Όταν χτιζόταν το Μουσείο Ακρόπολης σκάβοντας βρήκανε όπως ήταν αναμενόμενο αρχαία στρώματα που ενσωμάτωσαν στο κτίριο κι έτσι έχουμε αυτό τον ανοιχτό υπόγειο ή ημιυπαίθριο χώρο, την αρχαία αυτή γειτονιά κάτω από το μουσείο. Όσοι μέχρι σήμερα δεν είχατε επισκεφθεί αυτό τον κάτω χώρο με τις μπετονένιες κολώνες που σαν μπρουταλιστικοί κίονες ανάμεσα σε αρχαίες πέτρες στηρίζουν το σύγχρονο μουσείο, να η ευκαιρία τώρα που άνοιξε το Μουσείο της Ανασκαφής.
Το πρώτο κομμάτι της έκθεσης αρχίζει με όστρακα αγγείων που είναι τα πρώτα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή γύρω στο 3.500 π.Χ. Μια περιοχή που ρυμοτομείται σταδιακά έως το 420 π.Χ αφού έχει ήδη ενταχθεί στο Θεμιστόκλειο τείχος το 480 π.Χ. Βρέθηκαν χιλιάδες αντικείμενα μα επιλέξανε να εκθέσουν αυτά τα 1.150 που μπορούσαν να πουν ιστορίες και να μην βομβαρδίσουν τον επισκέπτη με πληροφορίες τοποθετώντας μεγαλύτερες προθήκες με άπειρα αντικείμενα.
Βρήκανε λυχνάρια πολλά μα τοποθέτησαν εκείνα που μας δείχνουν τη διαρκή κατοίκηση της περιοχής από τον 5ο αιώνα π.Χ μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. Λυχνάρια απλά, άλλα πιο σύνθετα, πήλινα τα πιο πολλά μα και γυάλινα που δεν είχα ξαναδεί από κοντά. Την έκθεση συμπληρώνουν πέρα από τα αντικείμενα οι πληροφορίες και οι καλαίσθητες εικονογραφήσεις μέσα στις προθήκες. Σαν να βλέπεις σκιές ανθρώπων που έχουν εισχωρήσει πίσω απ’ το γυαλί και σου δείχνουν αυτό που λείπει. Άλλες φορές εξυπηρετούν στο να δεις ολόκληρο το άγαλμα του Διονύσου κι ας έχει βρεθεί μόνο το χέρι του που βαστά έναν κάνθαρο, το αγγείο σε σχήμα ποτηριού που αποτελεί σύμβολο της λατρείας του.
Βρέθηκαν και κρατήρες στους οποίους οι αρχαίοι αναμείγνυαν το κρασί με νερό, έτσι το έπιναν τότε. Ίσως γιατί δεν είχαν καλό κρασί, ίσως γιατί είχαν λίγους αμπελώνες στην αττική γη, ίσως γιατί θέλανε να πίνουν πολύ δίχως να μεθούν; Στην προθήκη με τους κρατήρες στάθηκα σε έναν ιδιαίτερο κρατήρα με οπές για έναν τύπο κρασιού αφρίζοντα ή και για μπύρα. Αντικείμενα της καθημερινής ζωής, κότσια, ζάρια όπως και πιόνια του στρατηγικού παιχνιδιού άβακα ή και τρίλιζας θα συναντήσει ο επισκέπτης και θα κάνει, αν αφεθεί, ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο.
Χάντρες μπλε για το κακό το μάτι, λυχνάρια με ερωτικές σκηνές πάνω τους, αντικείμενα προσωπικής φροντίδας. Γυάλινα αγγεία για τα ακριβά αρώματα, κύπελλα για τις φαρμακευτικές σκόνες, κούκλες και κουδουνίστρες για τα παιδιά. Στη γειτονιά αυτή επίσης βρέθηκε λαξευμένες πάνω στις πέτρες η υποθήκη μιας οικίας δίπλα στην πόρτα της. Όφειλαν οι πρόγονοι μας να δηλώσουν δημοσίως όχι μόνο την υποθήκη μα και το ποσό υποθήκευσης κι όταν το αποπλήρωναν απολαξευόταν.
Τηγάνια, πήλινες σχάρες που φωτίζουν την οικολογική και υγιεινή πλευρά της τότε καθημερινότητας. Κρύβονται πολλές μικρές εκπλήξεις πίσω από την 35 μέτρων μήκους προθήκης που στο τέλος της συναντάς μια περίκλειστη αίθουσα με αγάλματα και ανάγλυφα θεών και ανθρώπων. Θα δει ο επισκέπτης μεταξύ άλλων και μια προτομή του Αριστοτέλη με την μύτη του ακέραιη και μια Άρτεμις που διασώθηκε, γιατί χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό στήριξης ενός οχετού.
Το Μουσείο της Ανασκαφής αυτό το μικρό μουσείο κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης μας περιμένει να το επισκεφθούμε και να κάνουμε ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο σε μια αρχαία γειτονιά. Αυτή «η φωτεινή ρωγμή του χρόνου», όπως χαρακτήρισε έτσι ποιητικά ο διευθυντής του Μουσείου Ακρόπολης, Νίκος Σταμπολίδης, την προθήκη μήκους 35 μέτρων με τα 1.150 αυτά αντικείμενα, η οποία μας περιμένει στέκοντας μετέωρη ως ένα τελευταίο στρώμα πάνω στα αρχαιολογικά στρώματα της ανασκαφής.
Θα κλείσω την επίσκεψή μου στο Μουσείο της Ανασκαφής με τα λόγια του Νίκου Σταμπολίδη, ο οποίος μας υπενθύμισε τρεις, από τους πολλούς ορισμούς, για το τι συνιστά μια πόλη:
«1ος ορισμός από τη Σοφοκλέους, Αντιγόνη (737-739) Διάλογος Αίμονα και Κρέοντα
Αίμων: “Δεν λέγεται πόλη αυτή που ανήκει σε έναν άνδρα”
Κρέων: “Θεωρείται ότι η πόλη ανήκει σε εκείνον που κρατά την εξουσία”
Αίμων: “Θα ήσουν θαυμάσια μονάρχης στην έρημο”
Επομένως, η πόλη είναι το σύνολο των πολιτών, ο δήμος, η πόλη-δημοκρατία. Η πόλη είναι οι άνθρωποι.
2ος ορισμός από τον Θουκυδίδη, Ιστορίαι 2.15: Ο ιστορικός αναφέρεται στην πόλη της Αθήνας (μεταφράζω το σχετικό χωρίο). “Για την παλιά κατοίκησή της μέχρι σήμερα [εννοεί στον 5ο αι. π.Χ.] και η ακρόπολις από τους Αθηναίους καλείται πόλις. Άρα πόλη είναι ο δομημένος, ο κατοικημένος,
οχυρωμένος ή μη, χώρος.”
Και τέλος ο ποιητικός της ορισμός από τον Κωνσταντίνο Καβάφη:
“Η πόλις θα σ’ ακολουθεί / Στους δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους / Και στις γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς…”
Μια γειτονιά αυτής της πόλης, της Αθήνας, είναι κι αυτή στην οποία βρισκόμαστε όλοι απόψε εδώ, να ψηλαφήσουμε, σαν τον “βασιλιά της Ασίνης”, την αφή των ανθρώπων πάνω στις πέτρες, σε ερείπια ζωής που μετρά σε βάθος τεσσερισήμισι χιλιάδες (4.500) χρόνια».






