μια συναυλία με εκκλησιαστικό όργανο σαν Χριστουγεννιάτικη από την Παναγία των Παρισίων στην ΚΟΑ στις 12 Δεκεμβρίου και η Πασχαλινή μας συναυλία με το Te Deum του Μπρούκνερ τη Μεγάλη Τετάρτη 8 Απριλίου. Είναι οι συναυλίες οι οποίες είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτες, χωρίς να υποτιμώ τις υπόλοιπες.
Όχι, δεν υποτιμούμε τίποτα, απλά κάπως προτείνουμε στο κοινό κάποιες παραγωγές σας, έτσι στο πλαίσιο της μουσικής εκπαίδευσης. Όπως κάνετε εσείς με τα εκπαιδευτικά σας προγράμματα.
Αυτά είναι γεμάτα ήδη, αυτό που μιλήσαμε στην αρχή το Ταξίδι στο κέντρο της Μουσικής. Έχουμε ήδη αναλύσει το Κοντσέρτο, τη Συμφωνία, το συμφωνικό ποίημα, το μπαλέτο. Στα φετινά μας δύο ταξίδια στο πρώτο θα μιλήσουμε για το Βαλς και στο δεύτερο για την όπερα.
Που δεν είναι διδασκαλία.
Όχι διδασκαλία. Eίναι ένας τρόπος ο οποίος δεν είναι παρεΐστικος, αλλά πραγματικά κανείς νιώθει ότι εισπράττει πληροφορίες πάρα πολλές και το σημαντικό είναι ότι βγαίνει από την αίθουσα με τεράστια ευεξία. Να φανταστείς ότι τα προγράμματα αυτά κρατάνε πάρα πολλή ώρα και εμείς κουραζόμαστε. Εγώ έχω την έγνοια ότι θα βαρεθεί το κοινό και τους λέω παιδιά πιο λίγο… κόψτε εδώ, κόψτε εκεί, όπως κάνει ένας σκηνοθέτης. Το κοινό δεν φεύγει καθόλου. Του αρέσει και κάθεται εκεί και βγαίνει πραγματικά με μια ανάταση, μια ευεξία από αυτού του είδους τις εκδηλώσεις που κάνουμε.
Για να στήσετε το καλλιτεχνικό πρόγραμμα πηγαίνετε στο εξωτερικό για να ακούσετε και να εντοπίσετε το τι θα εντάξετε;
Όχι, δεν χρειάζεται. Το θέμα είναι πώς θα μπορέσω με το όραμα που έχω μέσα μου για την επόμενη περίοδο να συμβαδίσω με τους καλλιτέχνες που μπορούν να το υλοποιήσουν και να βρούμε και τις ημερομηνίες. Αυτό είναι το πάντρεμα το μεγάλο.
Υποθέτω ότι είστε ένας άνθρωπος που δεν σταματάτε να μελετάτε.
Όχι βέβαια, με τίποτα.
Δηλαδή πόσες ώρες την ημέρα μελέτη;
Δεν θυμάμαι. Μελετώ συνέχεια. Δεν υπάρχει κενή ώρα. Με το πού θα φύγω θα πάω να μελετήσω.
Φέτος θα σας δούμε να διευθύνετε Σαλώμη και…
…τη Σαλώμη και θα διευθύνω και την Τέταρτη Συμφωνία του Μάλερ τον Μάρτιο.
Σας αρέσει να είστε πάνω στη σκηνή;
Ναι, πάρα πολύ η ζωή μου είναι εκεί πέρα πάνω.
Δεν είναι στο γραφείο;
Όχι, καμία σχέση εδώ «περαστικός» είμαι.
Περαστικός. Πώς λέμε την έκφραση μετά το λύκειο τι. Μετά την ΚΟΑ τι;
Μετά την ΚΟΑ θα αρχίσω να σκέφτομαι τι έκανα και θα λέω τι ωραία που τα έκανα (γελώντας). Ε, θα τελειώσει κάποια στιγμή. Όλα τελειώνουν.
Δεν το φοβάστε το τέλος.
