Μέχρι τη στιγμή που ένα βιβλίο συναντά τους αναγνώστες του ο δημιουργός του έχει περάσει από διάφορα στάδια, των οποίων η σειρά διαδοχής δεν είναι απολύτως προδιαγεγραμμένη. Δημιουργικό άγχος, (αυτό)αμφισβήτηση, οίστρος, δημιουργικότητα, αισθήματα ματαιότητας, ανυπομονησία, κούραση, χαρά είναι μερικά από όσα αισθάνονται οι συγγραφείς στον δρόμο προς τη λύτρωση της έκδοσης.
Σκεφτείτε σε πόση ένταση αισθάνονται όλα τα παραπάνω όσοι επιχειρούν την πρώτη τους λογοτεχνική απόπειρα. Και όταν έρχεται το πολυπόθητο «ναι» από τον εκδότη όλα μοιάζουν να μπαίνουν στη θέση τους. Για πόσο όμως;
Πότε ξεκινά η περιπέτεια του δεύτερου βιβλίου και πόσο διαφορετικά (ή όχι) χειρίζεται ο δημιουργός το νέο του «βασανάκι»; Έχοντας χάσει την αθωότητα του πρωτοεμφανιζόμενου αλλά μην έχοντας ακόμη αποκτήσει την πείρα που έρχεται με τα χρόνια οι συγγραφείς που μπαίνουν στη διαδικασία του δεύτερου βιβλίου καλούνται να μείνουν πιστοί στο λογοτεχνικό τους όραμα έχοντας πάρει ήδη το βάπτισμα του πυρός στην εκδοτική αγορά.
Τρεις συγγραφείς, που μέχρι στιγμής έχουν εκδώσει ένα βιβλίο, απαντούν στα ερωτήματα του ελc για την προσωπική τους ανάγκη να γράφουν, τα άγχη και τις προσδοκίες τους και φυσικά για την «κύηση» του δεύτερου βιβλίου.
Γιώργος Θάνος: «Το δημιουργικό άγχος για το καλό κείμενο υπάρχει πάντα»

Με την έκδοση του πρώτου βιβλίου ποια ήταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις που σου γεννήθηκαν όσον αφορά το επόμενο συγγραφικό σου βήμα;
Για να είμαι ειλικρινής, παραήμουν χαρούμενος (και αγχωμένος) με το ίδιο το πρώτο μου βιβλίο, για να σκέφτομαι το δεύτερο. Αρχικά, συνέχισα να γράφω χωρίς να έχω σκέψεις για το επόμενο βήμα – παρά μόνο με μία λίγο μεγαλύτερη σιγουριά πως κάποια στιγμή, θα έρθει.
Έχεις ξεκινήσει να γράφεις το δεύτερο βιβλίο σου και εάν ναι, ποιες διαφορές και ομοιότητες εντοπίζεις σε σχέση με τον τρόπο που έγραφες το πρώτο;
Δουλεύω πάνω σε διάφορες ιδέες που σχηματίζουν το επόμενο (και ίσως και το μεθεπόμενο, καλά να είμαστε) βιβλίο – και η διαφορά είναι κυρίως αυτή: όσο δεν είχα εκδώσει κάτι, απλώς έγραφα διηγήματα. Τώρα, προσπαθώ να γράψω βιβλίο: θέλω τα πράγματα να είναι πιο σφιχτά, πιο ομοιογενή. Δουλεύοντας ένα κείμενο, σκέφτομαι ταυτόχρονα και τα υπόλοιπα. H ομοιότητα έχει να κάνει με τον ενθουσιασμό που νιώθεις, όταν σου αρέσει αυτό που γράφεις.
Νιώθεις κάποιου είδους πίεση ή άγχος σε σχέση με το δεύτερο βιβλίο σου;
Πίεση δεν θα έλεγα πως νιώθω, άγχος, σίγουρα ναι. Τόσο για τον χρόνο έκδοσης (τα συνεχόμενα lockdowns που τραυμάτισαν τον χώρο του βιβλίου δεν βοηθούν ιδιαίτερα) όσο και για την απήχησή του: είμαι ευγνώμων για την υποδοχή που είχαν τα «Καύκαλα», όμως αυτή η χαρά εύκολα μεταφράζεται σε άγχος για το δεύτερο βιβλίο. Και βέβαια, το δημιουργικό άγχος για το καλό κείμενο υπάρχει πάντα, είτε στο πρώτο είτε στο δεύτερο είτε και στα επόμενα, φαντάζομαι, βιβλία.
Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι «ένα βιβλίο ήθελα να γράψω, κατέθεσα ό,τι ήθελα να πω με αυτό, δεν έχω σκοπό να γράψω άλλο;» κι αν ναι, τι συναισθήματα σου προκάλεσε αυτή η σκέψη;
Όχι, ποτέ. Πιστεύω πως γράφοντας (και δημοσιεύοντας) ανοίγει η όρεξη για περισσότερο γράψιμο – και ταυτόχρονα, η όρεξη να πεις τα πράγματα την επόμενη φορά λίγο καλύτερα, λίγο πιο ολοκληρωμένα, με μια φωνή λίγο περισσότερο δική σου.
Τι είναι πιο δύσκολο; Να γράψεις το πρώτο βιβλίο σου ή το δεύτερο; Και γιατί;
Έχουν απλώς ξεχωριστές δυσκολίες. Στο πρώτο βρίσκεσαι σε παράξενα νερά, είσαι λίγο πιο αυθόρμητος και ίσως λίγο πιο ακατέργαστος. Στο επόμενο, το νερό αρχίζει να μπαίνει στο αυλάκι, δουλεύεις πιο συγκροτημένα, έχεις μεγαλύτερες απαιτήσεις από τον εαυτό σου, ψειρίζεις τα κείμενά σου περισσότερο – με ο, τι καλό και ο, τι κακό ίσως κουβαλά αυτό.
Λέγεται συχνά ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κανείς συγγραφέας εάν έχει γράψει μόνο ένα βιβλίο. Ποιες είναι οι δικές σου σκέψεις σχετικά;
Αν μιλάμε για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα το 2021, ναι, συμφωνώ πως δεν αρκεί ένα βιβλίο για να χαρακτηριστεί κάποιος συγγραφέας, είναι η συνολική πορεία και η αφοσίωση που δικαιώνουν αυτόν τον τίτλο. Αν μιλάμε φιλολογικά, συγγραφείς όπως ο Κώστας Ταχτσής και ο Άρης Αλεξάνδρου διαψεύδουν τον κανόνα – αν και δεν έγραψαν ακριβώς «ένα βιβλίο».
Το πρώτο βιβλίο του Γιώργου Θάνου, με τίτλο «Τα καύκαλα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιωλκός.
Μαριαλένα Σεμιτέκολου: «Έχω την αίσθηση ή την ανάγκη να πιστέψω ότι το ένα γραπτό γεννάει το άλλο»

Με την έκδοση του πρώτου βιβλίου ποια ήταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις που σου γεννήθηκαν όσον αφορά το επόμενο συγγραφικό σου βήμα;
Όταν εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, ήμουν γεμάτη συναισθήματα. Χαράς, έκπληξης, αγωνίας. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα. Κάτι σαν το κλείσιμο του ματιού μιας ανέλπιστης τύχης. Δεν τολμούσα ακόμη να σκεφτώ την έκδοση ενός δεύτερου βιβλίου. Κάποιες στιγμές επέτρεπα στον εαυτό μου πιο τολμηρές σκέψεις, αλλά μου φαίνονταν πολύ μακρινές. Γνώριζα ότι είχα πολλή δουλειά μπροστά μου. Πολλές διαδρομές να διανύσω προτού τις χαρακτηρίσω μέσα μου ως το επόμενο συγγραφικό μου βήμα.