Είμαι προετοιμασμένος από τότε που γεννήθηκα, ό,τι και να κάνω. Πρέπει να υπάρχει και μια ανανέωση. Όσο καλός κι αν είναι ο διευθυντής, μια ανανέωση είναι καλή για όλο τον κόσμο. Και για τους υπαλλήλους, αλλά και για το κοινό, να βλέπει καινούργια πρόσωπα.
Ναι, αλλά όταν έχει κοπιάσει κιόλας, έχει χτυπήσει πόρτες όπως αναφέραμε για τη στήριξη.
Ε, ο επόμενος θα χτυπήσει κάποιες άλλες.
Η τέχνη γενικά θέλει χτύπημα πόρτας.
Ναι. Δεν γίνεται χωρίς, πάντα ήταν έτσι.
Το είχατε φανταστεί όταν ήσασταν μικρός, παίζατε με την μπάλα ωραία και καλά, ότι κάποια στιγμή θα πάτε και στα ξένα, θα γίνετε μαέστρος, αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός διευθυντής;
Όχι τίποτα. Εγώ ήθελα στα όνειρά μου και πάντα το λέω αυτό, να είχα ένα δωμάτιο, μια ορχήστρα που δεν ξέρω ποιος θα μου την πλήρωνε και να διευθύνω την ορχήστρα, τα έργα που μου αρέσουν μέσα στα δωμάτια και να μην με βλέπει κανένας. Δεν με ενδιέφερε εμένα η δημοσιότητα καθόλου. Με ενδιέφεραν αυτά τα έργα, τα οποία ήταν ονειρικά, τα έργα που άκουγα και το πώς μπορώ εγώ να τα διευθύνω και να δίνω το χρώμα που θέλω, το τέμπο που θέλω, τη δυναμική που θέλω. Εγώ σε ένα δωμάτιο και να τα απολαμβάνω μόνος μου.
Ναι, αλλά έτσι όπως τα καταφέρατε βγήκατε από το δωμάτιο και άνοιξε η πόρτα της διασημότητας και της αναγνωρισιμότητας μέσα από το έργο σας.
Πήγε πολύ καλά, δεν έχω κανένα παράπονο.
Μια ανατριχιαστική στιγμή που θυμάστε από τη διαδρομή σας, που είπατε εδώ κάναμε κάτι καλό.
Υπάρχουν τέτοιες στιγμές. Λίγες, δεν είναι πολλές, οι οποίες πραγματικά είναι πάρα πολύ έντονες. Είναι μαγικές στιγμές αυτές, ιδίως στην όπερα. Όπου η όπερα είναι τόσο δύσκολη να πετύχει, γιατί υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη ορχήστρα κάτω. Υπάρχουν στη σκηνή πάρα πολλοί συντελεστές: τραγουδιστές, χορωδία, μπαλέτα, οι οποίοι τραγουδάνε όλοι απέξω. Οπότε τα λάθη είναι πάρα πολύ συχνά και για να συλλειτουργήσουν ξαφνικά όλα αυτά, είναι όχι σπάνιο αλλά δεν είναι τόσο συχνό, να λειτουργήσουν έτσι όπως τα έχεις φανταστεί ή τα έχεις δοκιμάσει στις πρόβες. Όταν ξαφνικά γίνεται μια τέτοια συλλειτουργία είναι μια μαγική στιγμή. Είχα νιώσει μια μαγική στιγμή από το ’90 όταν έκανα την πρώτη μου Αΐντα στο Ηρώδειο. Πραγματικά ήταν μια ανατριχιαστική τέτοια στιγμή που δεν σταματάει τώρα όλος ο κόσμος να γυρίζει. Πότε θα το πετύχουμε..;

Τώρα που είπαμε Ηρώδειο, από φέτος δεν θα έχουμε Ηρώδειο.
Φέτος για τρία χρόνια, όπως λένε, δεν θα υπάρχει Ηρώδειο. Υπάρχει πρόβλημα για εμάς, για το καλοκαίρι.
Εντάξει, υπάρχουν λύσεις έχει ακουστεί κάτι και για το Παναθηναϊκό Στάδιο εκεί στο πέταλό του.