Έχεις ξεκινήσει να γράφεις το δεύτερο βιβλίο σου και εάν ναι, ποιες διαφορές και ομοιότητες εντοπίζεις σε σχέση με τον τρόπο που έγραφες το πρώτο;
Το δεύτερο βιβλίο έχει γραφτεί! Ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι και πρόκειται να εκδοθεί στις αρχές του 2022 από τον φιλόξενο και γενναιόδωρο Ίκαρο! Η αλήθεια είναι ότι οι πρώτες του παράγραφοι είχαν ξεκινήσει να γράφονται αργά, αλλά όχι δειλά, προτού μάθω ότι «Οι Κυριακές, το καλοκαίρι» θα πάρουν τελικά τον δρόμο τους για το τυπογραφείο. Ήταν ο τρόπος μου, ίσως, να ησυχάσω την ανυπομονησία που ένιωθα για την τύχη που θα είχε το πρώτο μου γραπτό. Ήταν ίσως μια επικύρωση που ζητούσα από τον εαυτό μου ότι τα «γραπτά» γράφονται πρωτίστως από την ανάγκη αυτού που τα γράφει, κι όχι από τη φιλοδοξία του να γίνουν απαραιτήτως βιβλία. Όταν έβαλα την τελεία σε ό,τι έγραφα, τότε ναι. Τότε πια μου επέτρεψα να θεωρώ το δεύτερο γραπτό μου ως το δεύτερο βιβλίο μου.
Το πρώτο μου βιβλίο ήταν καρπός πολυετούς ενασχόλησης. Το έπιανα για λίγο, έγραφα σχεδόν αυτόματα, ως εάν να είχα έτοιμες τις φράσεις του προτού τις πληκτρολογήσω κι ύστερα το άφηνα στο συρτάρι για πολύ καιρό. Στο δεύτερο βιβλίο δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ένιωθα πιο βιαστική. Σαν να μου τέλειωνε ο χρόνος κι έπρεπε να ολοκληρώσω προτού το περιεχόμενό του λήξει ή χαθεί. Επιπλέον, ήμουν πιο αυστηρή (σε στιγμές σχεδόν ακυρωτική) με τον εαυτό μου. Και παραδόξως πιο ανοιχτή. Υπήρξαν στιγμές που ένιωσα ότι ήταν οι ήρωες του βιβλίου που αποφάσιζαν για την τύχη τους κι ότι εγώ δεν είχα άλλη επιλογή από το να τους ακολουθήσω με εμπιστοσύνη χωρίς να τους πατρονάρω. Πίστεψα ότι γνώριζαν περισσότερα για τους ίδιους από ό,τι εγώ γι’ αυτούς και προσπάθησα να μην τους προδώσω.
Νιώθεις κάποιου είδους πίεση ή άγχος σε σχέση με το δεύτερο βιβλίο σου;
Δεν θα χαρακτήριζα τα συναισθήματά μου πίεσης ή άγχους. Τα γραπτά έχουν πόνο, έχουν αγωνία, έχουν έκθεση. Έχουν εισπνοές και εκπνοές. Είναι μέρες που νιώθεις πως έχουν στην πλάτη τους φτερά, κι άλλες που τα βλέπεις κουκουλωμένα και αμίλητα στο κρεβάτι. Είναι ζωντανά. Κι όταν φύγουν από τα χέρια σου και πάρουν τον δρόμο τους για να παρουσιαστούν ως βιβλία, σε αφήνουν μόνο – για λίγο ελπίζω–να ανυπομονείς και να βιάζεσαι να μάθεις τα νέα τους. Προσεύχεσαι ήσυχα τα νέα τους να είναι καλά, να ακουστεί η φωνή τους, να τα αγαπήσουν. Και περιμένεις.
Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι «ένα βιβλίο ήθελα να γράψω, κατέθεσα ό,τι ήθελα να πω με αυτό, δεν έχω σκοπό να γράψω άλλο;» κι αν ναι, τι συναισθήματα σου προκάλεσε αυτή η σκέψη;
Όχι. Ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο. Φαντάζομαι ευτυχώς. Δεν έχω ιδέα αν μια τέτοια σκέψη θα μου γεννούσε ανακούφιση ή απόγνωση. Έχω την αίσθηση ή την ανάγκη να πιστέψω ότι το ένα γραπτό γεννάει το άλλο, ότι σε κάθε βιβλίο εγκυμονείται το επόμενο. Κάτι σαν μια ρώσικη κούκλα. Μια Ματριόσκα. Δεν ξέρω πόσες κούκλες πρέπει ο καθένας να ανοίξει, προτού φτάσει στη μικρότερη, την τελευταία, την πιο βασική και πιο εσωτερική. Ούτε ξέρω αν θα μπορέσει να τις ανοίξει όλες. Ελπίζω η διεργασία αυτή να γίνει στον χρόνο που της πρέπει, έτσι που να μην είναι ούτε πολύ γρήγορη, ούτε όμως και επικίνδυνα αργή, τέτοια, δηλαδή, που να καταλήξει σε ένα «Κρίμα! Δεν πρόλαβα».
Τι είναι πιο δύσκολο; Να γράψεις το πρώτο βιβλίο σου ή το δεύτερο; Και γιατί;
Το καθένα έχει, νομίζω, τη δική του δυσκολία. Το πρώτο γράφεται χωρίς ακόμη να έχει την επίγνωση ότι θα γίνει βιβλίο. Είναι «λευκό». Το δεύτερο, πάλι, γνωρίζει τα ενδεχόμενα. Ή φαντάζεται ότι τα γνωρίζει. Κι αυτή η επίγνωση το κάνει πιο δύστροπο, πιο ευάλωτο, πιο εύθικτο. Φοβάται την αντιγραφή του εαυτού του, διεκδικεί τη μοναδικότητά του, παίρνει τα ρίσκα του.
Λέγεται συχνά ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κανείς συγγραφέας εάν έχει γράψει μόνο ένα βιβλίο. Ποιες είναι οι δικές σου σκέψεις σχετικά;
Διατηρώ μια εσκεμμένα επιφυλακτική στάση απέναντι στους ονοματικούς προσδιορισμούς, είτε αποδίδονται από άλλους σε εμάς, είτε τους αποδίδουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Μπορεί να γίνουν παγίδες και να κουμπωθούν στενά πάνω μας, να μας προσδώσουν ένα – δραματικό ή κωμικό – βάρος τέτοιο, που να μας στερεί την ευελιξία και την επαφή των ποδιών μας με το έδαφος στο οποίο περπατάμε.
Νιώθω ασφαλέστερη με τη χρήση των ρημάτων ως προσδιορισμών. Γράφω, έχω γράψει, έγραψα, έγραφα. Προτιμώ τα ρήματα αυτά. Έχουν τη διάσταση του χρόνου. Εμπεριέχουν κινητική ενέργεια. Η φράση «Είμαι συγγραφέας» μού γεννά ανησυχία. Μοιάζει ακίνητη σε έναν άχρονο ενεστώτα.
Το πρώτο βιβλίο της Μαριαλένας Σεμιτέκολου, με τίτλο «Οι Κυριακές, το καλοκαίρι», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος.