Κοίταξε, δεν είναι λύση για εμάς. Γιατί σε αυτούς τους χώρους: Παναθηναϊκό στάδιο ή Πνύκα ή Ρωμαϊκή Αγορά μπορεί να παίζουμε με ενίσχυση, αλλά όταν παίζουμε με ηχητική ενίσχυση εμάς μας διαλύονται όλες οι αρμονικές. Εμείς είμαστε συνηθισμένοι να παίζουμε με φυσικό ήχο. Εκεί πέρα λοιπόν, όταν αλλάζουμε την τάξη, όταν ξαφνικά ο ηχολήπτης γίνεται μαέστρος, δεν είμαστε καθόλου ευτυχείς. Κανένας μας, ούτε εγώ, ούτε κι η ορχήστρα.
Οπότε θα έρθουν χρόνια δύσκολα.
Ίσως να παίζουμε στο Μέγαρο. Ίσως μια τέτοια λύση θα ήταν νομίζω η πιο κατάλληλη, η πιο κοντινή θα έλεγα παρότι είναι καλοκαίρι και το καλοκαίρι κανείς θέλει να είναι σε εξωτερικό χώρο.
Τώρα που είπατε για τον ηχολήπτη, το ίδιο πρόβλημα άρα αντιμετωπίζετε όταν γίνεται ηχογράφηση συμφωνικών έργων;
Στην ηχογράφηση ο ηχολήπτης είναι σημαντικός καλλιτέχνης, ο οποίος στις πρόβες στη Γερμανία κάνει περίπου τις ίδιες σπουδές που κάνει ο μαέστρος. Είναι ένας πολύ σημαντικός καλλιτέχνης, αλλά ηχογραφεί τον φυσικό σου ήχο. Δεν τον ενισχύει, αυτό είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα το δικό μας είναι η ενίσχυση, όπου με την ενίσχυση δεν ενισχύει τον φυσικό ήχο, ενισχύει κάτι σαν τον φυσικό ήχο και αυτό που βγάζεις είναι αυτό που βγαίνει από τα ηχεία και είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που παράγεται από τα όργανα, ενώ ο ηχολήπτης που σε ηχογραφεί, ηχογραφεί τον φυσικό σου ήχο. Δεν στον ενισχύει και ηχογραφεί ό,τι παίζει στην αίθουσα σε φυσική κατάσταση.
Είχα ακούσει ότι και στο Ηρώδειο ο ήχος δεν είναι τόσο καλός, κάπως χάνεται επειδή λείπει το καπάκι από πάνω, η σκεπή που τα ρωμαϊκά χρόνια είχε.
Έχεις απόλυτο δίκιο. Όλη η μουσική έχει γραφτεί για κλειστούς χώρους, καμιά μουσική δεν γράφτηκε για ανοιχτό χώρο. Χάνονται οι αρμονικές. Στους μουσικούς επίσης λόγω του ανοιχτού χώρου: ο ένας δεν ακούει τόσο καλά τον διπλανό και δεν μπορεί να συνεργαστεί. Παρόλα αυτά βέβαια το Ηρώδειο έχει αυτό τον μαγικό περίγυρο και παρόλα αυτά παίζουμε με φυσικό ήχο, όταν μπαίνει η κονσόλα και ενισχύεται ο ήχος εκεί μας χάνεις εμάς, γινόμαστε «εχθροί».
Εν τω μεταξύ το Μέγαρο Μουσικής χτίστηκε με όλες αυτές τις προδιαγραφές που θα έπρεπε.
Ναι είναι η μεγαλύτερη αίθουσα και με την καλύτερη ακουστική. Από τις καλύτερες ακουστικές της Ευρώπης όχι μόνο της Ελλάδας.
Θέλετε να κλείσουμε με κάτι έτσι ωραίο για τους φίλους της μουσικής; Τι εύχεστε;
Εύχομαι όσο συχνότερη επαφή έχουν μαζί μας, όσο περισσότερες φορές έρχονται στο ραντεβού που τους κλείνουμε, τόσο να βγαίνουν ευχαριστημένοι και γεμάτοι και πιο πλήρεις. Να φεύγουν απ’ το ραντεβού μας και να περιμένουν πότε θα έρθει το επόμενο.