Κωνσταντίνος Τσάβαλος: «Τα βιβλία μάλλον είναι σαν τα τατουάζ: αν κάνεις το πρώτο, μετά είναι θέμα χρόνου να “χτυπήσεις” το δεύτερο και το τρίτο»

Με την έκδοση του πρώτου βιβλίου ποια ήταν τα συναισθήματα και οι σκέψεις που σου γεννήθηκαν όσον αφορά το επόμενο συγγραφικό σου βήμα;
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και πολύ καιρό να επεξεργαστώ το επόμενο, το “sophomore”, όπως το αποκαλούν οι Αγγλοσάξονες, συγγραφικό μου βήμα, γιατί η «γέννηση» ενός βιβλίου από μόνη της αποτελεί ένα γεγονός που πρέπει να το βιώσεις στην ολότητά του και μέχρι το μεδούλι –κοινώς, δεν σε «παίρνει» για αντιπερισπασμούς ή τουλάχιστον δεν με παίρνει εμένα που απεχθάνομαι το multitasking και την πολυπραγμοσύνη. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όταν κυκλοφόρησε, είπα από μέσα μου ξεφυσώντας με ανακούφιση ότι «αφού τα κατάφερα με το πρώτο, θα τα καταφέρω και με ένα δεύτερο, ενδεχομένως».
Έχεις ξεκινήσει να γράφεις το δεύτερο βιβλίο σου και εάν ναι, ποιες διαφορές και ομοιότητες εντοπίζεις σε σχέση με τον τρόπο που έγραφες το πρώτο;
Το δεύτερο μυθιστόρημά μου έχει ένα κοινό αλλά και αρκετές διαφορές με το πρώτο: η «άγκυρα» που τα ενώνει είναι η μουσική και πάλι (η αναζήτηση και η εύρεσή της), αλλά επειδή ο βασικός πυρήνας του κινείται γύρω από τις νευροεπιστήμες, αυτή τη στιγμή (και καθώς δεν είμαι νευροεπιστήμονας) είμαι στη φάση της συλλογής όλων εκείνων των απαραίτητων πληροφοριών για την όσο το δυνατόν πιο ορθή, επιστημονικώς, συγγραφή του, πέραν δηλαδή του αμιγώς μυθιστορηματικού κομματιού του.
Αυτό σημαίνει ότι έχω μιλήσει με μερικούς νευροεπιστήμονες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, οι οποίοι ήταν αρκετά πρόθυμοι και ευγενικοί ώστε να με βομβαρδίσουν με πλούσιο πληροφοριακό υλικό γύρω από τις καταστάσεις και τις ασθένειες που θέλω να ψηλαφήσω στις σελίδες του. Οπότε, ενώ στο πρώτο βιβλίο είχα για αρωγό αποκλειστικά τη φαντασία μου, πλέον στο δεύτερο χρειάζομαι δίπλα μου και τους μισούς νευροεπιστήμονες της οικουμένης.
Νιώθεις κάποιου είδους πίεση ή άγχος σε σχέση με το δεύτερο βιβλίο σου; (που αφορά πιθανόν τον χρόνο έκδοσης, το περιεχόμενο, την υποδοχή που θα έχει μια δεύτερη παρουσία σου στο λογοτεχνικό σύμπαν)
Κανένα άγχος δεν έχω και για τίποτα –δεν είναι ότι έχω υπογράψει και κάνα συμβόλαιο με κάποιον εκδοτικό οίκο. Όπως αντίστοιχα, δεν με πίεσε απολύτως τίποτα στη συγγραφή του πρώτου μου μυθιστορήματος, έτσι και τώρα δεν με πιέζει απολύτως τίποτα και κατά το δεύτερο. Τον τίτλο τον έχω βρει, την υπόθεση επίσης, αν συγκεντρώσω τα επιστημονικά στοιχεία που θέλω, είμαι έτοιμος να ενώσω ξανά τις «κουκίδες» της εξιστόρησης πάνω στο χαρτί (ή, καλύτερα, στη λευκή σελίδα του υπολογιστή μπροστά μου), που αποτελεί και την αγαπημένη μου ασχολία, στην παρούσα χρονική συγκυρία.
Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι «ένα βιβλίο ήθελα να γράψω, κατέθεσα ό,τι ήθελα να πω με αυτό, δεν έχω σκοπό να γράψω άλλο;» κι αν ναι, τι συναισθήματα σου προκάλεσε αυτή η σκέψη;
Ναι, το έχω σκεφτεί, προφανώς. Και το έχω σκεφτεί γιατί ποτέ μου δεν θεώρησα εαυτόν ως «συγγραφέα» (δημοσιογράφος είμαι), οπότε κάπως έζησα τα τελευταία δυο χρόνια της ζωής μου με το μότο των Manic Street Preachers, οι οποίοι όταν κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τίτλο “Generation Terrorists” το 1992, είχαν δηλώσει ευθαρσώς ότι «εμείς θέλουμε να βγάλουμε αυτό το άλμπουμ, να τους πάρουμε όλους παραμάζωμα και μετά να διαλυθούμε ησύχως και να μην κυκλοφορήσουμε ξανά απολύτως τίποτα».
Φυσικά, οι Manics έπεσαν έξω καθώς μόλις πριν ένα μήνα κυκλοφόρησαν το 14ο άλμπουμ τους (ζωή να έχουν, τους λατρεύω), οπότε το βασικό μάθημα εδώ μάλλον είναι «τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι». Κι εγώ ξεκίνησα με σκοπό να κυκλοφορήσω το δικό μου “Generation Terrorists” και κατόπιν να αποτραβηχτώ στη δημοσιογραφική γωνιά μου ξανά, αλλά, όπως έχω ξαναπεί, τα βιβλία μάλλον είναι σαν τα τατουάζ: αν κάνεις το πρώτο, μετά είναι θέμα χρόνου να «χτυπήσεις» το δεύτερο και το τρίτο.
Τι είναι πιο δύσκολο; Να γράψεις το πρώτο βιβλίο σου ή το δεύτερο; Και γιατί;
Το δεύτερο. Δεν το συζητάω καν αυτό. Έχουν γραφτεί τόμοι και τόμοι, βιβλία και άρθρα, δημοσιεύσεις και επιστημονικές έρευνες για το πόσο πολύ ο ανθρώπινος εγκέφαλος λειτουργεί, σε ένα βιβλίο ή ένα μουσικό άλμπουμ, ως πυροσβεστικός κρουνός: βγαίνουν από μέσα απίστευτα καταπιεσμένες και βαθιά ριζωμένες καταστάσεις που ούτε ο ίδιος ο δημιουργός του δεν τις φανταζόταν καν ότι υπάρχουν –σαν μια χύτρα ταχύτητας που έμεινε κατά λάθος σκεπασμένη για πολλές ώρες και δεν είχε την ευκαιρία να απελευθερώσει όλον αυτόν τον ατμό που έκρυβε μέσα της. Στην πρώτη σου απόπειρα, ο ατμός απελευθερώνεται –σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν. Το ζήτημα είναι πόσος ακόμη ατμός έχει μείνει στην προσωπική σου χύτρα ταχύτητας για το επόμενο συγγραφικό σου βήμα.
Λέγεται συχνά ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κανείς συγγραφέας εάν έχει γράψει μόνο ένα βιβλίο. Ποιες είναι οι δικές σου σκέψεις σχετικά;
O Σάλιντζερ έχει γράψει μόνο τον «Φύλακα στη Σίκαλη», η Χάρπερ Λι μόνο το «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (το «Go Set a Watchman» του 2015 δεν μετράει, αφού ουσιαστικά είναι το πρώτο draft του μυθιστορήματός της), o Πάστερνακ μόνο το «Δόκτωρ Ζιβάγκο», ο Προυστ μόνο το «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» και ο Έντγκαρ Αλαν Πόε μόνο το «Η αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ από το Νάντακετ». Οπότε, όποιος σπέρνει τέτοιες ανυπόστατες φήμες, ας το ξανασκεφτεί καλύτερα.
To πρώτο βιβλίο του Κωνσταντίνου Τσάβαλου, με τίτλο «Ντοπαμίνη», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.
–
Cover photo: © Thought Catalog, Unsplash
